Ο ανάλαφρος καλοκαιρινός «Μονόλογος για δύο» του Μουζουράκη

Στέκω αμήχανος μπροστά σε αυτή τη νέα κυκλοφορία. Δεν ξέρω πώς να την αντιμετωπίσω.
Αρχικά είχα χαρεί όταν έμαθα για την προοπτική της. Σταθερή μου πεποίθηση είναι ότι ο Πάνος Μουζουράκης είναι ένας από τους πιο δυναμικούς και προικισμένους τραγουδιστές των τελευταίων χρόνων. Τον έχω ακούσει πολλές φορές σε live εμφανίσεις του και τον έχω απολαύσει σε ερμηνείες τραγουδιών αγαπημένων, στα οποίο έδωσε κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό. Από τα πρώτα χρόνια του Σταυρού του Νότου, μέχρι τις πιο πρόσφατες εμφανίσεις του, ο Μουζουράκης μπορούσε να αποκαλύψει μια διαφορετική διάσταση σε τραγούδια που είχαμε συνηθίσει «κάπως» από τις πρώτες εκτελέσεις τους. Προσωπικά, δε, πάντοτε μου άρεσε στα λιγότερο «φωνακλάδικα» τραγούδια, αλλά αναγνώριζα κιόλας τις ικανότητές του στο «γκάζι» και την ένταση. Χαρακτηριστικά παραδείγματα των παραπάνω: το δικό του «Φεύγω» (μουσική - στίχοι: Ορφέας Περίδης) με το οποίο έκλεινε τα προγράμματα στο Οξυγόνο, το δικό του «Όταν έχω εσένα» (μουσική: Σταμάτης Κραουνάκης - στίχοι: Σταμάτης Κραουνάκης/Λάκης Λαζόπουλος) και το δικό του «Πιο γλυκό κομμάτι της ζωής» (μουσική: Στέφανος Κορκολής - στίχοι: Βαγγέλης Κωνσταντινίδης).

Με αυτά στο μυαλό, περίμενα με αγωνία το δίσκο του σε μουσική και στίχους του Μανώλη Φάμελλου. Σκεφτόμουν ότι ένας δημιουργός σαν το Φάμελλο θα κατάφερνε να εκμεταλλευτεί τις αρετές του ερμηνευτή του. Το «Χρυσό αυγό» που έδωσε ένα πρώτο στίγμα, αλλά κυρίως ο «Αύγουστος» που το ακολούθησε, με κατέστησαν συγκρατημένα αισιόδοξο. Δυστυχώς, η συνέχεια δεν ήταν η αναμενόμενη. Ο «Μονόλογος για δύο» παρά τις αφετηριακές περγαμηνές του δεν φώλιασε στην καρδιά μου. Το γενικό ερωτικό κλίμα που τον διέπει, με ενορχηστρώσεις «χαλαρές» που εφαρμόζουν συνήθως σε beach bars του καλοκαιριού και μια ανεμελιά στο στίχο, καθόλου δεν μου ταιριάζουν προσωπικά. Διαβάζω και ξαναδιαβάζω, για παράδειγμα, τους στίχους από το «Κάτω απ’ το φοινικόδεντρο» και προσπαθώ να το εξηγήσω με κάποιο τρόπο, να το εντάξω σε μια σημερινή πραγματικότητα: ένα τραγούδι «ξένο» που ενδεχομένως περιγράφει μια σκηνή από ταινία, σίγουρα ανάλαφρη - μεσημεριανής προβολής. Ως αλληγορικό, από την άλλη, πλασάρεται το «Φωτόσπαθο», αλλά η όποια έξυπνη ιδέα το γέννησε δεν μετουσιώθηκε σε κάτι εμπνευσμένο, αλλά σε ένα ευφυολόγημα με περιορισμένο αριθμό αποδεκτών. Και από πίσω του η κυριαρχούσα ιδεοληψία: φταίνε πάντοτε οι άλλοι (αν και φταίει -φυσικά- κι «εκείνη») κι εγώ παίρνω το φωτόσπαθό μου για να «βάλω μια τάξη». Αλήθεια τώρα; Πόσα να περισώσει η καλή μουσική τελικά; Γιατί οι μουσικές του δίσκου είναι καλές. Αλλά δεν φτάνουν. Ή τουλάχιστον δεν μου φτάνουν εμένα.

Μπορεί να γίνομαι αυστηρός, μπορεί να το παρακάνω μάλιστα, αλλά το τραγούδι για μένα είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Εκτός όλων των άλλων γεννά προσδοκίες στον συνειδητοποιημένο ακροατή του. Προσδοκίες ειδικά από τους καλλιτέχνες εκείνους που το έχουν προικίσει με σπουδαία έργα κατά το παρελθόν. Ο «Μονόλογος για δύο» συνολικά είναι ένας καλοκαιρινός ανάλαφρος δίσκος, με συγκεκριμένα συστατικά και ιδιότητες, που θα ευδοκιμήσει προσωρινά λόγω της εποχής, αλλά δύσκολα θα μακροημερεύσει. 

Στο γενικό κλίμα της δουλειάς χάνεται και ένα πραγματικά σπουδαίο τραγούδι, το ομώνυμο, που αντιμετωπίζει με ρεαλισμό και θάρρος τις σχέσεις των σύγχρονων ζευγαριών πέρα από κλισέ και φανφάρες που παραπέμπουν στα Άρλεκιν. Αυτό μάλιστα. Τι σχέση έχει, όμως, με φωτόσπαθα, φοινικόδεντρα και δανεικά κλισέ του τύπου: «ο ουρανός θα πέσει στο κεφάλι μου» (που απαντάνται δυο φορές στο δίσκο, τόσο στο «Ένα μικρό χρυσόψαρο», όσο και στο «Καμμένο Χαρτί»);

Video

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!