Οι παιδικοί μου φίλοι στη σκηνή με τον Διονύση Σαββόπουλο

(PHOTOS) Οι ανατριχίλες και η συγκίνησή μου «χτυπούσαν κόκκινο» όλο το βράδυ.
Τώρα, αλήθεια, τι περιμένεις να γράψω; Μου ζητάς να υπερβώ την περηφάνια και τη συγκίνησή μου για φίλους αγαπημένους και να δημοσιεύσω μια εμπεριστατωμένη κριτική για μια συναυλία τους; Και τι συναυλία, δηλαδή; Συναυλία του Διονύση Σαββόπουλου με τους Αλκμάν (οι φίλοι οι αγαπημένοι που σου έλεγα παραπάνω) για μπάντα; Αδύνατον. Επιπλέον, ουδόλως επιθυμητόν. Θα δοκιμάσω κάτι άλλο, λοιπόν, και σου εξηγούμαι προκαταβολικά. Θα δοκιμάσω να σου μεταφέρω το μέσα μου στο χαρτί. Αυτό που βίωσα, σε συναισθηματικό επίπεδο, χθες βράδυ (23/9) στο Ηρώδειο στη συναυλία για τις «Γυναίκες στην Ογκολογία».

Άκουγα τη «Θαλασσογραφία» και παρατηρούσα από ψηλά τον παιδικό μου φίλο τον Κυριάκο Καραμπερόπουλο να παίζει κλαρίνο με μπροστάρη του τον ίδιο το δημιουργό της. Ταυτόχρονα και αβίαστα, το μυαλό μου «ταξίδευε» σχεδόν τριάντα χρόνια πίσω, όταν έβλεπα ως μέλος της χορωδίας του δημοτικού μου σχολείου (6ο Αμαρουσίου) την πλάτη του Κυριάκου που τότε έπαιζε μπροστά μου φλογέρα ακόμα. Παίζαμε και τραγουδούσαμε τη «Θαλασσογραφία» και στη θέση του Σαββόπουλου είχαμε το δάσκαλό μας, το Θέμη Μακαντάση (καλά να είναι). Οι ανατριχίλες και η συγκίνησή μου «χτυπούσαν κόκκινο» όλο το βράδυ. Συντροφιά τους ένα - δυο δάκρυα από εκείνα τα «κρυφά». Μαζί και η πίστη μου στο όνειρο, καθώς το έβλεπα μπροστά μου να εκπληρώνεται με τόσο καθαρό και δίκαιο τρόπο. Λίγες στιγμές αργότερα (ή και νωρίτερα - η συναισθηματική μου φόρτιση δεν μου επιτρέπει να σου πω με σιγουριά), ο Κυριάκος έλεγε την πρώτη (χαρακτηριστική και εμβληματική) στροφή από το «Ζεϊμπέκικο» (Με αεροπλάνα και βαπόρια). Παρόντος (γενναιόδωρου) δασκάλου Σαββόπουλου. Δε με χώραγε ο τόπος. Ήθελα να κατέβω τις σκάλες και να πάω να τον αγκαλιάσω. Γιατί το αξίζει ο μπαγάσας. Όπως και οι υπόλοιποι Αλκμάν.

Απλοί, καθημερινοί άνθρωποι. Μουσικοί μελετημένοι, ταλαντούχοι. Που έφτασαν χθες βράδυ να εκπληρώνουν το όνειρό τους να παίξουν με το δάσκαλό τους. Τον άνθρωπο που τους έκανε να αγαπήσουν το τραγούδι και την τραγουδοποιία. Έβλεπα το Δημήτρη Σινάνογλου, φορτισμένο, να τραγουδάει το «Γλέντι» (μας) και να κατεβαίνει και ο Σαββόπουλος με τη Μαρίνα Σάττι και τις Φωνές της για να τον σιγοντάρουν στο τελευταίο ρεφραίν. Τσιμπήστε με, γαμώτο, σκεφτόμουν. Ονειρεύομαι. Έβλεπα την Αθηνά Τασούλα, το Δημήτρη Καζάνη, τον Κώστα Αρσένη, τον Βαγγέλη Κοτζάμπαση. Όλα τα παιδιά της μπάντας, να απολαμβάνουν τη βραδιά. Να παίζουν και να τραγουδούν με επιστήμη και σύνεση, αλλά ταυτόχρονα να απολαμβάνουν το «συννεφάκι». Την άμαξα που παρέμεινε άμαξα και μετά τα μεσάνυχτα. Το «παράσημο» και την ιστορία που θα λένε τα παιδιά τους στα εγγόνια τους την ώρα που εκείνοι θα στρέφουν το βλέμμα κάτω (γιατί τέτοιοι είναι).

Με το χέρι στην καρδιά και εντίμως σας λέω: τα παιδιά έπαιξαν πολύ καλά. Ήταν διαβασμένοι και, όπως μου είπαν στο τέλος, το χρωστούν στο Διονύση Σαββόπουλο. Για μένα, όμως, αυτό λίγη σημασία έχει. Μεγαλύτερη σημασία έχουν οι αγκαλιές μας, τα γέλια μας, τα πειράγματά μας και όσα ακολούθησαν όταν έσβησαν τα φώτα, όταν άδειασε το θέατρο, όταν έφυγαν οι πολλοί. Είχα μπροστά μου μια παρέα παιδιών (για πάντα), που έλαμπαν από χαρά και συγκίνηση και αγάπη. Αγάπη μεταξύ τους. Αγάπη πραγματική, που τους έκανε να μιλούν για την επόμενή τους πρόβα και το μενού που θα την συνοδεύει, που τους έκανε να κουβαλούν ο ένας τα όργανα του άλλου και να αγοράζουν και δυο έξτρα μπύρες για τον αργοπορημένο. Μαζί τους και «της προσκολλήσεως» κι εγώ. Που έζησα το όνειρο από σπόντα.

Ευγνώμων.
Γιώργος Μυζάλης
IMG 0697 mikri
Υ.Γ.1. Ο μέγας παραμυθάς και σπουδαιότερος μακράν όλων τραγουδοποιός της χώρας μας, Διονύσης Σαββόπουλος, αποκάλυψε χθες στο Ηρώδειο την πρωτόλεια μελοποίηση της «Συννεφούλας». Εκείνη που έκανε στα 16 και αποτέλεσε προπομπό της τελικής μορφής που ήρθε τρία χρόνια αργότερα.

Υ.Γ.2. Απολαμβάνω κάθε υπηρεσιακό «ανασχηματισμό» που συμβαίνει σε μπάντες ταλαντούχων «παιχτών»: σε δυο τραγούδια ο Δημήτρης Καζάνης άφησε το βιολί του και έκατσε στα πλήκτρα μην έχοντας τίποτα να ζηλέψει από πιανίστες με περγαμηνές.

Υ.Γ.3. Όποτε «συναντιέμαι» με τη «Μάντισσα» αναρωτιέμαι για την πραγματική διείσδυσή της στο ακροατήριο, καθώς αυτό την υποδέχεται μάλλον «χλιαρά» σε σχέση με το ντόρο που έκανε. Το συνάντησα στο χειμερινό Passport δίπλα στο Φοίβο Δεληβοριά, το συνάντησα και χθες στο Ηρώδειο. Ίσως, τελικά, να είναι τραγούδι που απευθύνεται σε νεότερα ακροατήρια.

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!