Μια βραδιά με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη στο Κύτταρο

(PHOTOS) Όσοι παρακολουθούν τη μαραθώνια συναυλιακή πορεία του διακεκριμένου τραγουδοποιού, ξέρουν καλά ότι τοποθετεί τον πήχη πολύ ψηλά.
Μια βραδιά με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη στο Κύτταρο Φωτογραφίες: Γαβριήλ Γαβριηλίδης
19/11/2018

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Ogdoo.gr
ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ
Καμία εκδήλωση
Γράφει ο Γαβριήλ Γαβριηλίδης

Αθήνα 02-11-2018

Καμιά φορά αναρωτιέμαι τι είν’ εκείνο που κάνει μια συναυλία να σου μείνει αξέχαστη. Οι μουσικοί, ο χώρος, το κοινό ή κάτι εντελώς απρόοπτο, που δίνει μια διαφορετική νότα στο σύνηθες ρεπερτόριο; Αυτή η απορία βασάνιζε το μυαλό μου καθώς το θρόισμα του Ηλεκτρικού μ’ έβγαλε στην Πλατεία Βικτωρίας, την Παρασκευή 2 Νοέμβρη, ημέρα θλίψης για μένα. Έπιασα την Αχαρνών, και στρίβοντας αριστερά βρέθηκα στην Ηπείρου. «Έλα Ηπείρου κι Αχαρνών να σε γιουχαΐσω», ο Διονύσιος στίχος μού ‘ρθε στο νου, βλέποντας το κόκκινο σήμα με την κίτρινη επιγραφή: «ΚΥΤΤΑΡΟ». Βρισκόμουν λοιπόν εκεί, έξω απ’ το κέντρο που γαλούχησε γενιές και γενιές, αφήνοντας το στίγμα του στα μουσικά δρώμενα της χώρας μας. Χρόνια τώρα είχα την έντονη επιθυμία να βιώσω ένα live στο ιερό αυτό club, απ’ όπου πέρασε όλη η αφρόκρεμα της ελληνικής pop-rock, κι όχι μόνο, σκηνής, και καλύτερη ευκαιρία δεν νομίζω ότι θα μπορούσε να μου δοθεί.

«Αλκίνοος Ιωαννίδης SOLO» έγραφε η αφίσα στην είσοδο, ένας συνδυασμός πολλά υποσχόμενος, που έκανε την περιέργειά μου να γίνει ανεξέλεγκτη. Γιατί, όσοι παρακολουθούν τη μαραθώνια συναυλιακή πορεία του διακεκριμένου τραγουδοποιού τα τελευταία χρόνια, ξέρουν καλά ότι τοποθετεί τον πήχη πολύ ψηλά. Αν τώρα κι η αίθουσα δικαίωνε ένα 50% της φήμης της, δεν χωρούσε αμφιβολία ότι η βραδιά είχε όλα τα στοιχεία για να «καεί» εσαεί στη μνήμη μου. Μπούκαρα λοιπόν μόλις άνοιξαν οι πόρτες, με μια γλυκιά προσμονή να κυριαρχεί στη ραχοκοκαλιά μου. Όσο για το «γιουχάισμα», δεν ήμουν και τόσο σίγουρος, μια και δεν ταιριάζει στο στυλ του συμπαθούς τροβαδούρου...

Το πρώτο που μου χτύπησε στο μάτι, ήταν η τέλεια διαρρύθμιση της αίθουσας με σωστές αναλογίες πίστας, πλατείας, εξώστη, οι τοίχοι της οποίας ήταν καλυμμένοι από κάδρα που σήκωναν το βάρος μιας ιστορίας σχεδόν μισού αιώνα, με τη θρυλική ζωγραφιά - έμβλημα σε στυλ Γκαούρ - Ταρζάν στ’ αριστερά, να μαγνητίζει το βλέμμα. Γεμάτος δέος, έκανα μια βιαστική επισκόπηση περιεργαζόμενος λογιών - λογιών αφίσες, έχοντας την αίσθηση ότι επρόκειτο να ξεπεταχτούν απ’ τη γωνία ο Νιόνιος με τα Μπουρμπούλια του, η Μαρίζα με το ντέφι της, ο «Παππούς» με το μικρόφωνο στο χέρι, ο Αντώνης των «Socrates Drank The Conium» με το μπάσο του, η Δέσποινα με την κιθάρα της, ο Καραγκιόζης του Ευγένιου, το πνεύμα του Λουκιανού και φυσικά το φάντασμα του Τζιμάκου. Δύο μπαρ, μοιρασμένα συμμετρικά ένα εκ δεξιών κι ένα εξ εβωνύμων του πάλκου, η κονσόλα του ήχου διακριτικά καμουφλαρισμένη στο βάθος, όλα ήταν στη θέση τους. Εκείνο που με χάλασε κάπως, ήταν τα τραπεζάκια στη μέση με τα... τασάκια δίπλα στα reservée, κάτι που μύριζε περασμένες εποχές κι άλλου είδους μαγαζιά.

Δίχως να το πάρω πρέφα η αίθουσα γέμισε, τα φώτα χαμήλωσαν και τα ηχεία άρχισαν να πάλλονται στο ρυθμό μιας κιθάρας και το μπρίο μιας φωνής, που άνοιξε το event κλασικά με την «Παράκληση»: «Μ’ ένα τραγούδι να κάνουμε δική μας, τη μικρή ζωή μας». Η οικεία μορφή του Αλκίνοου έκανε την εμφάνισή της, ανάμεσα στ’ αγαπημένα του όργανα, πλαισιωμένη από μια ομάδα από φιγούρες, φιλοτεχνημένες απ’ τον πατέρα του Άντη, «για να μην αισθάνομαι μόνος στη σκηνή» όπως μας είπε. Το ρολόι μου έδειχνε 22:23. «Στα μέρη που κατοικώ θα βρισκόμασταν ήδη στα... encore!» σκέφτηκα, «εδώ πριν τις 10 δεν κουνιέται φύλλο». Το πρόγραμμα κύλησε στο γνώριμο, μελαγχολικό του μονοπάτι, που κατά παράδοξο τρόπο έκανε την ατμόσφαιρα του κέντρου να ζωντανέψει.

Ευτυχώς, δεν ήτανε φίσκα, πράγμα που μου επέτρεπε να κινούμαι ελεύθερα αποτυπώνοντας στιγμιότυπα, και μαζεύοντας εντυπώσεις από διαφορετικές θέσεις κι οπτικές γωνίες. Ομολογώ ότι η ακουστική μ’ εξέπληξε, αφού ήταν εξίσου καλή όπου κι αν βρέθηκα! Ο φωτισμός, μ’ όλα τα τρικ τελευταίας τεχνολογίας, παιχνίδιζε τονίζοντας πρόσωπα και πράγματα. Θα τον προτιμούσα μια ιδέα πιο λιτό, κάτι που θα πήγαινε περισσότερο στο πνεύμα του solo, αλλά αυτό είναι θέμα γούστου.
AI KYTTARO 18 2355
Δε σκοπεύω ν’ ασχοληθώ με τις αρετές του Αλκίνοου, άλλωστε είναι πασίγνωστες και το διαδίκτυο είναι γεμάτο με άρθρα ανθρώπων που το ‘χουν. Εγώ δεν έχω να προσθέσω τίποτα επ’ αυτού! Αντίθετα, λέω να εστιάσω στις αδυναμίες του, που όπως διαπίστωσα τελευταία, είναι ουκ ολίγες! Αν κι έντεχνος -λες και το λαϊκό είναι άτεχνο- στα χαρτιά, ο φίλος μας έχει αποδειχθεί μεγάλος κρυφορεμπετολάτρης! Όχι μόνον έχει μεγάλη αδυναμία στα «εννιάρια», αλλά ερμηνεύει με πολύ συναίσθημα, τέτοιου είδους σουξέ άλλων συναδέλφων του, όπως το «Μέχρι να βρούμε ουρανό» της Γλυκερίας. Και σαν να μη έφτανε αυτό, μας «κούφανε» με μια φοβερή εκτέλεση της σημαίας του Πάνου Γαβαλά: «Σιγανοψιχάλισμα», μετατρέποντας την κλασική κιθάρα σε μπουζούκι! Ένα άλλο αδύνατο σημείο του είναι, ότι είναι απελπιστικά ειλικρινής και δεν ντρέπεται να παραδεχτεί δημόσια επί σκηνής τα σφάλματά του, μουσικά και μη. Προχθές στην πρεμιέρα ήταν τόσο χαλαρός, όπως μας πληροφόρησε ο ίδιος, που, παίζοντας ένα κομμάτι του για πρώτη φορά, ξέχασε να βγάλει το καποτάστο, μ’ αποτέλεσμα να του βγει η φωνή μια οκτάβα ψηλότερα! Όχι πως κώλωσε βέβαια. Μ’ αφοπλιστική απλότητα το αφαίρεσε, και τέλειωσε το τραγούδι στο σωστό τόνο.

Επίσης έχει το «ελάττωμα» να ’ναι άριστα πληροφορημένος και το «κουσούρι» να μη κρατάει μυστικό. Έτσι, ενθυμούμενος τα γενέθλια του υιού Γιακουμέλλου, αφού τον ξεμπρόστιασε δημοσίως αποκαλύπτοντας όχι μόνο την ηλικία του, αλλά και πόσα χρόνια υπηρετεί το μαγαζί, του αφιέρωσε στη συνέχεια το «Ήταν ανάγκη να συμβεί και σ’ εμένα». Άσε πια εκείνο το «χούι» του να διηγείται ιστοριούλες κι ανέκδοτα εν μέσω ασμάτων σοβαρών και βαρέων, προσπαθώντας να μας πείσει ότι το πρόγραμμα τού είχε φανεί πιο «ευχάριστο» στο σπίτι όταν το έφτιαχνε. Λες και δεν ξέρει ότι το κοινό του δεν πάει για να περάσει ευχάριστα, αλλά για να το φχαριστηθεί! Γιατί Αλκίνοος σημαίνει ψυχή, πάθος, έκφραση, συναίσθημα, ένταση, συμμετοχή. Εκεί πας για ν’ αδελφώσεις μαζί του, να μπεις στις φλέβες του και να νιώσεις το σφυγμό του. Κι αυτό δεν ισχύει μόνο για τους μεμυημένους, τους οπαδούς, αυτούς που δεν ακούν άλλη φωνή, αλλά και για κείνους που έτυχε να βρεθούν εκεί κατά λάθος. Μόνο που ο «μπαγασάκος» -πάλι Δ.Σ. τσιτάρω- κάνει όλα τα χατίρια του κόσμου, ενδίδοντας στις εκκλήσεις του να παίξει: «Τον Κεμααάλ», «την Αράχνηηη»! Είπα κι εγώ απ’ τη γαλαρία να φωνάξω: «το Χορτάτοοο!», αλλά κατάλαβα πως δεν θα ’χα καμία τύχη... «Εξυπηρετούμε πάντα τα πρώτα τραπέζια...» μας εξομολογήθηκε. Όμως, γι’ αυτό τον αγαπάμε, επειδή είναι αυτός που είναι και δεν το κρύβει!

Εκμεταλλεύτηκα το διάλειμμα για να χαζέψω λίγο την υπόλοιπη ιστορία που ήταν αναρτημένη στους τοίχους. Και ποιον δεν είδα! Όλα τα μουσικά είδωλα της νιότης μου παρήλασαν μπρος στα μάτια μου σαν σε ταινία. Κι όλα, κάτω απ’ τη σκέπη της σκιάς του εμπνευστή τού μουσικού βλαστο-ΚΥΤΤΑΡΟΥ, Αντρέα Γιακουμέλλου, που επιτηρούσε από ψηλά. Ξαναθυμήθηκα τα νιάτα μου και βούρκωσα... Ε, έχουμε κι εμείς τις ευαισθησίες μας! Πόσω μάλλον όταν η ημερομηνία παραπέμπει τη μνήμη σ’ επέτειο πένθους. Ευτυχώς το δεύτερο μέρος ήταν σαφώς πιο αλέγρο, με περισσότερο drive, παρασύροντας το θερμόμετρο της συμμετοχής του ακροατηρίου σε σταθερά ανοδική πορεία. Κι εκεί που ’χα αρχίσει να φοβάμαι πως δε θα το ’λεγε, έσκασε το έπος «Αλκινόου Πατρίς», το κορυφαίο, κατ’ εμέ, στιχουργικά κομμάτι του, η ζωή του όλη σ’ ένα τραγούδι! Ήταν περασμένες μιάμιση και το «πάρτι» βρισκόταν ακόμη στο φόρτε του, με τη διάθεσή μου να παρακολουθεί σαν υπνωτισμένη τα μουσικά ντουζένια του καλλιτέχνη, από στίχο σε στίχο, κι από νότα σε νότα.

Βέβαια, ένας Αλκίνοος δε θα ’ταν Αλκίνοος αν δεν είχε φυλάξει μια έκπληξη για το φινάλε. Εν είδει ταχυδακτυλουργού, ξετρύπωσε απ’ το μανίκι του τον προφέσορα της λαϊκής κιθάρας Δημήτρη Μυστακίδη, τολμώντας να του εμπιστευτεί μάλιστα την πιστή του σύντροφο!

«Ήθελα να παρακαλέσω το Μήτσο να παίξει κάτι, για ν’ ακούσετε κι εσείς λίγο κιθάρα της προκοπής από έναν καταξιωμένο μουσικό, κάτι που ο ίδιος δεν κατάφερα να γίνω... Να καθίσω κι εγώ σαν άνθρωπος να πιώ ένα ποτό!» δικαιολογήθηκε. Ο άλλος, πολύ cool, κρέμασε το έγχορδο στον ώμο του, κι άρχισε να κεντάει με την πένα του σε δρόμους ρεμπέτικο-blues, κάτι ανάμεσα σε Μανώλη Χιώτη και Johnny Cash. Ξαφνικά πηδάει κι ο Αλκίνοος στο πάλκο και λένε αγκαλιασμένοι την «παλιά... του λαϊκή επιτυχία» «Θεέ μου μεγαλοδύναμε» σε ντουετάκι. Χαμός από κάτω, ντουμάνιασ’ ο τόπος. Ε, τί άλλο πια πρέπει να ’χει μια μουσική βραδιά για να σου μείνει αξέχαστη!
AI KYTTARO 18 7848
Η σεμνή τελετή τέλειωσε με το «Κόκκιν’ αχείλι» εν χορώ, τη συμβολή της Αυθόρμητης Χορωδίας ΚΥΤΤΑΡΟΥ. Τούτη τη φορά άφησε τη «Μικρή βαλίτσα» του στο σπίτι. Δεν την ξέχασε, απλά δεν ένοιωσε εγκαταλελειμμένος, ούτε απ’ το κοινό του, ούτε απ’ τον τόπο του, το ΚΥΤΤΑΡΟ.

Ποιος θα το ‘λεγε πως έκλεισαν κιόλας 2 χρόνια από τότε που «έφυγε» ο Τέο, o τελευταίος ρεμπέτης, το φιλαράκι με το οποίο είχαμε πρωτοδεί παρεούλα τον Αλκίνοο στη Fabrik του Αμβούργου...

Κείμενο - φωτογραφίες: Γαβριήλ Γαβριηλίδης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!