«Αδέλφια μου Αλήτες Πουλιά»: Στο αέναο ταξίδι

Μια ταινία πολύ ιδιαίτερη στην ελληνική φιλμογραφία
*Γράφει ο Γιάννης Παπαδημητρόπουλος

Το «Αδέλφια μου, Αλήτες, Πουλιά» είναι μια ταινία πολύ ιδιαίτερη στην ελληνική φιλμογραφία, που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί εν πολλοίς μοναδική.

Η υπόθεση είναι αρκετά συνηθισμένη: Δυο νέοι ερωτεύονται, όμως λόγω εξωτερικών παραγόντων δε μπορούν να ζήσουν μαζί. Ένας τρίτος διεκδικεί την κοπέλα, την αποκτά χάρη σε ένα συνδυασμό κοινωνικής πίεσης, χειρισμών και πείσματος από όλες τις πλευρές, αλλά αυτή δεν μπορεί ποτέ να ξεχάσει τον πρώτο της έρωτα. Ο νέος γοητεύεται από μια σαγηνευτική ξένη και υποσχέσεις μιας διαφορετικής ζωής, όμως κι αυτός τελευταία στιγμή δεν απαρνιέται την αγάπη του, ούτε όμως και τον εαυτό του και τα δικά του θέλω. Το τέλος είναι τραγικό, με την αγάπη αυτή να μην μακροημερεύει, καθώς ο θάνατος χωρίζει τους δυο εραστές. Σε γενικές γραμμές όσα θα μπορούσαμε να περιμένουμε από μια αισθηματική ταινία των αρχών της δεκαετίας του 1970 που θα ήταν εν πολλοίς αδιάφορη και σίγουρα καθόλου διαχρονική. Εδώ όμως δε μιλάμε για κάτι τέτοιο.
3 1293698041 1

Η ταινία του 1971, σε σκηνοθεσία Οδυσσέα Κωστελέτου και σενάριο Ηλία Λυμπερόπουλου (που έχει γράψει και τους στίχους των πασίγνωστων τραγουδιών του soundtrack) έχει μια σημαντική ιδιαιτερότητα. Δε διαδραματίζεται στην Ελλάδα, ούτε οι ήρωες έχουν τα κλασσικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων της εποχής. Ο τόπος και ο χρόνος της ιστορίας μας δεν προσδιορίζονται επακριβώς, έχοντας μια χροιά «παραμυθιού». Όλοι σχεδόν οι πρωταγωνιστές ανήκουν σε μια φυλή Τσιγγάνων, τα «Παιδιά του Ήλιου», που ζουν περιπλανώμενοι στις πεδιάδες και στους λόφους μιας περιοχής που μοιάζει με την Κεντρική Ευρώπη ή τα Βαλκάνια, μεταξύ 1000-1700 μ.Χ., αλλά δε δηλώνεται ευθαρσώς. Ακριβώς γιατί ο τόπος κι ο χρόνος δεν έχουν καμιά σημασία στην ιστορία μας, ούτε στα μηνύματα που το έργο θέλει να αποκομίσουμε ως θεατές.

Πέρα από την υψηλή ποιότητα παραγωγής, τα κοστούμια, τα γυρίσματα αποκλειστικά σε εξωτερικούς χώρους, το μακιγιάζ (σήμερα ίσως το χαρακτηρίζαμε καταδικαστικά «blackface») τις άμαξες και τα άλογα, τη διαχρονική μουσική, τις ερμηνείες του Τόλη Βοσκόπουλου, της Τόνιας Καζιάνη, της Δώρας Σιντζάνη και του εκπληκτικού Ανέστη Βλάχου, νοηματικά η ταινία είναι μια σύνοψη της ζωής και της ανθρώπινης κατάστασης: Τα «Παιδιά του Ήλιου» είμαστε όλοι οι άνθρωποι που ζούμε κάτω από τον Ήλιο και το αέναο ταξίδι τους είναι η ζωή μας, το δικό μας ταξίδι, με τις καλές και τις κακές στιγμές του, με τη χαρά και τον πόνο, με την ξεγνοιασιά και τις ευθύνες, με τις επιλογές και τις συνέπειές τους.

12744418 188319904862935 6851569605262183062 n
"Είμαστε καταδικασμένοι να περπατάμε. Περπατάω σημαίνει είμαι λεύτερος. Είμαστε καταδικασμένοι να είμαστε λεύτεροι. Λεύτεροι να υποφέρουμε, λεύτεροι να τραγουδάμε" λέει ο πατέρας Ζίνγκο τη νύχτα πριν πεθάνει στο γιο Βαντάρ, κάπου στην αρχή της ταινίας, εγκλωβίζοντας στα λόγια αυτά όλη την ουσία της ιστορίας κι όλο το συμβολικό και φιλοσοφικό της υπόβαθρο. Η απόλυτη ελευθερία των «Παιδιών του Ήλιου» είναι παράλληλα και η κατάρα τους. Είναι τελείως ελεύθερα να αποφασίσουν για τη ζωή τους, να κάνουν τις επιλογές τους, όμως πρέπει να ζήσουν με τις συνέπειες των πράξεών τους, θετικές ή αρνητικές. Κανείς δεν μπορεί να τους εγγυηθεί την ευτυχία ή την επιτυχία, πρέπει να αγωνίζονται συνεχώς ενάντια στα στοιχεία της φύσης, στις προκαταλήψεις των ανθρώπων και στα δικά τους πάθη. Τίποτα δεν είναι σίγουρο και οριστικό, μόνο το συνεχές ταξίδι τους, που συμβολίζει το διαρκές ταξίδι της ζωής μας. Εξάλλου στην πρώτη σκηνή της ταινίας, ο αφηγητής δηλώνει καθαρά πως είναι μια μόνο από τις πολλές ιστορίες που μπορούν να ειπωθούν για τη συγκεκριμένη φυλή, για τις περιπέτειες και τις περιπλανήσεις τους. Όλα αυτά ισχύουν για εμένα, εσένα, τον κάθε άνθρωπο που έζησε και θα ζήσει. Η περιπλάνηση σε τόπους, τρόπους ζωής, σκέψεις και συναισθήματα είναι το μόνο σταθερό σημείο της ανθρώπινης ύπαρξης.
12705179 188320662861 8390925927687540298 n
Το αχρονικό και ατοπικό στοιχείο της ταινίας υπάρχει ακριβώς για να κατανοήσουμε το πανανθρώπινο μήνυμά της, πέρα από εποχές, περιοχές, πέρα από χρώμα, θρησκεία και κάθε άλλη διαφοροποίηση. Ο Βαντάρ, ο Καρατζάι, η Μάιρα, ο Ζίνγκο, ο γερό-Ζαβούρ και τα άλλα μέλη της φυλής είμαστε όλοι μας που ζούμε κάτω από τον Ήλιο, πάνω στη γη. Περιπλανιόμαστε, αγαπάμε, γλεντάμε, πονάμε, κερδίζουμε και χάνουμε, ζούμε τα πάθη μας, τα καλά και τα κακά στοιχεία του χαρακτήρα μας, διαμορφωνόμαστε μέσα από τις εμπειρίες μας και ποτέ δεν είμαστε οι ίδιοι άνθρωποι που ήμασταν την προηγούμενη ημέρα. Όπως και στον Παλαμά, ο «Τσιγγάνος» της ταινίας είναι το πανίσχυρο σύμβολο της ελεύθερης ψυχής, που οδηγεί μπροστά τον Άνθρωπο προς το πεπρωμένο του, υπερπηδά όλα τα εμπόδια και δημιουργεί συνεχώς την επόμενη ημέρα με τον κόπο του και την αξία του, χωρίς να κοιτά πίσω προς το παρελθόν, μόνο προς τα διδάγματα που αποκόμισε.
Screen Shot 2018 11 21 at 11.07.42
Όλοι μας είμαστε «Τσιγγάνοι», που θα συνεχίσουμε το αέναο ταξίδι μας γιατί αυτό είναι που κάνουμε, αυτό μας καθορίζει ως ανθρώπινα πλάσματα. Δεν υπάρχει προορισμός πέρα από τον πραγματικό εαυτό μας, που εκδηλώνεται με τις αποφάσεις μας και με την ελεύθερή μας Βούληση, τον ώριμο εαυτό που ξέρει να επιλέγει και να δέχεται τις συνέπειες των πράξεών του. ΕΜΕΙΣ είμαστε πάντα ο προορισμός μας!

Είχαμε πει σε προηγούμενη ευκαιρία, ότι η μεγάλη Τέχνη έχει αξία πανανθρώπινη, γιατί εξετάζει μοτίβα, φόβους, ελπίδες κι εμπειρίες κοινές για όλους. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για παραγνωρισμένα, λιγότερο γνωστά ή και θεωρούμενα από το ευρύ κοινό ως «γραφικά» έργα τέχνης και η συγκεκριμένη ταινία ανήκει σε αυτά. Ας τα ανακαλύψουμε
*Ο Γιάννης Παπαδημητρόπουλος είναι Πολιτιστικός Διαχειριστής και αρθρογράφος

Video

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!