Σοφία Παπάζογλου: «Αναρωτιέμαι γιατί δεν παίζουν λαϊκά τραγούδια στα ραδιόφωνα»

(ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ) Μιλάει στο Ogdoo.gr για την «Λωξάντρα», τις συναυλίες και τη δισκογραφία της και την κατάσταση στην ελληνική ραδιοφωνία

Η «Λωξάντρα» ταξιδεύει σε όλη την Ελλάδα

Με μια μεγάλη περιοδεία, που θα ξεκινήσει στις 28 Ιουνίου από το Κατράκειο, η θρυλική «Λωξάντρα» της Μαρίας Ιορδανίδου, που γνώρισε μεγάλη επιτυχία τον περασμένο χειμώνα στο θέατρο «Βεάκη», θα ταξιδέψει το φετινό καλοκαίρι σε όλη την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η θεατρική μεταφορά είναι του Άκη Δήμου, η σκηνοθεσία του Σωτήρη Χατζάκη, η μουσική του Ανδρέα Κατσιγιάννη, τα σκηνικά και τα κοστούμια της Έρσης Δρίνη, οι φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου, οι χορογραφίες της Δήμητρας Γρατσιούνη και οι φωτογραφίες της Μαριλένας Αναστασιάδου.

Συμμετέχει ένας πολυπληθής θίασος ηθοποιών και μουσικών, με επικεφαλής την Ελένη Κοκκίδου (Λωξάντρα), τον Γιώργο Αρμένη (Δημητρός), τον Μιχάλη Μητρούση, την Ευαγγελία Μουμούρη, τη Χρύσα Παπά και την Σοφία Παπάζογλου (τραγουδίστρια Ευθαλία), που για πρώτη φορά στην καριέρα της πραγματοποιεί ένα διαφορετικό, θεατρικό ρόλο.

Έχοντας αυτή τη σημαντική αφορμή, συναντήσαμε πριν από λίγες μέρες την Σοφία Παπάζογλου και μας μίλησε για τη συμμετοχή της στην παράσταση, για τα επόμενα συναυλιακά και δισκογραφικά σχέδιά της, αλλά και για την κατάσταση στη ραδιοφωνία της σημερινής εποχής…

Συζητώντας με την Σοφία Παπάζογλου

Σοφία πώς προέκυψε η συμμετοχή σου σε αυτή τη θεατρική παράσταση;
Αυτή η παράσταση παιζόταν όλο το χειμώνα στο Θέατρο Βεάκη. Κάποια στιγμή η Ελένη Τσαλιγοπούλου θέλησε να κάνει κάποιες συναυλίες κι έτσι χρειάστηκε να αντικατασταθεί. Έτσι ο Ανδρέας Κατσιγιάννης, με τον οποίο γνωριζόμαστε χρόνια, πρότεινε εμένα για αυτό το ρόλο.

Ο Κατσιγιάννης έχει γράψει πρωτότυπη μουσική ή επιμελήθηκε παλιό υλικό;
Όχι, δεν είναι πρωτότυπη η μουσική. Νομίζω πως έχει κι ένα δυο δικά του ορχηστρικά, αλλά τα τραγούδια είναι παλιά σμυρνέικα, οπότε αφού μου το πρότεινε, δέχθηκα γιατί μου φάνηκε πολύ ωραίο σαν ιδέα κι ήθελα να το δοκιμάσω. Ουσιαστικά έπαιξα με μισή πρόβα.

Δηλαδή έχεις ξαναπαίξει στις παραστάσεις του χειμώνα;
Ναι, ναι. Έπαιξα σε πέντε παραστάσεις, προς το τέλος κι επειδή, η Ελένη ήθελε το καλοκαίρι να κάνει δικές της συναυλίες και δεν μπορούσε να το συνδυάσει, οι ηθοποιοί πρότειναν ανεπιφύλακτα εμένα, γιατί τα πήγα καλά. Είναι πραγματικά κάτι πρωτόγνωρο για μένα, τελείως διαφορετικό κι έτσι όπως στήνεται όλο αυτό το σύστημα των ηθοποιών, είναι πολύ διαφορετικό από το δικό μας, σε πολλά επί μέρους θέματα.

Δεν είχες ασχοληθεί ποτέ με κάτι αντίστοιχο;
Όχι ποτέ.

Τη σειρά την παρακολουθούσες όταν παιζόταν στην τηλεόραση;
Βέβαια, μας άρεσε πολύ και την βλέπαμε ανελλιπώς, γιατί, όπως ξέρεις, είμαι και Θεσσαλονικιά, έχω ποντιακή καταγωγή, όλοι γύρω μας ήταν Μικρασιάτες, Πόντιοι, Θρακιώτες, Κωνσταντινουπολίτες, έμενα στην Τούμπα, κοντά στα Κωνσταντινουπολίτικα, οπότε μου ήταν κάτι πολύ οικείο, ήταν δικό μας πράγμα. Κι όταν έπαιξα μου ήταν επίσης πολύ οικείο. Γιατί «Λωξάντρες» έχουμε πολλές εμείς. Οι γιαγιάδες μας ήταν όλες «Λωξάντρες», με τα φαγητά τους, οι γυναίκες προσπαθούσαν να φέρουν βόλτα το σπίτι, τα παιδιά, τα εγγόνια, τις νύφες, τους γαμπρούς κλπ.

Πόσο δύσκολο είναι να ενσωματωθεί μια λαϊκή τραγουδίστρια, που δεν έχει ξανακάνει κάτι παρόμοιο, σε ένα θεατρικό σύνολο;
Δεν δυσκολεύτηκα ιδιαίτερα. Βέβαια είχα πολύ άγχος την πρώτη μέρα, γιατί έχει ένα μονόλογο, έχει πρόζα, δεν τραγουδάω μόνο και πρέπει να έχεις το νου σου, πότε μιλάς, πρέπει να βγεις μπροστά. Συμμετέχω δηλαδή και στο θεατρικό δρώμενο. Με βοήθησαν πάρα πολύ όλοι οι ηθοποιοί. Είναι ομαδικό «άθλημα» το θέατρο, ο ένας βοηθάει τον άλλο, δεν γίνεται αλλιώς. Και πρέπει κι ο ένας να προσπαθεί να αναδείξει τον άλλο. Δηλαδή όσο καλύτερα παίζεις, τόσο καλύτερα είναι για όλους κι αυτό είναι πολύ ωραίο. Ενώ το να τραγουδάς είναι αλλιώς. Το έκανα λοιπόν πολύ εύκολα, την πρώτη μέρα είχα πολύ άγχος, αλλά από κει και πέρα κύλησε πολύ γρήγορα. Το μεγάλο άγχος ήταν οι πέντε - έξι σειρές που είχα να πω την ώρα που πεθαίνει ο Δημητρός, ο άντρας της Λωξάντρας. Είναι η κηδεία και είναι όλοι μαζεμένοι και λέει αυτή για το Δημητρό και της λέω κι εγώ ότι έχασα τη μάνα μου κλπ. Είναι δύσκολη για μένα και για έναν άλλο λόγο αυτή η συγκεκριμένη σκηνή. Γιατί έχω χάσει τη μητέρα μου όταν ήμουν δεκαεννιά χρονών, οπότε υπάρχει και μια μεγάλη συγκίνηση έτσι κι αλλιώς…

Σου έρχονται μνήμες;
Υπάρχουν ήδη οι μνήμες αυτές. Έχει πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, οπότε εντάχθηκα πολύ γρήγορα, δεν ήταν, ας πούμε, μοντέρνο θέατρο. Δεν ξέρω αν εκεί μπορούσα να ανταπεξέλθω.

Να περιμένουμε δηλαδή μια ανάλογη συνέχεια, παράλληλα με το τραγούδι ή ότι ήθελε προκύψει;
Σίγουρα ότι ήθελε προκύψει. Αν χρειαστεί, αν μου το ξαναπροτείνουν θα το ξανακάνω, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ. Είναι κάτι πολύ διαφορετικό. Κι όπως μου λένε οι φίλοι, έχω και λίγο το «θεατράλε» όταν τραγουδάω. Ήδη μου έχουν προτείνει κάποια πράγματα, που δεν είναι ακόμα σίγουρα. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον όλο αυτό. Γιατί φοράς αυτά τα ρούχα, μπαίνεις σε άλλη εποχή, επαναλαμβάνω όμως ότι αν πρόκειται για μοντέρνο θέατρο, δεν είμαι ηθοποιός, δεν μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο. Αλλά αν είναι για παραστάσεις που αφορούν και το τραγούδι, συνδυαστικά μπορώ να το κάνω.

Θα κάνετε μεγάλη περιοδεία;
Θα γίνει μια πολύ μεγάλη περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Ξεκινάμε από 28 Ιουνίου στο Κατράκειο, θα ακολουθήσουν πολλές παραστάσεις στου Παπάγου, στο Βύρωνα, στην Πετρούπολη κλπ κι από κει και πέρα πάμε στην Κρήτη και σε όλη την Ελλάδα ενώ θα δώσουμε και πέντε παραστάσεις στην Κύπρο τον Σεπτέμβρη. Κάθε μέρα θα είμαστε σε άλλη πόλη.

Δηλαδή θα βγαίνετε καλοκαιριάτικα και θα παίζετε μ’ αυτά τα ρούχα; Πώς θα το αντιμετωπίσετε αυτό; Θα κάνετε καινούργια κοστούμια, καλοκαιρινά;
Αυτό το έλεγαν τα παιδιά και το χειμώνα. «Πώς θα τη βγάλουμε στην περιοδεία μ’ αυτά τα ρούχα;» Είναι βαριά ρούχα, τα υφάσματα χοντρά, τι να κάνουμε; Η παράσταση είναι αυτή. Δεν μπορούμε να κάνουμε καινούργια ρούχα, λινά ας πούμε…΄
 
Όλα αυτά τα χρόνια έχεις ασχοληθεί με το θεατρικό τραγούδι, με τραγούδια δηλαδή που γεννήθηκαν από θεατρικές παραστάσεις; Τα έχεις τραγουδήσει;
Δεν έχω ασχοληθεί ιδιαίτερα, τα ξέρω βέβαια, ειδικά του Χατζιδάκι τα ξέρω. Δεν έχω ασχοληθεί, αλλά θα πρέπει να υπάρχει πολύ υλικό. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον, αλλά χρειάζεται ψάξιμο. Είναι τόσο μεγάλος ο μουσικός πλούτος μας στην Ελλάδα. Με τη συνεργασία με τη Λαϊκή Ορχήστρα «Μίκης Θεοδωράκης» που κάνουμε συναυλίες, άνοιξε πάρα πολύ το ρεπερτόριό μου. Υπήρχαν τραγούδια που δεν τα ήξερα…

Όπως;
«Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα» που είναι η ποίηση του Ελύτη, που είναι καταπληκτικό τραγούδι. Ένα τραγούδι που για κάποιο λόγο δεν μου άρεσε και δεν μπορούσα να το ακούω ήταν το «Της αγάπης αίματα».

Ίσως από την υπερβολική «χρήση» και ακρόαση του τραγουδιού;
Όχι. Δεν ξέρω γιατί, αλλά δεν μου άρεσε. Κάποια στιγμή μου είπε η Μαργαρίτα (Θεοδωράκη) «Θα πεις το Της αγάπης αίματα». Της λέω «Μαργαρίτα μου δεν μπορώ να πω αυτό το τραγούδι, είναι αντρικό». «Όχι θα το πεις». Κι όταν το είπα, λέω «Χριστέ μου τι τραγουδάρα είναι αυτή! Τι τραγούδι είναι αυτό!». Το αγαπάω πλέον, μαζί με τα «Περβόλια», περισσότερο απ’ όλα. Είναι συγκλονιστικό τραγούδι. Συγκλονιστικό. Κι έτσι άνοιξε πολύ το ρεπερτόριό μου με τραγούδια του Μίκη. Ένα άλλο που δεν ήξερα και το αγάπησα πολύ είναι το «Στο παζάρι του ληστή» του Μάνου Ελευθερίου. Τώρα θα πω και το «Βασίλεψες αστέρι μου» και το «Στο παραθύρι στέκοσουν» από τον «Επιτάφιο» του Γιάννη Ρίτσου, που κι αυτά δεν τα έχω ξαναπεί. Τα ξέρω μεν, αλλά δεν τα έχω πει.

Τον «Επιτάφιο» δεν τον έχεις τραγουδήσει ποτέ ολοκληρωμένο;
Όχι, μεμονωμένα μόνο. «Πού πέταξε τ’ αγόρι μου», «Ήσουν καλός κι ήσουν γλυκός»…

Θα σου πήγαινε ο «Επιτάφιος». Εγώ βάζω ιδέες τώρα… (γέλια)
Εσύ βάζεις ιδέες. Καλά κάνεις. Ναι είναι ωραίο αυτό που λες. Και «Το τραγούδι του νεκρού αδελφού» είναι από τα πολύ αγαπημένα μου. Σου λέω, άνοιξε πολύ αυτό το ρεπερτόριο για μένα κι αυτό είναι και το ωραίο της δουλειάς μας. Είναι τόσο μεγάλο το ρεπερτόριό μας κι έχουμε τόσο ωραία τραγούδια, που αν ψάξεις βρίσκεις ανεκτίμητους θησαυρούς.
 
Η «Λωξάντρα» πόσα τραγούδια έχει;
Δεν έχει πολλά τραγούδια. Έχει το «Σύρε να πεις της μάνας σου να κάνει κι άλλη γέννα», «Ήθελα να ‘ρθω το βράδυ μ’ έπιασε ψιλή βροχή», έχει το «Μανέ της καληνυχτιάς», που είναι ένα πολύ δύσκολο τραγούδι, έχει το «Όγλαν, όγλαν καλκ γκιντελίμ», το τούρκικο που το ξέρουμε από τον Στέλιο Καζαντζίδη, γιατί η ιστορία διαδραματίζεται στην Πόλη αλλά και αργότερα στον Πειραιά.

Θα υπάρχει ορχήστρα που θα παίζει ζωντανά στη σκηνή;
Το καλοκαίρι δυστυχώς όχι. Μόνο από cd. Το χειμώνα είχε.

Θα παίζει δηλαδή το play back της ορχήστρας και θα τραγουδάς ζωντανά από πάνω;
Θα παίζει το play back και θα τραγουδάω εγώ, οπότε θα πρέπει να έχω το νου μου, πάρα πολύ. Ένα λάθος να κάνω, εκεί δεν διορθώνεται. Πρέπει να είμαι «καρφί»…

Υπάρχει η προοπτική της κυκλοφορίας κάποιου δίσκου με τα τραγούδια της παράστασης;
Δε νομίζω γιατί δεν τα λέω ολόκληρα μέσα στην παράσταση. Λέω αποσπάσματα γιατί η παράσταση είναι πολύ μεγάλη. Και τώρα το καλοκαίρι πιστεύω πως θα πρέπει να κοπούν κάποιες σκηνές και κάποια λόγια.

Πόση ώρα διαρκούσαν περίπου οι χειμερινές παραστάσεις;
Νομίζω πως ήταν τρεις ώρες, με το διάλειμμα.
 
Υπάρχουν άλλα σχέδια εκτός από τη «Λωξάντρα»;
Το καλοκαίρι θα κάνω κι άλλες συναυλίες. Στις 24 Ιουνίου θα είμαι στο Καλλιμάρμαρο στη μεγάλη συναυλία για τον Μίκη Θεοδωράκη, στις 29 Ιουλίου θα τραγουδήσουμε Μίκη Θεοδωράκη στο Βραχάτι, μαζί με τον Γιώργο Νταλάρα και τον Δημήτρη Μπάση, έχω κάποιες δικές μου κι έχω κάποιες συναυλίες με το αφιέρωμα στον Μανώλη Ρασούλη με τον Θοδωρή τον Κοτονιά. Με τον Θοδωρή έχουμε «κουμπώσει» πολύ ωραία, κάνουμε πολύ ωραία παρέα, είναι πολύ ωραίος καλλιτέχνης, τον αγαπώ, τον εκτιμώ και τον θαυμάζω πολύ. Ξέρεις τι γίνεται; Φέτος πέφτουν πολλές προτάσεις, αλλά δεν έχω καμία ημερομηνία κενή. Είναι δηλαδή σχεδόν δυο μήνες, Ιούλιος και Αύγουστος στο «φουλ».

Για το φθινόπωρο υπάρχει κάτι στα σκαριά;
Κάτι συζητάω, έπεσε μια ιδέα, αλλά ακόμη είναι νωρίς, δεν έχω κλείσει κάτι σίγουρο. Στα δισκογραφικά, μετά από μια ιδέα που μου έδωσες πέρσι, θα κάνουμε μαζί μια συλλογή με τραγούδια από τις συμμετοχές μου σε δίσκους άλλων καλλιτεχνών, μαζί με δυο - τρία καινούργια τραγούδια. Επίσης, θα κάνουμε με τον Πάρη Μήτσου και τον Βασίλη Κετεντζόγλου τον κιθαρίστα κάποια τραγούδια που θα κυκλοφορήσουν σε δίσκο 45 στροφών, σε αυτή τη σειρά που βγάζει ο Πάρης στο «Δίκτυο», ενώ ο Χρήστος Νικολόπουλος θέλει να κάνει ένα δίσκο με στίχους του Ρασούλη και θα συμμετάσχω. Όταν είχαμε συνεργαστεί με τον Μανώλη, του είχα ζητήσει να μου γράψει τραγούδια και μου έγραψε τρία στιχάκια. Θα πω δύο από αυτά που τα ’χει μελοποιήσει ο Νικολόπουλος κι ένα ακόμα που το έχω δώσει στον Παντελή Θαλασσινό και θα το συμπεριλάβουμε στο δίσκο με τις συμμετοχές. Υπάρχει επίσης ένας στίχος του Ηλία Κατσούλη, σε μουσική του Θαλασσινού που θα βάλουμε σε αυτό το δίσκο των συμμετοχών.
 
Την τελευταία τριετία έχεις παρουσιάσει τρεις ολοκληρωμένους δίσκους. Δυο με καινούργια τραγούδια (ένα με το Χρίστο Τσιαμούλη κι ένα με τον Παναγιώτη Στεργίου) κι έναν με επανεκτελέσεις παλιών λαϊκών. Ποια ήταν η αποδοχή αυτού του υλικού από τον κόσμο;
Αποδοχή ευρεία δεν είχαν. Το Δεύτερο έπαιξε κάποια τραγούδια, υπάρχει κόσμος που έρχεται και τα ζητάει, αλλά κι αυτοί είναι περιπτώσεις. Είναι άνθρωποι που ψάχνουν, που ξέρουν, που δεν μένουν μόνο σε πέντε – έξι ονόματα και μπαίνουν στο youtube και ψάχνουν. Εμένα με ξέρουν χρόνια γιατί έχω και μεγάλη πορεία, μετράω πλέον εικοσιτέσσερα χρόνια. Όταν κάνω εμφανίσεις και μου τα ζητάνε χαίρομαι πάρα πολύ. Όμως τα ραδιόφωνα δεν παίζουν αυτά τα τραγούδια. Και τον δίσκο με τον Μανώλη Πάππο που είχα κάνει (σ.σ. «Όσα σου μοιάζουν»), όσο περνούν τα χρόνια τον ανακαλύπτουν και τον γνωρίζουν και περισσότεροι.

Εσύ στις συναυλίες σου που δεν έχουν συγκεκριμένο θέμα, συμπεριλαμβάνεις αυτά τα τραγούδια ή φοβάσαι μήπως δεν τα ξέρει ο κόσμος και δεν ανταποκριθεί;
Βάζω κάποια τραγούδια, αλλά ομολογώ ότι φοβάμαι, οπότε βάζω κάποια αλλά δεν το ρισκάρω κι εγώ. Βάζω κομμάτια από το «Ένα παράξενο ταξίδι», όπως τα «Περβόλια» ή το «Πού πάει η αγάπη όταν φεύγει» που είναι γνωστά, αλλά γενικά το φοβάμαι. Αν δηλαδή το ραδιόφωνο δεν παίξει ένα τραγούδι σταθερά και να πει ο κόσμος «Ώπα τι γίνεται;» δεν μπορείς να κάνεις επιτυχία. Και πρέπει να έχεις σταθερή υποστήριξη. Να επιμένεις. Από τους δίσκους που ανέφερες, παίζουν το «Φεύγω γεια σου, γεια σου» που είναι ντουέτο με τον Αλκίνοο…

Εντάξει, αυτό είναι ντουέτο, είναι και παλιό τραγούδι και γνωστό και εύθυμο…
Είναι και πολύ ωραία η διασκευή που έκανε ο Νίκος ο Γύρας και το παίξανε. Αλλά αυτός ο δίσκος «Ο χτύπος της καρδιάς μου» έχει μέσα και πολύ ωραία διασκευασμένα τραγούδια. Και με τους ΤΑΚΙΜ είναι πολύ ωραίο το «Τα φράγκα μου χαλάω» κι «Ο χτύπος της καρδιάς» που είναι λίγο jazz είναι ωραίο, αλλά δεν τα παίξανε. Τι να κάνω, να πάω να τους παρακαλάω; Δεν κάνω τίποτα…
 
Το κάνεις και μένει στην ιστορία η καταγραφή και αυτοί που ενδιαφέρονται πραγματικά θα το βρουν.
Έτσι είναι και νομίζω πως οι πιο πολλοί πλέον έτσι το κάνουμε. Να σου πω και κάτι άλλο; Έχει πολλά χρόνια να γίνει κάποιο σουξέ και να χαλάσει ο κόσμος. Πριν από είκοσι χρόνια όμως βγαίνανε κάθε χρόνο πάρα πολλά σουξέ. Ο κάθε τραγουδιστής έβγαζε το δικό του σουξέ, τώρα δεν συμβαίνει πια αυτό.

Το τελευταίο σουξέ που θυμάμαι ίσως να ’ναι «Τα κλειδιά» του Κοτονιά, η «Πριγκηπέσσα» του Μάλαμα, που κοντεύει να γίνει είκοσι χρονών σχεδόν, οι «Μέλισσες» του Καζαντζή και της Φωτάκη, το «Στα είπα όλα» του Πασχαλίδη και του Ιωάννου που κι αυτό μετρά αισίως δεκαέξι χρόνια, αυτά είναι…
Είναι μεμονωμένες περιπτώσεις λοιπόν. Και μιλάμε για μεγάλά σουξέ. Τις δεκαετίες του ’80 και του ’90 για παράδειγμα, έκανε κάθε χρόνο μια επιτυχία η Ελευθερία Αρβανιτάκη. Ήτανε και ωραία τραγούδια κι έχουνε μείνει μέχρι σήμερα. Τώρα πια, εδώ και πάρα πολλά χρόνια, δεν συμβαίνει αυτό. Νομίζω πως εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια. Αναρωτιέμαι όμως γιατί δεν παίζουν λαϊκά τραγούδια στα ραδιόφωνα. Όταν λέω λαϊκά, εννοώ ότι βγαίνουν τόσο ωραίες δουλειές, βγαίνουν ωραίοι λαϊκοί τραγουδιστές και τραγουδίστριες, γράφονται ωραία τραγούδια και δεν παίζονται. Και παίζονται συνεχώς τα ίδια και τα ίδια και τα ίδια, επειδή πληρώνουν στα ραδιόφωνα για να παίζονται. Επικρατεί ένα καθεστώς πολύ παράξενο, το οποίο δεν ξέρω πού θα βγάλει και δεν ξέρω και γιατί συμβαίνει αυτό. Αναρωτιέμαι από πού ξεκινάει και γιατί συμβαίνει όλο αυτό. Και μήπως θα έπρεπε να κάνουμε κάποια κίνηση όλοι οι τραγουδιστές ή τουλάχιστον όσοι δεν παιζόμαστε στα ραδιόφωνα. Εντάξει το Δεύτερο Πρόγραμμα μας παίζει…

Το Δεύτερο παίζει καθώς και κάποιες μεμονωμένες εκπομπές από δω κι από κει.
Τα ραδιόφωνα της ευρείας ακροαματικότητας παίζουν τα ίδια και τα ίδια. Παίζουν ένα «εντεχνοπόπ», ας το πω και βάζουν και κανένα σκυλαδικάκι από δίπλα για να πιάσουν όλο τον κόσμο, για να τους ακούνε και στα κομμωτήρια, ας πούμε. Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί συμβαίνει αυτό, το συζητάω κι αναρωτιέμαι τόσα χρόνια και ψάχνω να βρω τι μπορεί να γίνει για να υπάρξει μια δικαιοσύνη και μια αξιοκρατία. Θα ήθελα κάποια στιγμή να μαζευτούμε και να γίνει μια κίνηση, ίσως να κάνουμε κι ένα ραδιόφωνο.

Ίσως με μια συνέντευξη τύπου…
Ναι και να καλέσουμε κι αυτούς να μας πούνε γιατί το κάνουν αυτό.

Θα είχε πολύ μεγάλο ενδιαφέρον.
Κάπως να κινητοποιηθούμε. Δεν ξέρω τώρα, αν παίζονται συμφέροντα. Αν πληρώνουν οι εταιρείες κλπ, αυτό είναι ένα άλλο κομμάτι, που σ’ αυτό δεν μπορεί κανείς να επέμβει. Θα έπρεπε να υπάρχει μια δικαιοσύνη. Δεν μιλάω μόνο για μένα. Υπάρχουν άλλοι, νεότεροι. Είναι πολύ κρίμα, υπάρχουν πολλοί αξιόλογοι και δημιουργοί και ερμηνευτές.

Μένουνε σε τέσσερα, πέντε συγκεκριμένα πρόσωπα που «ανακυκλώνονται» διαρκώς. Και δεν έχω πρόβλημα να αναφέρω κάποια από αυτά. Καραμουρατίδης, Μποφίλιου, Ζουγανέλη, Μαραβέγιας, Χαρούλης κλπ Αυτό είναι το ελληνικό τραγούδι σήμερα.
Ακριβώς. Δεν έχει άλλους τραγουδιστές αυτή η χώρα; Δεν έχει άλλους που γράφουν τραγούδια; Και να σου πω κάτι; Εγώ δεν λέω να μην παίζονται αυτοί, να παίζονται. Αλλά δεν υπάρχει αντίπαλο δέος. Δεν υπάρχει κάτι από την άλλη πλευρά. Είναι σαν να ‘ναι αυτοί και μετά είναι οι σκυλάδες. Οι Ρέμοι, η Βανδή…

Κιάμος, Οικονομόπουλος και δε συμμαζεύεται…
Ξέρεις τι συμβαίνει; Αυτοί όλοι είναι η επιφάνεια. Που παίζονται, που τους βλέπεις από δω και από κει. Υπάρχει όμως κάτω από αυτό ένα πολύ μεγάλο μουσικό κίνημα με νέους ανθρώπους, που τραγουδάνε ωραία, που ψάχνονται, που ψάχνουν πιο εναλλακτικά πράγματα και στο λαϊκό και στο ρεμπέτικο, γίνονται και καινούργιες δημιουργίες, πάρα πολύ ωραία πράγματα. Όλοι αυτοί οι τραγουδιστές και οι δημιουργοί υπάρχουν μέσα στο χώρο, βγαίνουν, γράφουν τραγούδια, γράφονται δίσκοι, παίζουν σε μαγαζιά μικρά ή λίγο μεγαλύτερα, μπορεί να μην παίζουν στις μεγάλες πίστες ή στα μεγάλα «γήπεδα», αλλά υπάρχουν κι αυτοί κρατάνε ζωντανό το ελληνικό τραγούδι. Κι αυτό είναι πάρα πολύ σοβαρό που λέω τώρα. Γιατί αν κρατιέται το ελληνικό τραγούδι από κάποιους, είναι από όλους αυτούς τους νεότερους, αυτούς που είναι από είκοσι, μέχρι σαράντα. Και κάνουν πολλή δουλειά. Και πολλοί από αυτούς ανακαλύπτουνε και βγάζουν πάλι μπροστά και στην επιφάνεια τραγούδια που δεν τα ξέραμε. Αυτό είναι πάρα πολύ ωραίο. Γιατί αλλιώς θα ακούγαμε μόνο αυτούς. Εγώ δε λέω να μην υπάρχουν, να υπάρχουν. Ο καθένας έχει λόγο ύπαρξης. Αλλά γιατί έχει εξαφανιστεί το λαϊκό τραγούδι;

Ένας λόγος που χαίρομαι πολύ για τη συνεργασία μου με τον Θοδωρή Κοτονιά είναι γιατί και τα «Κλειδιά», που είναι ένα λαϊκό τραγούδι, έγιναν επιτυχία κι αυτό έγινε αφορμή να τον γνωρίσει ο κόσμος. Επίσης γράφει ωραία τραγούδια που τα αγαπάει και τα ζητάει ο κόσμος, μ’ αρέσει πολύ αυτό. Και μην ξεχνάμε ότι ο Θοδωρής έφτασε σε μια ηλικία για να συμβεί αυτό. Γιατί όμως; Θα 'πρεπε να δίνονται ίσες ευκαιρίες, που δεν δίνονται. Υπάρχουν βέβαια και οι κλίκες, που αν δεν είσαι μέσα σ’ αυτές και σε όλο αυτό το «σούξου - μούξου» που συμβαίνει σε αποκλείουν, είσαι αποκλεισμένος. Εγώ μπορεί να αποκλείστηκα και μόνη μου. Γιατί δεν είχα ποτέ τη διάθεση να πάω και να μπλεχτώ και να γλύφω. Δεν είναι και ο χαρακτήρας μου δηλαδή. Αλλά γιατί να πρέπει να κάνω αυτό;

Αυτό που παίζει ρόλο είναι η καλλιτεχνική υπόσταση κι αυτό που προσφέρεις. Αν δεν προσφέρεις και είσαι ένας μέτριος κι έχεις κάποια «κονέ» και διασυνδέσεις και τους έχεις από δίπλα σε παίζουνε. Νομίζω όμως πως και οι μεγάλοι μας λαϊκοί τραγουδιστές υποστηρίζουν συχνά την άλλη πλευρά του τραγουδιού, την πιο ποπ, για να αγγίξουν τη νεολαία. Όταν όμως έχεις φτάσει σε μια ηλικία, δεν γίνεται αυτό. Τώρα αυτοί όλοι είναι μια άλλη γενιά. Η νεολαία έχει τους δικούς της. Αυτοί πρέπει να στηρίξουν αυτό από το οποίο προέρχονται κι αυτό είναι το λαϊκό τραγούδι. Η πηγή είναι αυτή. Και η βασική πηγή που αναβλύζει αυτό το νερό το δροσερό και το ωραίο, είναι αυτό στη μουσική μας. Αυτή είναι η πηγή μας. Δεν είναι ούτε το ποπ, ούτε το ροκ, τα λατρεύω. Αλλά εγώ όταν θέλω να ακούσω ποπ, θέλω να ακούσω αμερικάνικη ποπ, δεν μπορώ να ακούσω ούτε ελληνική, ούτε ιταλική, ούτε γαλλική, ούτε κινέζικη. Σκάω στα γέλια, μου φαίνεται πολύ αστείο. Όμως οι Αμερικάνοι έχουν αυτό. Είναι δική τους ανακάλυψη. Δε μου λέει κάτι να ακούω ποπ στα ελληνικά….

Σοφία σε ευχαριστώ πάρα πολύ για την κουβέντα μας…
Να είσαι καλά Θανάση. Τώρα, αν είπαμε και μερικά πράγματα έξω από τα δόντια, δεν πειράζει…
 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates