«Θεέ μου μεγαλοδύναμε»: Μια αδέσποτη, βλάσφημη προσευχή

Μια ιστορία, ένα τραγούδι και ένα αξέχαστο βράδυ.
Τα τραγούδια έχουν τη δική τους μυστική τους ζωή. Ταξιδεύουν με τη δική τους στρεβλή πυξίδα, περπατούν αδέσποτα, σε αδιαπέραστα μονοπάτια, παραπατούν σε μισοσκότεινους κακόφημους δρόμους και ψάχνουν χείλη πρόθυμα να τα περιθάλψουν.

Δεν έχει σημασία αν είναι χείλη διανοούμενων ή βλάσφημα χείλη λιμενεργατών και καραγωγέων.

Τα τραγούδια δεν ζητάνε τίτλους σπουδών ούτε πτυχία ωδείων, παρά μόνο καρδιές ανοιχτές, χαρούμενες ή βασανισμένες, ερωτευμένες ή παρατημένες που ψάχνουν δανεικές, κατευναστικές λέξεις για να ημερώσουν το μεράκι που τις κατακλύζει.

Τα τραγούδια που δεν έχουν γνωστούς δημιουργούς είναι ατίθασα και κακότροπα. Με δυσκολία τα πείθεις να τραγουδηθούν, σαν άλογα είναι άγρια που δεν σηκώνουν χαλινάρι.

Όταν όμως βρουν τον ξεχωριστό, κατάλληλο ερμηνευτή του παραχωρούν εν λευκώ και τις λέξεις και τις μουσικές τους γιατί ξέρουν ότι κι εκείνος θα τις επικονιάσει με ψήγματα της ψυχής του.
fenese

Το αδέσποτο ρεμπέτικο «Θεέ μου μεγαλόδύναμε» το άκουσα πρώτη φορά από το φίλο μου Γιώργο Οικονόμου, βαθύ γνώστη του ρεμπέτικου, σε ένα επικό 24ωρο γλέντι.

Όταν όλοι είχαμε γίνει εύφλεκτοι από την κρητική ρακή και με δυσκολία ισορροπούσαμε στην καρέκλα, ο Γιώργης έριξε πίσω το κεφάλι και άρχισε να τραγουδά χωρίς μπουζούκι.

Το πρόσωπό του ωχρό ήταν στραμμένο ψηλά, είχε τα μάτια κλειστά και είχα την αίσθηση ότι μια παράξενη οντότητα τον είχε καταλάβει και τραγουδούσε για λογαριασμό του.

Θεέ μου, μεγαλοδύναμε,
που 'σαι αψηλά εκεί απάνω
ρίξε λιγάκι τουμπεκί,
Θεούλη μου,
στον αργιλέ μου απάνω.
argiles nargiles ntoymanies

Το τραγούδι άρχισε να ανεβαίνει προς το ταβάνι, πατώντας σε μια ασημένια σκάλα από καπνό που έπλεκαν τα τσιγάρα (του περιπτέρου) και σαν βλάσφημη προσευχή προς τον ουρανό.

Θα μου μείνει αξέχαστη η στιγμή, η τυφλή ερμηνεία και η αργόσυρτη κυκλική μελωδία. Σε συνδυασμό με το λυκόφως που τρύπωνε από την μπαλκονόπορτα έκανε την ατμόσφαιρα παράδοξα κατανυκτική.

Από τότε όταν ακούω αυτό το τραγούδι έχω εκείνη την πρώτη ιδανική αίσθηση, που δεν έχει να κάνει με τα λόγια αλλά με τις στιγμές που έχει αιχμαλωτίσει ο σκοπός του και τα κομματάκια της ψυχής του Γιώργου που αναγνωρίζω σαν ψηφίδες πια μέσα του.

Εδώ σε ερμηνεία του Αλκίνοου που άφησε κι αυτός μία ψηφίδα στο αδέσποτο άσμα.


Θεέ μου μεγαλοδύναμε
που `σαι ψηλά εκεί απάνω
ρίξε λιγάκι τουμπεκί,
Θεούλη μου
στον αργιλέ μου απάνω

Ανάμεσα στης εκκλησιάς
τις αψηλές καμάρες
ανάβαμε τις λουλαδιές,
Θεούλη μου
σα να `τανε λαμπάδες

Μπρος στον Άγιο Σπυρίδωνα
με τ’ άσπρα του τα γένια
τραβάω μία ντουμανιά,
Θεούλη μου
ξεραίνεται στα γέλια

Κι όταν ανάψει ο αργιλές
κι έρθουμε σε ντουμάνι
στείλε όλους τους αγγέλους σου,
Θεούλη μου
να πουν το νάνι νάνι

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates