Κώστας Ματσούκας: Βρισκόμαστε σε σεισμογενή χώρο!

(PHOTOS) Μια συζήτηση για γραμμόφωνα, τζουκ μποξ, μπομπινόφωνα, παλιά ραδιόφωνα και βινύλια με ένα «μεγάλο όνομα» στο χώρο.
Εξορθολογιστής, υποστηρικτής της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, επιχειρηματικό μυαλό που βρίσκεται στα πρόθυρα ενός νέου ανοίγματος, Αεκτζής, μα πάνω απ’ όλα ο άνθρωπος που δίνει ζωή στη «μηχανή του χρόνου». Επιμένει να εμπορεύεται γραμμόφωνα, τζουκ μποξ, μπομπινόφωνα, πικάπ και φυσικά δίσκους βινυλίου, μαζί με όλο το υλικό που χρειάζονται τα αναχρονιστικά μηχανήματα που αναζητούν πλέον εραστές του καλού ήχου στη δύσκολη εποχή που διανύουμε. Με συνεργάτη του τον τεχνίτη Παναγιώτη Παρίση, που επαναφέρει στη ζωή τα μηχανήματα, δίνουν τροφή στο αναμνησιακό συναίσθημα του εγκεφάλου μας κόντρα στην αμείλικτη ροή της εποχής και το «τζουκ μποξ» του κινητού μας.

Ο Κώστας Ματσούκας είναι ο άνθρωπος που έκανε το χόμπι του επάγγελμα μέσω της αγοροπωλησίας δίσκων και παντός τύπου μηχανημάτων άλλης εποχής. Εδώ και πολλά χρόνια είναι ένα μεγάλο όνομα στο χώρο του βινυλίου. Γεννήθηκε στο Αγρίνιο και σπούδασε τοπογράφος στο Πολυτεχνείο. Ξεκίνησε ν’ ακούει μουσική από παιδί στο Αγρίνιο. Το μεγάλο ερέθισμα να μπει πιο βαθιά στον κόσμο της μουσικής ήταν ένα σπάνιο τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη, σε δίσκο 78 στροφών, που ανακάλυψε για να ευχαριστήσει τον πατέρα του. Η μανία του έφθασε στο σημείο να καταγράψει και να εκδώσει σε πέντε τόμους όλα τα ελληνικά 45άρια σε έναν πλήρη κατάλογο, ένα έργο ζωής για τον ίδιο και υπερπολύτιμο εγχειρίδιο για τους συλλέκτες.

Το στρατηγείο του βρίσκεται απέναντι από το Μοναστηράκι σε μια στοά, στην οδό Λεωκορίου 6-8, όπου όταν μπεις, μπορεί να μην τον διακρίνεις, εκ πρώτης, από το επιμελώς ατημέλητο στοιβαγμένο υλικό σε κάθε γωνιά του χώρου. Μια νευρική κίνηση από το χαώδες ψάξιμο του χαμένου στον κόσμο του συλλέκτη αρκεί για να ρίξει κάτω μια διπλανή ντάνα από 45άρια ή ότι άλλο φανταστείς. «Είναι σεισμογενής χώρος!», λέει ψύχραιμα ο ίδιος.

Είναι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος να μιλήσουμε για όλο αυτό το υλικό που ίσως όλοι θέλουμε να αποκτήσουμε, αλλά πολλές φορές δεν τολμούμε ή κάτι μας σταματά. Μια νέα τάση ορισμένων νέων που μπήκαν στον πειρασμό να αποκτήσουν μπομπινόφωνα και να ψάχνουν ταινίες να τεστάρουν τον ήχο τους, μας έφερε στο χώρο του. Αλλά από πού να πρωτοξεκινήσει κανείς μια συζήτηση μαζί του. Το γραμμόφωνο που δεσπόζει λόγω χρώματος και επιβλητικής τοποθέτησης στο δισκάδικό του, δίνει την πάσα…
kostas matsoukas
Ας ξεκινήσουμε με κάτι για δυνατούς λύτες, όπως εσύ. Στην ταινία «Οι Αδίστακτοι» (1965) του Ντίνου Κατσουρίδη, ο Νίκος Κούρκουλος κάνει χίλια κομμάτια το γραμμόφωνο της Ρόζας (Δέσπω Διαμαντίδου), ενώ παίζει ένα λαϊκό τραγούδι. Τι γραμμόφωνο είναι;
Το τραγούδι που ακούγεται από το γραμμόφωνο είναι το «Γλεντάει ο Μάνθος» με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, που δεν έχει κυκλοφορήσει ποτέ σε δίσκο 78 στροφών, παρά μόνο σε 45άρι. Ως φαίνεται τον ντούμπλαραν γιατί ταίριαζε ο στίχος. Το γραμμόφωνο που υπάρχει στην ταινία με τα καθρεφτάκια και το χωνί κατασκευάζονταν στην Ελλάδα. Κυρίαρχες χώρες παραγωγής των γραμμοφώνων ήταν η Αμερική και η Αγγλία που πρωτοπορούσαν ακόμη και με γυάλινα χωνιά, ενώ σε κάποια μοντέλα έχουν ξύλινα χωνιά. Έχω πουλήσει δύο γραμμόφωνα που έφερα από την Αγγλία με ξύλινα χωνιά, ένα εκατομμύριο το ένα και ένα εκατομμύριο διακόσιες χιλιάδες το άλλο! Όπως επίσης προηγμένες κατασκευάστριες χώρες ήταν η Γερμανία και το Βέλγιο. Κάποιες προσπάθειες έκαναν και τα ανατολικά κράτη, αλλά και στην Ελλάδα, συνήθως αντιγραφές. Εδώ έφτιαχναν μέχρι το soundbox, το στρογγυλό κεφαλάκι μπροστά, αντιγραφή και αυτό. Σε άλλο χώρο, πιο διαδεδομένο, το ραδιόφωνο, υπήρχαν τέσσερεις βιοτεχνίες που έφτιαχναν ελληνικά ραδιόφωνα. Η Ελβίρα στο Βόλο, η Άκρον που κάθε της μοντέλο ήταν κι ένα αριστούργημα, το Ράδιο Καραγιάννη που έφτιαχνε τα RCA και η Κosmophon Radio. Τότε ήταν μια Ελλάδα που δρούσε, δεν ήταν μια χώρα απλά καταναλώτρια. Δεν είχε σημασία εάν αυτές οι προσπάθειες ήταν μικρές, δειλές, τοπικού χαρακτήρα, σημασία έχει ότι όλη η επαρχία βολευόταν με αυτά γιατί ήταν πιο οικονομικά και πιο ευέλικτα, αφού φτιάχνονταν εδώ. Δεν υπήρχε τελωνείο. Εδώ έφτιαχναν μέχρι το soundbox, το στρογγυλό κεφαλάκι, αντιγραφή και αυτό.

Ο Ντίνος Κατσουρίδης πρέπει να είχε αδυναμία στα γραμμόφωνο, καθώς είχε επίσης ένα γραμμόφωνο με σημαντικό ρόλο, 17 χρόνια μετά τους «Αδίστακτους» στην ταινία του «Ο Θανάσης και το Καταραμένο Φίδι» (1982) με το Θανάση Βέγγο, όπου ο τεράστιος κωμικός το έχει στην κρεβατοκάμαρά του, όπου παίζει ένα τσιφτετέλι στη γυναίκα του (Βάσια Τριφύλλη) ως θετική ενέργεια για να καταφέρει να τεκνοποιήσει και μετά όταν η πεθερά του (Μπέττυ Βαλάση) τον διώχνει, λέει τη φοβερή ατάκα: «Δωσ’ του το γραμμόφωνο να πάει στον αγύριστο!». Σήμερα ποιοί ενδιαφέρονται για γραμμόφωνα και δίσκους γραμμοφώνου;
Δύο είναι οι λόγοι που επηρεάζουν αυτή την κατάσταση και έχουμε ισχνή πελατεία. Πρώτον, έχουμε απομακρυνθεί πολύ από τα χρόνια που ήταν στα φόρτε τους. Το ίδιο συμβαίνει και με όλα τα παλιά μηχανήματα, όσο όμορφα και περίτεχνα κι αν είναι, ακόμη και με τους δίσκους βινυλίου ισχύει αυτό. Ο δεύτερος λόγος είναι δεν υπάρχουν πολλά γραμμόφωνα κάπου συγκεντρωμένα και όποιος θέλει να συλλέξει αναγκαστικά θα καταφύγει στο ίντερνετ.

Συμβαίνει το ίδιο και με τα τζουκ μποξ τα οποία κυκλοφόρησαν το 1927 και αποσύρθηκαν το 1964;
Είμαι από τους λίγους που σήμερα εξάγει τζουκ μποξ στο εξωτερικό. Αγοράζουμε τα τζουκ μποξ στην Ελλάδα και τα μεταπουλάμε στο εξωτερικό που έχουν μεγαλύτερη ζήτηση. Υπάρχουν ένας Ολλανδός, ένας Ιταλός κι ένας Γερμανός που πουλάνε χονδρική τζουκ μποξ που αγοράζουν από την Ελλάδα γιατί τους συμφέρει οικονομικά, γιατί αυτά που βρίσκουν στην Αμερική και στο Μεξικό έχουν βαρμίτα, δηλαδή τρυπίτσες στα ξύλα, ενώ το κλίμα στην Ελλάδα δεν ευνοεί κάτι τέτοιο. Όταν μιλάμε για τζουκ μποξ μιλάμε για τέσσερεις μεγάλες εταιρίες, αμερικάνικες, που από τη δεκαετία του ’30 έως τη δεκαετία του ’70 έβγαζαν τζουκ μποξ και μετά έβγαζαν αντιγραφή τα καλά τους μοντέλα με cd μέσα. Η ΑΜΙ, η Wurlitzer, η Seeburg και η Rock Ola. Κατά ένα περίεργο τρόπο τα πιο εμπορικά τους μοντέλα ήταν από το 1957 έως το 1961. Κάθε χρόνο έβγαζαν ένα νέο μοντέλο. Τα μοντέλα αυτής της περιόδου έχουν μια ιδιαίτερη ομορφιά και αξία. Στην Ελλάδα «περπάτησαν» περισσότερο τα ΑΜI. Στο Λίβανο τα Seeburg. Σε άλλες χώρες τα Wurlitzer. Ήταν θέμα αντιπροσώπου, πόσο δραστήριος ήταν. Στην Ελλάδα ήρθαν πάρα πολλά τζουκ μποξ, γιατί ήταν μια χώρα με πολλή μουσική, έξω καρδιά, οι άνθρωποι, τα νησιά, ο τουρισμός. Έτσι κάθε ταβέρνα, κάθε χωριό, είχε μια εστία διασκέδασης. Αυτή είναι η βάση των τζουκ μποξ ή παλιότερα του γραμμόφωνου. Ήταν μια αφορμή ο κόσμος να έρχεται πιο κοντά. Τώρα τα πράγματα έχουν αλλάξει και ο καθένας έχει ένα τζουκ μποξ στο κινητό του, μια αποθήκη τραγουδιών όπου ψάχνει πανεύκολα και ανέξοδα. Παλιότερα υπήρχε μεγάλη δραστηριότητα στη διακίνηση τζουκ μποξ. Σε κάθε νομό της Ελλάδας υπήρχε κάποιος που τα υπενοικίαζε στα μαγαζιά και αναλάμβανε να τα επιδιορθώσει όποτε χρειαζόταν.

Τι κόσμος αγοράζει σήμερα τζουκ μποξ;
Είναι άνθρωποι που δεν θέλουν να το βάλουν στο σπίτι τους, παρά μόνο σαν ντεκόρ σε ένα μαγαζί που άνοιξαν, όπως εστιατόριο, ταβέρνα ή ουζερί. Τα θέλουν για να δημιουργούν στο χώρο τους μια ενθύμηση του παρελθόντος. Και κάποιο άλλοι αγοράζουν τζουκ μποξ για αναμνησιακούς λόγους, επειδή είχαν κάποτε αυτοί ή οι συγγενείς τους και αυτό καταστράφηκε ή χάθηκε. Υπάρχει κι ένα ποσοστό αγοραστών που τους αρέσουν τα παλιά κι έχουν μια έφεση να συλλέξουν κάποια κομμάτια. Ωστόσο για τους λόγους που ανέφερα σχεδόν όλα τα κομμάτια τα εξάγουμε. Παλιότερα τα μισά διακινούνταν στην Ελλάδα και τα μισά στο εξωτερικό. Δυστυχώς δεν περισσεύουν χρήματα στον κόσμο ώστε να πάρει ένα παλιό μηχάνημα. Σε μια περίπτωση που πουλήθηκε ένα τζουκ μποξ, ο αγοραστής πλήρωσε 5.000 ευρώ με χαρτονομίσματα των δέκα και είκοσι ευρώ που αποταμίευε για το σκοπό αυτό επί χρόνια! Ήταν κάποιας ηλικίας. Ένας νέος δεν θα είχε την υπομονή του. Η νεολαία δεν έχει την αίσθηση της οικονομίας και του βραχυπρόθεσμου στόχου. Οι νέοι είναι απογοητευμένοι και αν υπήρχε καρδιογράφημα θα έδειχνε ευθεία γραμμή θανάτου. Έτσι δημιουργούνται τα ψυχολογικά προβλήματα, η κατάθλιψη και μέχρι πρόσφατα είχαμε πολλές περιπτώσεις αυτοχειρίας.

Πόση ζωή έχει ένα 45άρι σ’ ένα τζουκ μποξ;
Υπάρχει μια λανθάνουσα άποψη ότι το μπράτσο, η βελόνα και η κεφαλή έχει περισσότερο βάρος απ’ ότι σ’ ένα πικάπ και «οργώνει» το δισκάκι. Δε συμβαίνει όμως έτσι. Αν είναι ρυθμισμένο σωστά, έχει αντίβαρο κι αυτό, οπότε η διάρκεια ζωής του δίσκου είναι παντοτινή, όπως και στο πικάπ.

Ωστόσο πετυχαίνω δισκάκια που είχαν παιχθεί σε τζουκ μποξ και είναι αρκετά φθαρμένα…
Η Ελλάδα δεν ήταν χώρα παραγωγής. Όταν συμβαίνει αυτό και παίρνεις κάτι έτοιμο… Ενώ οι Έλληνες είμαστε ικανοί για το καλύτερο, ταυτόχρονα είμαστε ικανοί και για τα χειρότερα πράγματα.

Με τι κέρμα παίζουν τα τζουκ μπουξ;
Ό,τι θέλεις, το ρυθμίζεις σε όποιο κέρμα. Συνήθως προτιμάται κέρμα μισού ευρώ γιατί τα μονόευρα ή τα δίευρα έχουν μαγνήτη και το μηχάνημα τα κρατάει μέσα. Στο jukeboxguide.com μπορεί να δει κανείς όλα τα μοντέλα των τζουκ μποξ που έχουν κυκλοφορήσει.

Πώς μπήκες σε όλη αυτή την όμορφη περιπέτεια με τη συλλογή δίσκων, το εμπόριό τους, τη συλλογή μηχανημάτων;
Στο Αγρίνιο, όπου γεννήθηκα, όταν ήμουν πιτσιρικάς, ο πατέρας μου στο σπίτι τραγουδούσε. Το παράπονό του να φανταστείς ήταν που δεν έγινε επαγγελματίας τραγουδιστής. Και χορευταράς ήταν επίσης. Στο χωράφι μαζεύαμε κι αυτός τραγουδούσε. Σιγοντάριζε κι η μάνα μου. Ένα ωραίο πράγμα. Όλο αυτό με μπόλιασε στα παιδικά μου χρόνια. Τα απογεύματα άκουγα λαϊκά τραγούδια στο ραδιοφωνικό σταθμό Μεσολογγίου, στην ώρα των ακροατών. Ερχόμενος στην Αθήνα το ’84 να σπουδάσω στο Πολυτεχνείο, είχα στο μυαλό μου ότι θα βρω εδώ πιο εύκολα δίσκους και με το χαρτζιλίκι μου άρχισα να φτιάχνω μια μικρή συλλογή. Δίσκοι 33 και 45 στροφών. Αυτό το πράγμα άρχισε να μεγεθύνεται και παράλληλα εμπορευόμουν δίσκους στα παιδιά, εκεί στο Αγρίνιο, που ήταν πειρατές στα μεσαία. Τους έβρισκα δίσκους κι έβγαζα χαρτζιλίκι κι επίσης έπαιρνα μεγάλους δίσκους από τα μαγαζιά στο Αγρίνιο και τους πουλούσα στην Αθήνα. Προχωρώντας όλη αυτή η ιστορία, παράλληλα με τις σπουδές μου, μου έβγαινε το εμπορικό στοιχείο. Παράλληλα αγόραζα μικρά πικάπ, κάποια ραδιόφωνα που μου άρεσαν. Τα Σαββατοκύριακα μάλιστα ξημεροβραδιαζόμουν στο Μοναστηράκι. Θα σου πω όμως την ιστορία του πρώτου δίσκου γραμμοφώνου που αγόρασα. Ο πατέρας μου έψαχνε ένα τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη: Καταστροφή (Κανείς δεν ήρθε να με δει), που άκουγε φαντάρος το 1962 στη Ρόδο και είχε να το ακούσει από τότε. Μια μέρα σ’ ένα υπόγειο στο Μοναστηράκι βλέπω ένα δίσκο γραμμοφώνου μ’ ένα ασυνήθιστο τίτλο. Τότε κατέγραφα τα πάντα που έβρισκα προσπαθώντας να βρω μια άκρη σε όλα όσα έχουν κυκλοφορήσει οι εταιρίες. Αντιλήφθηκα λοιπόν ψάχνοντας αυτό το τραγούδι ότι δεν υπάρχει ούτε σε δίσκο 45 στροφών, ούτε σε long play, παρά μόνο σε δίσκο 78 στροφών. Ήταν μια ηχογράφηση του 1957. Τότε ο δίσκος αυτός είχε 5.000 δραχμές, δεν ήταν και λίγα τα λεφτά για δίσκο γραμμοφώνου. Ήταν και σε πολύ καλή κατάσταση ο δίσκος. Του πήγα λοιπόν μια τσάντα με δίσκους για να μου κόψει τα μισά λεφτά… Τον έχω ακόμη το δίσκο. Το τραγούδι αυτό το ξανατραγούδησε ο Καζαντζίδης αρκετά χρόνια μετά και υπάρχει στο δίσκο του «Ένα γλέντι με τον Στελάρα». Όταν πήγα σπίτι δεν είχα γραμμόφωνο και το έβαλα σ’ ένα πικάπ Philips που έπαιζε και 78 στροφές. Τι να σου πω. Τρελάθηκα. Βγήκα έξω τρέχοντας να βρω τηλεφωνικό θάλαμο να το πω στον πατέρα μου. Τον έχω πετύχει το δίσκο αυτό άλλες τρεις φορές, αλλά η καλύτερη ποιότητα ήταν εκείνη. Ο δίσκος αυτός ήταν η αφορμή να καταλάβω ότι πολλοί δίσκοι γραμμοφώνου δεν έχουν μεταφερθεί στις 45 στροφές, είναι πάνω από 100 τέτοια τραγούδια.

Το γραμμόφωνο έχει ένταση (volume);
Κάποια μοντέλα έχουν. Όπως αυτό που έχω εδώ. Δίπλα από τη μανιβέλα έχουν ένα στρογγυλό που ρυθμίζει την ένταση του ήχου. Στην ουσία μπαίνει στο χωνί ένα παραβάν και μειώνει την ένταση του ήχου. Υπάρχουν διάφορες βελόνες γραμμοφώνου. Αν η βελόνα γράφει επάνω τη μάρκα της, έχει δηλαδή σφραγίδα σκαλισμένη, βγάζει πιο οξύ και ευρύ ήχο. Όσο πιο χοντρή είναι η βελόνα, τόσο πιο χαμηλό ήχο βγάζουν. Στις βελόνες γραμμοφώνου υπάρχει ποικιλία. Υπάρχουν επίσης ξύλινες και χάλκινες βελόνες που βγάζουν ήχο «καμπάνα».

Πόσο κοστίζει ένας δίσκος γραμμοφώνου;
Για μένα έχει νόημα ο δίσκος να είναι σε καλή κατάσταση. Κοστίζουν περίπου 20 με 30 ευρώ. Δεν έχουν σχέση με τη σπανιότητα, γιατί ούτως ή άλλως είναι σπάνιοι, λόγω της παλαιότητάς τους. Δεν υπάρχουν συλλέκτες που να ψάχνουν επισταμένα. Αν οι δίσκοι είναι τελείως ίσιοι, δεν είναι δηλαδή «χαμογελαστοί», όπως λέμε εμείς, επειδή παίζουν πιο γρήγορα από τα 45άρια, στις 78 στροφές, πρέπει να βάλεις μια βελόνα μακριά, όπως αυτές που είχαν συνήθως τα πικάπ Dual, πολύ λεπτή δηλαδή, ώστε να μπαίνει βαθιά στο αυλάκι. Οι ελληνικοί δίσκοι γραμμοφώνου έχουν ανάμεσα χαρτί, οπότε αν πλυθούν χρειάζεται μεγάλη προσοχή ιδιαίτερα αν έχει κάποιο σπάσιμο, ώστε να μη μπει νερό μέσα και φουσκώσει γιατί θα ανοίξει και θα σπάσει ο δίσκος. Αυτή την τεχνοτροπία κατασκευής δεν την είχαν ούτε οι Αμερικάνοι, ούτε οι Άγγλοι στους δίσκους γραμμοφώνου. Οι δικοί μας δίσκοι ακούγονται καλύτερα, πιο «καμπάνα» από τους δικούς τους. Η Ελλάδα ψάχθηκε πολύ με τον ήχο. Είχαμε ταλαντούχους ανθρώπους στο χώρο αυτό και στην απόδοσή τους είναι εντυπωσιακοί. Όταν ακούσεις το ίδιο τραγούδι στις 78 στροφές και στις 45 στροφές, από το ίδιο πικάπ, ο ήχος είναι πολύ πιο ογκώδης και πολύ πιο ζωντανός από τις 78 στροφές. Αυτό συμβαίνει γιατί το τραγούδι είναι περισσότερο απλωμένο και έχει μεγαλύτερο περιθώριο η βελόνα να μεταφέρει περισσότερη μουσική πληροφορία στην κεφαλή του πικάπ, αν το πούμε έτσι περιγραφικά.

Πότε έκανες πιο επαγγελματικό όλο αυτό που συζητάμε;
Το 1994 άνοιξα δισκάδικο. Έως τότε σαν φοιτητής ζούσα από αυτό. Όταν έπαιρνα άδεια αγόραζα παρτίδες δίσκων και τις μεταπωλούσα. Το πρώτο μαγαζί μου ήταν στην οδό Λεωκορίου 10. Μου βρήκε το μαγαζί ο Πάνος ο Νικολόπουλος, από τη Σόλωνος και Μασσαλίας. Ο χώρος αυτός έως τότε ήταν βιβλιοπωλείο. Πουλούσα χονδρική. Μετά από 4-5 χρόνια πήρα μαγαζί στη Στοά Ηφαίστου 24, στο Μοναστηράκι, απέναντι από το μαγαζί του Μίστερ Βινύλιου και μετά πήγα στο μαγαζί του μπάρμπα Κώτσου που είναι ο «Ζαχαρίας» στη Στοά Ηφαίστου 20. Του πρότεινα να μεταφερθεί στη Στοά αυτή, ήταν ακριβά και δεν με συνέφερε εμένα. Μετά πήρα το μαγαζί στην αρχή της Στοάς που είναι ο Βινύλιος, όπου ήταν το μαγαζί του Κώστα του Κουρέα.

Ο Κώστας ο κουρέας ήταν περίπτωση. Πώς λειτουργούσε το μαγαζί του;
Ο κουρέας και κούρευε και είχε και δισκάδικο στον ίδιο χώρο! Ένας άγιος και ωραίος άνθρωπος. Λεβέντης με αγνή ψυχή. Είχε το μαγαζί από τη δεκαετία του ’60 ως κουρείο. Αργότερα του έφερναν δίσκους, όπως πάνε διάφορα πράγματα σε όλα τα μαγαζιά στο Μοναστηράκι, και τους αγόραζε για το μαγαζί. Ο ίδιος είχε μαύρα μεσάνυχτα στη μουσική. Έκανε ένα εμπόριο τελείως τυφλό και πουλούσε φθηνά. Συχνά του έπεφταν καλές παρτίδες και σε μεγάλους και σε μικρούς δίσκους. Όταν ήμουν φοιτητής έμενα στου Ζωγράφου, όπου δεν είχα τηλέφωνο. Τηλεφωνούσε λοιπόν ο κουρέας σε δύο Γιουγκοσλάβους φοιτητές να με ειδοποιούσουν ότι έφερε δίσκους και κατέβαινα στο Μοναστηράκι να τους πάρω. Μου τους φυλούσε σε τσάντα και τους έβλεπα πρώτος. Ήξερε ότι έκανα εμπόριο δίσκων. Για να σε βάζει να ψάχνεις τα ράφια έκανε το εξής τρυκ. Ό,τι δίσκους δεν έπαιρνα ή δεν είχα λεφτά να πάρω μετά τους σκόρπαγε στα ράφια κι έτσι είχε πάντα την έκπληξη για κάποιον που έψαχνε. Ήταν ένα μαγαζάκι 8 τετραγωνικών. Παράλληλα πήρα δύο μαγαζιά εδώ στην Λεωκορίου 6-8, που βρίσκομαι τώρα και λειτουργούσαν παράλληλα με εκείνο του Μοναστηρακίου.

Ο κουρέας είχε άκρη και με τους Αμερικάνους στη βάση κι έπαιρνε δίσκους;
Όχι, άκρη με τους Αμερικάνους είχαν οι Μαντζουράνηδες, ο Κώστας και ο Ζαχαρίας, που είχαν μαγαζί στο τέρμα της Ηφαίστου. Στο πατάρι είχαν τρομακτική συλλογή. Πήρα πολλούς δίσκους, περίπου δύο χρόνια πριν κλείσει το δισκάδικο τους, όταν προετοιμάζονταν γι’ αυτό. Είχα πολύ φιλικές σχέσεις με τον Ζαχαρία.

Με τα παλιά ραδιόφωνα πώς γίνεται η δουλειά;
Τα παίρνεις ακόμη κι αν έχουν σκόνη μέσα και μετά χρειάζονται ένα «by pass». Είναι ραδιόφωνα που πιάνουν και FM μέχρι 100 και μέχρι 104. Έχω πουλήσει και μέχρι 108. Στην ιστοσελίδα Radio Museum μπορεί να εντοπίσει κανείς ραδιόφωνα που έχει χάσει και να ψάξει να τα βρει, καθώς ό,τι έχει έρθει στην Ελλάδα, ήρθε σε παρτίδα.

Τα μπομπινόφωνα έχουν τελευταία ένα come back. Τι γνωρίζεις για την ποιότητα ήχου τους;
Οι μπομπίνες, αλλά και οι κασέτες 8 Track επειδή είναι επίσης γραμμένες σε ταινίες είναι ανώτερη πηγή ήχου από τους δίσκους βινυλίου. Ακούγονται θεϊκά σαν master.
kostas matsoukas giannis alexiou
Εμπορεύεσαι την προσωπική συλλογή δίσκων σου;
Ακόμη όχι, την κρατάω, εκτός ελαχίστων κομματιών για αρκετά σοβαρά λεφτά. Τα 45άρια μου είναι περίπου 50.000 και το σημαντικό είναι ότι τα κατέγραψα σε καταλόγους. Τα ελληνικής εγγραφής ξένα είναι περίπου 8.000. Τα ελληνικά τα κατέγραψα σε καταλόγους His Master Voice, Columbia, Odeon, Parlophone, Minos. Μια πλήρης καταγραφή όλης της ελληνικής δισκογραφίας στις 45 στροφές που κατάφερα να κάνω με συστηματική έρευνα ετών. Όπου πήγαινα σημείωνα τα νούμερα και τα κολλούσα σε ένα ντοσιέ με αύξοντες αριθμούς, ώσπου κάποια στιγμή συμπληρώθηκαν όλα τα νούμερα και τα έβγαλα σε μια έκδοση πέντε τόμων. Τα ξένα δεν χρειάζεται να καταγραφούν έντυπα αφού υπάρχουν όλα στο discogs. Τα ελληνικά 45άρια, όλων των εταιριών, τα έχω ανεβάσει με τον κουμπάρο μου στο site vinyl.gr με τα εξωφυλλάκια τους. Επίσης και τους ελληνικούς δίσκους 33 στροφών, σχεδόν όλους. Αξίζει κανείς να κάνει μια περιήγηση, έχει γίνει εκπληκτική δουλειά που εμπλουτίζεται.

Τα παζάρια δίσκων έχουν μέλλον στην Ελλάδα;
Μόνο αν αλλάξει η οικονομική κατάσταση. Για να το υιοθετήσουμε και να το κάνουμε καλά πρέπει να γίνονται αραιά. Για μένα έχει νόημα να γίνεται μια φορά το χρόνο, γύρω στα Χριστούγεννα. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι να προσεγγίσει κανείς dealer του εξωτερικού, γιατί δεν έχει νόημα να πηγαίνει κανείς τους ίδιους και τους ίδιους δίσκους σε τρία - τέσσερα παζάρια. Αλλιώς δεν υπάρχει η έκπληξη, δεν υπάρχει η φθηνή τιμή και ότι θέλω το παίρνω από το σπίτι μου στο ίντερνετ.

Ποιο είναι το νέο επιχειρηματικό σου βήμα;
Προσπαθώ να κάνω λατομείο μαρμάρων. Ένα δύσκολο εγχείρημα που θέλει πάρα πολλά λεφτά και με τον συνέταιρό μου προσπαθούμε να χρηματοδοτήσουμε την εξόρυξη. Η έδρα θα είναι τα Δίδυμα, δίπλα στο Κρανίδι και στην Ερμιόνη. Υπάρχουν ήδη δύο λατομεία εκεί και εμείς θα είμαστε το τρίτο. Φυσικά το μαγαζί θα συνεχίσει να λειτουργεί…

Καλή επιτυχία λοιπόν, ευχαριστώ για όλες αυτές τις πληροφορίες και την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτησή μας!
Επίσης!

*Οι φωτογραφίες είναι του Γ. Αλεξίου

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates