Ο Ξαρχάκος, η Πρωτοψάλτη και οι «προσδοκίες» στο Ηρώδειο

Από την επιστήμη της ψυχολογίας, ως την επιστήμη της μουσικολογίας και σε όλες τις ενδιάμεσες επιστήμες κυριαρχεί ένας «νόμος»: κακό πράγμα οι προσδοκίες.
Από πού να το πιάσεις και από πού να το αφήσεις; Στις ανθρώπινες σχέσεις; Στα πειράματα μιας νέας θεραπείας; Στη διατύπωση μιας καινοτόμου θεωρίας; Στην προσμονή της καλλιτεχνικής επιτυχίας ενός «άχαστου» σχήματος; Όλοι έχουμε συμφωνήσει κατά το παρελθόν ότι δεν πρέπει να προσδοκούμε το παραμικρό, αλλά να μπαίνουμε σε κάθε εμπειρία «ανοιχτοί» και έτοιμοι για όλα. Καλά ως εδώ. Είναι, όμως, πάντοτε εύκολο αυτό; Και πόσο συχνά συμβαίνει τελικά να αναμένουμε κάτι που άλλοτε έρχεται και άλλοτε μας «στήνει»; Και πόσο μεγάλη είναι τελικά η ευχαρίστηση στην πρώτη περίπτωση και πόσο απογοητευτική μπορεί να γίνει η δεύτερη εκδοχή;

Μην παρεξηγηθώ. Καμία προσδοκία μου δεν έμεινε μετέωρη από τη χθεσινοβραδινή (24/9) «Συνάντηση» του Σταύρου Ξαρχάκου με την Άλκηστη Πρωτοψάλτη στο Ηρώδειο.

Πραγματικά, ό,τι περίμενα, ό,τι έλπιζα, ό,τι φανταζόμουν ήταν εκεί:

-Μια καλοδουλεμένη εννεαμελής ορχήστρα από δεξιοτέχνες διαλεχτούς που «χρωμάτισαν» με νέο τρόπο πασίγνωστα «διαμάντια» της ιστορίας του ελληνικού τραγουδιού και της πορείας του Σταύρου Ξαρχάκου.

-Μια τραγουδίστρια – φαινόμενο, αλάνθαστη, που κάνει τα δύσκολα εύκολα με τρόπο ανεπιτήδευτο, σχεδόν άκοπα, αλλά με επιστήμη και φροντίδα σε κάθε (ερμηνευτική και μη) λεπτομέρεια – ακόμα και ο τρόπος που βαδίζει ή στέκεται (ακόμα – ακόμα και που ντύνεται) στη σκηνή συμβάλει στη συνολική αισθητική του προσφερόμενου θεάματος.

-Ένας μαέστρος – χορευτής σαμάνος (το έχω ξαναγράψει), που κατορθώνει να συμπαρασύρει με το πάθος του εννέα «παιχταράδες», να τους μετατρέπει σε «ορχηστρική γροθιά» και εκείνοι από τη μεριά τους να τον βοηθούν να «ξαναδεί» το ίδιο του το έργο από διαφορετικές οπτικές γωνίες και να «φωτίσει» πτυχές του που δεν ήταν ευρέως γνωστές στο ακροατήριο.

Αν, στα παραπάνω συστατικά, προσθέσετε την επιβλητικότητα του Ηρωδείου που δημιουργεί κατανυκτική ατμόσφαιρα, τα μεγάλα τραγούδια και την ασφυκτική συμμετοχή του ακροατηρίου, εύκολα καταλαβαίνετε ότι χθες βράδυ, όσοι παραβρεθήκαμε εκεί, ζήσαμε μια απολύτως επιτυχημένη και συγκινητική βραδιά. Μια βραδιά αναμνήσεων, αλλά και συγκρίσεων (σ.σ. τα περισσότερα από τα τραγούδια του Σταύρου Ξαρχάκου ευτύχησαν να έχουν για πρώτους ερμηνευτές μεγάλους «απόντες» τραγουδιστές) με θετικότατο τελικό πρόσημο.

Η Πρωτοψάλτη ανταπεξήλθε εις το ακέραιο στο έργο που της ανατέθηκε από το Σταύρο Ξαρχάκο. Ερμήνευσε τραγούδια «στιγματισμένα» από τραγουδιστές όπως η Βίκυ Μοσχολιού και ο Νίκος Ξυλούρης που κατάφερε να «κάνει δικά της» παρουσιάζοντας μια πιο σύγχρονη ερμηνευτική εκδοχή τους. Σε αυτό, προφανώς, συνέβαλε ο συνθέτης που τη διάλεξε και της «έφτιαξε» φιλόξενο, ταιριαστό και γόνιμο ηχοτοπίο προκειμένου εκείνη να «ανθίσει» εντός του.

Περνούν τα χρόνια και αναλογίζομαι συχνά σε ποιον μπορεί να παραδοθεί η «σκυτάλη»; Ποιος ερμηνευτής της νέας γενιάς θα επικοινωνεί τα τραγούδια του Ξαρχάκου και των άλλων μεγάλων στα χρόνια που θα έρθουν; Δεν μελαγχολώ. Απλώς έχω την αίσθηση ότι μπορεί να ψάχνουμε και σε λάθος κατεύθυνση τους διαδόχους. Στα χρόνια που θα έρθουν, μακάρι, οι ερμηνείες να κρίνονται περισσότερο από το συναίσθημα και όχι από το όνομα του τραγουδιστή ή την τεχνική του αρτιότητα.

Χθες βράδυ, για παράδειγμα, εξεπλάγην ευχάριστα από τα «Μάτια Μπλε» (στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος) με τον τρόπο που τα τραγούδησε ο Νεοκλής Νεοφυτίδης «ταμπουρωμένος» πίσω από το πιάνο του. Γιατί δεν τα τραγούδησε. Τα ένιωσε και τα επικοινώνησε. Και αυτή η στιγμή της βραδιάς ουδόλως προσδοκώμενη ήταν, αλλά εντελώς καλοδεχούμενη προέκυψε. Γιατί, καλές οι προσδοκίες όποτε εκπληρώνονται, αλλά ακόμα καλύτερες οι εκπλήξεις, ειδικά όταν χαρίζουν «ανατριχίλες».


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates