Θεόδωρος Αντωνίου - Μια σπάνια συνέντευξή του

Απεβίωσε ένας από τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες 
Ο Θεόδωρος Αντωνίου από τους κορυφαίους Έλληνες συνθέτες της γενιάς του, αρχιμουσικός και μουσικός παιδαγωγός. απεβίωσε σε ηλικία 84 ετών. Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 10 Φεβρουαρίου 1935. Σπούδασε βιολί, φωνητική και σύνθεση με τον Μανώλη Καλομοίρη και τον Γιάννη Α. Παπαϊωάννου στο Εθνικό και στο Ελληνικό Ωδείο της Αθήνας.

Εξέχουσα καλλιτεχνική φυσιογνωμία στο χώρο της μουσικής πρωτοπορίας, πολυγραφότατος λόγιος συνθέτης και καθηγητής μουσικής. Το 1998 πήρε το «Βραβείο Μουσικής» της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών για την μουσική του στην μονόπρακτη όπερα «Οιδίπους Επί Κολωνώ», παραγγελία της Συμφωνικής Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας SWF Μπάντεν – Μπάντεν.

Πολλές συνθέσεις του είναι παραγγελίες μεγάλων ορχηστρών απ’ όλο τον κόσμο και πάνω από 150 έργα του εκδόθηκαν από τους οίκους Barenreiter Verglag Γερμανίας και G. Schirmer και Gunmar Music της Αμερικής. Έχει γράψει μουσική για τα περισσότερα των μουσικών οργάνων. To έργο του περιλαμβάνει όπερες, χορωδιακά έργα, έργα μουσικής δωματίου, έργα για σολίστ, συμφωνικά και μουσικά έργα για θέατρο και κινηματογράφο (άνω των 150 συνθέσεων), συνολικά περίπου 400 έργα.
Antoniou
Ευτύχησε ως νέος συνθέτης είχε την ευκαιρία να γράψει το έργο «Νενικήκαμεν», παραγγελία των Ολυμπιακών Αγώνων στο Μόναχο το 1972. Ο Θόδωρος Αντωνίου έχει επίσης διευθύνει σημαντικές ορχήστρες όπως η Ορχήστρα Δωματίου Συμφωνικής της Βοστώνης, τις Ορχήστρες Ραδιοφωνίας των Βερολίνου, Παρισιού, Βαυαρίας, την Tunhalle Ζυρίχης, Εθνικής Λυρικής Σκηνής, Κρατική Αθηνών, του Μπερκσάιρ και έχει υποστηρίξει την σύγχρονη ελληνική δημιουργία ως διευθυντής της Ελληνικού Συγκροτήματος Σύγχρονης Μουσικής.

Στις 14 Μαΐου 2004 τιμήθηκε με το βραβείο Χέντερ Πράις (προηγούμενοι κάτοχοι Ανδρόνικος, Μπαμπινιώτης, Κόνταϊ, Πεντερέσκι κ.α.) στην Αίθουσα Τελετών του Πανεπιστημίου της Βιέννης, όπου το ίδιο βράδυ ερμηνεύτηκαν έργα του. Ένα βραβείο που δίνεται σε καλλιτέχνες των οποίων το έργο συντελεί στην ειρηνική πολιτιστική συνύπαρξη των λαών της Ευρώπης. Αυτή είναι μία από τις πολλές βραβεύσεις στην πορεία του Θόδωρου Αντωνίου στο εξωτερικό και στην Ελλάδα.
antoniou 1
Από το 1989 ήταν πρόεδρος της Ένωσης Ελλήνων Μουσουργών, δίδαξε στο Στάνφορντ – Γιούτα της Αμερικής και στην Μουσική Ακαδημία Φιλαδέλφειας πριν του ανατεθεί το 1978 η θέση του καθηγητή σύνθεσης στο Πανεπιστήμιο της Βοστώνης, που έχει έως σήμερα. Επίσης υπήρξε καλλιτεχνικός διευθυντής του «Διεθνούς Φεστιβάλ Κιθάρας – Μουσικό Φεστιβάλ» στις Αρχάνες Κρήτης. Στο ξεκίνημα της πορείας του υπήρξε επίσης ηθοποιός και χορωδός.

Η φιγούρα του είναι ζωγραφισμένη δίπλα στον Μάνο Χατζιδάκι στον πίνακα που υπάρχει στον «Μαγεμένο Αυλό» εκεί που συνευρίσκονταν με τον Μάνο Χατζιδάκι, το στέκι που υπάρχει δίπλα στο σπίτι του. Ήταν μέλος του μεγαλύτερου καλλιτεχνικού καφενείου της εποχής. Στο μουσικό μυαλό του Θόδωρου Αντωνίου μπορεί να χαθεί κανείς. «Μιλάμε ώρες», μου είπε όταν ήρθε το τέλος από πλευράς χρόνου, δεν είχα καταλάβει πώς πέρασαν, ένιωθα ότι είχα πολλά να τον ρωτήσω ακόμη... 
MAGEMENOS AVLOS me Antoniou
-Η σύγχρονη ελληνική δημιουργία σε τι βαθμό υποστηρίζεται από το ελληνικό κράτος;
«Οι Έλληνες δημιουργοί είναι άτυχοι. Το επίσημο κράτος δεν παρήγγειλε ούτε ένα έργο σε Έλληνα. Παρήγγειλε στον Φίλιπ Γκλας, στον Ζαν Μισέλ Ζαρ, στο Νικόλα Πιοβάνι…Το μόνο που έκανε είναι να παραγγείλει μια σειρά cd από δημιουργούς που δεν ζουν πια. Η δική μου πρόταση για την Ολυμπιάδα με την συμμετοχή δεκαέξι οργανισμών από όπερα μέχρι κουαρτέτο εγχόρδων έγινε στον πρώην υπουργό πολιτισμού, την άκουσε με ενδιαφέρον αλλά έμεινε στο συρτάρι. Το κόστος παραγωγής ήταν εκατόν είκοσι εκατομμύρια δραχμές. Η Ελλάδα είναι ένας λαός που έχει υποφέρει πολύ στο δημιουργικό τομέα και συγχρόνως είναι ένας λαός που έχει χιλιάδες αιτίες να εμπνέεται και να εκφράζεται. Έχει πολύ αξιόλογους δημιουργούς, όπως και επιστήμονες, καλλιτέχνες, συγγραφείς, άσχετα αν στο εξωτερικό πουλάμε πάλι το αυτονόητο γιατί δεν υπάρχει μια πολιτιστική θέση επένδυσης σε αυτό που δεν είναι απαραίτητα εμπορικό. Ο πολιτισμός δεν γίνεται μόνον με την ικανοποίηση των συνηθειών ενός λαού πρέπει συγχρόνως να αξιοποιηθεί και η άλλη πλευρά, να της δοθούν ευκαιρίες».

-Ο ελληνικός πολιτισμός διατηρεί κάποια φωτεινά στοιχεία παρά το βαθμό αδιαφορίας των ιθυνόντων σε βάρος του;
«Από τη μία είμαστε τυχεροί γιατί υπάρχουν ακόμη οι λαϊκοί και δημοτικοί τραγουδιστές, οι ψάλτες, οι μοιρολογίστρες, το φως, ο θόρυβος, ο τρόπος που εκτονωνόμαστε, η παράδοση, το θέατρο, η αρχαία τραγωδία, όλα αυτά είναι συνδεδεμένα με μας και έχουμε τόσο σπουδαία πράγματα να πούμε, από την άλλη δεν έχουμε τον τρόπο να τα πραγματοποιήσουμε. Κάθε τόσο αναζητούμε έναν τρελό…Παλιότερα ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις που έκανε την πειραματική ορχήστρα και πρωτό-επαιξε Ξενάκη και δικά μου έργα στο Ηρώδειο. Θυμάμαι που μου έλεγε ότι έχει βαρεθεί να μορφώνει υπουργούς πολιτισμού…Το Μέγαρο Μουσικής θα γινόταν αν δεν υπήρχε ο Λαμπράκης ; Ο Βύρων Φιδετζής παίζει Καλομοίρη, Μάντζαρο και άλλους της γενιάς αυτής, αλλά και στα πανεπιστήμια γίνεται έρευνα για την ελληνική σοβαρή μουσική, όπως το Ιόνιο Πανεπιστήμιο και ευτυχώς που υπάρχουν ορχήστρες όπως των Χρωμάτων και η Καμεράτα που παίζουν το ρεπερτόριο αυτό».

-Κάποτε είχατε τιμή να γράψετε ως νέος συνθέτης έργο κατά παραγγελία των Ολυμπιακών Αγώνων του Μονάχου το 1972…
«Όταν Σπούδαζα στο Μόναχο, οι Γερμανοί έκαναν επένδυση στο νεαρό τότε Θόδωρο Αντωνίου και έγραψα το έργο «Νενικήκαμεν» κατά παραγγελία της Βαυαρικής Ραδιοφωνίας και Χορωδίας του Μονάχου στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1972. Με κάλεσε ο Ραφαέλ Κούμπελικ και διεύθυνα το έργο με σολίστ τον Σπύρο Σακκά. Στην ίδια συναυλία παίχτηκαν έργα του, Ρίχαρντ Στράους και Καρλ Ορφ, που του είχε κάνει μάλιστα εντύπωση τι έγραφα εκείνη την εποχή. Δούλευα στο στούντιο της Siemens που τότε μαζί με την Κολωνία ήταν τα μόνα μέρη που μπορούσε κανείς ν’ ασχοληθεί με τον ηλεκτρονικό ήχο. Εκεί συναντούσα τον Στοκχάουζεν, τον Κάγκελ και άλλους. Συνεργαζόμουν με τον Μουγκ όταν ακόμη δεν είχε ωραιοποιηθεί. Είχα την ευκαιρία να δουλέψω τον ηλεκτρονικό ήχο και να γράψω μουσική πρωτοποριακή, όπως το 1962 στον Ρινόκερο του Κουν. Πάντα με ενδιαφέρει η ανακάλυψη και επειδή διδάσκω αρκετά χρόνια με ενδιαφέρει να γνωρίζω, τουλάχιστον, όσα ξέρουν οι μαθητές μου. Στο Στάνφορντ όταν πρωτοδίδαξα έγιναν οι πρώτες απόπειρες ήταν στα κομπιούτερ στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο από το Λέντζερι Χιλλ, που γνώριζα προσωπικά. Η χρήση ήταν τότε πέντε λεπτά το εικοσιτετράωρο. Ο Μπουλέζ με τον Μπέριο όταν θα έφτιαχναν το Here Comes στο Παρίσι ήρθαν εκεί και σπούδασαν δουλεύοντας πάνω στους πρόδρομους των κομπιούτερ. Ωστόσο όταν γράφω μουσική δεν μεταχειρίζομαι καθόλου το κομπιούτερ, προτιμώ τις παρτιτούρα».

-Ποιες ήταν οι επιρροές σας από την avant-garde και ποια ήταν ή δική σας πορεία τα χρόνια εκείνα του ’60;
«Μέσα από την πρωτοπορία κρατούσα πολύ έντονα μελωδικά στοιχεία, ελληνικά. Πάντα προσπαθούσα να εκφράσω αυτό που είμαι αλλά με τα σύγχρονα μέσα. Δεν ήταν πολύ εύκολο να συνδυάσω τα ηλεκτρονικά με τη δική μας μουσική παράδοση.
Για να το αποδώσει ένας συνθέτης αυτό, χρειάζεται πολύ μεγάλη γνώση και της σύγχρονης οργάνωσης και της ενορχήστρωσης. Την εποχή που φοιτούσα στο Μόναχο ανακάλυπτα κάθε μέρα κάτι καινούργιο. Τη δεκαετία του εξήντα οτιδήποτε ήταν καινούργιο και πειραματικό, όπως ο αυτοσχεδιασμός, τα ηλεκτρονικά μέσα, η ανακάλυψη νέων ήχων από τα όργανα ήταν ένα μέρος των αναζητήσεων της εποχής εκείνης. Ήταν ένα μέρος που μεταχειρίστηκα και στο θέατρο, όπου γράφω μουσική επί σαρανταπέντε χρόνια. Σήμερα ενδιαφέρει να εκφράσω στοιχεία που με χαρακτηρίζουν σαν Έλληνα, τη σχέση μας με την αρχαία τραγωδία με σύγχρονα μέσα, όπως στο έργο μου Οιδίποδα επί Κολωνώ. Τοπικός και διεθνής κατάφερε να είναι ο Μπέλα Μπάρτοκ με τα μέσα που μεταχειρίστηκε. Όσο πιο δεμένος είσαι σε αυτό που σε χαρακτηρίζει τόσο πιο πανανθρώπινος γίνεσαι. Πρέπει να είσαι περήφανος γι’ αυτό που είσαι, ότι κι αν είσαι. Ας κάνουν οι νέοι ένα ωραίο περίπατο κι ας σκεφτούν ποιοι είναι και γι’ αυτό που είναι να αισθάνονται περήφανοι. Το δεύτερο να είναι ελεύθερα μυαλά και να εκφράζουν αυτό που πιστεύουν. Την αντίληψή μου αυτή προσπαθώ να περάσω και στους μαθητές μου».

-Ποιο από τα σύγχρονα μουσικά ρεύματα παρουσιάζει κατά τη γνώμη σας μεγαλύτερο ενδιαφέρον και είναι οι κυριότερες επιρροές σας;
«Ζούμε σε μια εποχή που δεν χαρακτηρίζεται από ένα είδος. Ο μεγάλος Στραβίνσκι στην μουσική του κινηματογράφου δεν έκανες τίποτα. Δεν είμαι υπέρ του ενός ή του άλλου ρεύματος, αλλά με ενδιαφέρουν οι προσωπικότητες των ανθρώπων. Με ενδιαφέρει η μουσική ποικιλία του Λουτσιάνο Μπέριο, όπως στα Folk Songs του. Επίσης η μουσική του Μπουλέζ, η ιδεολογία και ο τρόπος που ο Ολιβιέ Μεσιάν πλησίασε κάποια πράγματα στην μουσική, η αρμονική γλώσσα και οι ιδέες του Σκριάμπιν γύρω από τα χρώματα της μουσικής. Επίσης ο Γιάννης Χρήστου, που ήταν φίλος μου. Τα περισσότερα από τα τελευταία του έργα, όπως οι Αναπαραστάσεις που πρωτοπαρουσίασα στην Αμερική, τη Γερμανία και Ελλάδα. Με ενδιέφερε η σχέση του με το θέατρο, το αρχαίο δράμα, την τραγωδία, όπως και οι φιλοσοφικές θέσεις του Ιάννη Ξενάκη, αλλά λιγότερο η μουσική του που δεν είχε το δραματικό στοιχείο που λόγω του θεάτρου με χαρακτηρίζει κι εμένα. Από τους Αμερικανούς ο Τζωρτζ Κραμπ, επίσης φίλος, γιατί μπόρεσε να δημιουργήσει ένα πολύ ενδιαφέρον μουσικό ύφος, όπως στα έργα αρχαίες Φωνές Παιδιών ή Οι Φωνές των Φαλαινών. Κρατά αμείωτο το μουσικό ενδιαφέρον και ταυτόχρονα ανακαλύπτει ανήκουστους ήχους. Από τους μινιμαλιστές ο Στήβ Ράιχ, αλλά και η άποψη του Λουίς Αντριέσεν και του Τζων Άνταμς. Πάντα με εντυπωσίαζε ο Ντιουκ Έλλινγτον, ιδίως η ενορχηστρωτική ευρηματικότητά του, έχω παρακολουθήσει επίσης τον Τζίμι Χέντριξ, την Τζάνις Τζόπλιν, τους Άιρον Μπατερφλάι, τους Μπήτλς, ακούσματα που πολλές φορές σοκάριζαν τους συναδέλφους μου. Μεγάλο θαυμασμό έχω και για τον Μπαχ, τον Μπετόβεν, τον Μότσαρτ. Δίνω το δικαίωμα στον εαυτό μου να ανακαλύπτω συνεχώς καινούργια πράγματα ή να προσεγγίζει από διαφορετικές γωνίες αυτά τα οποία ξέρει. Πάντα προσεγγίζω την μουσική σαν να μην ξέρω τίποτε έτσι μπορώ να έχω την έκπληξη ότι κάθε φορά κάτι ανακαλύπτω και αυτό είναι που με κρατάει πολύ κοντά στην όρεξη που έχω να δημιουργώ».

-Ποια είναι η γνώμη σας για τους τενόρους που συνεχίζουν να τραγουδούν σε προχωρημένη ηλικία; Πότε έρχεται το τέλος ενός καλλιτέχνη της σοβαρής μουσικής;
«Όταν ήμουν μικρός πήγα στην τελευταία παράσταση του περίφημου τενόρου Οδυσσέα Λάππα. Εγκατέλειψε στα εξήντα του. Υπάρχουν κάποιοι που είτε γιατί δεν έχουν κουράσει τη φωνή τους, είτε έχουν ένα τρόπο τεχνικής δικό τους και μπορούν ν’ αντέξουν. Αλλά το διάφραγμα, η αναπνοή, η αντοχή μπορούν ; Σταματάς από την στιγμή που το σώμα ή το πνεύμα σου δεν σε υπηρετεί. Ο Φον Κάραγιαν πήγε στη Νέα Υόρκη να δει την Μετροπόλιταν Όπερα και τον κυνηγούσαν οι δημοσιογράφοι να του πάρουν συνέντευξη. Ένας τα κατάφερε. Τον ρώτησε πώς τα καταφέρνει με τόσες πολλές θέσεις που είχε και εκείνος απάντησε ότι εάν ο Θεός μου έχει δώσει αυτό το ταλέντο και αυτό το μυαλό είναι υποχρεωμένος να μου δώσει και το σώμα να τα υπηρετώ. Επειδή λοιπόν εγώ δεν είμαι Κάραγιαν όσο αντέχω θα υπηρετώ την μουσική. Οι άνθρωποι πρέπει να καταλάβουν ότι είναι μεγάλη τιμή να τους τιμούν όταν βγαίνουν από το επάγγελμα…».

-Η ομοιομορφία που επικρατεί στο χώρο της ελληνικής μουσικής μήπως δίνει ευκαιρία να διακρίνονται πιο γρήγορα ταλέντα στο χώρο της κλασικής μουσικής, ερμηνευτές και σολίστες;
«Οι δρόμοι είναι τελείως διαφορετικοί. Αυτός που αποφασίσει να γίνει συνθέτης του είδους της μουσικής που γράφω, ή ένας τραγουδιστής που θέλει μέσω της κλασικής μουσικής να φανεί συγχρόνως πρέπει να είναι έτοιμος να είναι άνεργος και απομονωμένος. Εάν όμως υπήρχαν τρεις και πέντε χιλιάδες ορχήστρες, ή είχαμε δέκα όπερες αντί μίας θα είχαν άλλη τύχη αυτοί οι καλλιτέχνες. Όταν οι ορχήστρες, οι δισκογραφικές εταιρίες δεν τους θεωρούν εμπορικούς, όταν το κράτος δεν δημιουργεί τις προϋποθέσεις να προωθήσει αυτά τα ταλέντα, τότε είναι αμφίβολη η καριέρα τους».

-Ο Μπομπ Ντύλαν μπήκε στην επιτροπή του American Idol και έναντι αδράς αμοιβής συμμετέχει στη καμπάνια μεγάλης βιομηχανίας γυναικείων εσωρούχων, ακόμη στην κλασική μουσική μεσουρανούν κατασκευάσματα των μουσικής βιομηχανίας, μήπως τελικά όλα είναι θέμα μάρκετινγκ;
«Αχ και να μπορούσε να παίξει η Βανέσα Μέι το ένα εκατοστό από αυτό που παίζει ο Καβάκος…».

-Τι έργα δουλεύετε τώρα;
«Μου παρήγγειλε το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών να γράψω 24 Καπρίτσια για τον Λεωνίδα Καβάκο για Σόλο Βιολί, που μόνο ο Παγκανίνι το έχει τολμήσει. Ένα έργο, παραγγελία του Πανεπιστημίου της Βοστώνης για ένα χαμένο σπουδαίο μουσικολόγο φίλο μου που θα παιχθεί στον Symphony Hall, της Βοστώνης στις 22 Νοεμβρίου, μοιρολόγια απ’ όλο τον κόσμο – Ινδία, Κορέα, Αμερική, Κίνα, Σαρδηνία, Πολωνία, Λιθουανία, Αλβανία, Κροατία, Ρωσία, Τουρκία φυσικά Ελλάδα - για σοπράνο, βιολί, συμφωνική ορχήστρα, χορωδία και αφηγητή. Επίσης έχω πολλές συναυλίες να διευθύνω και ετοιμάζω τρεις σειρές : workshop στο Μέγαρο και Κύκλος Ελληνικής Μουσικής, σειρά συναυλιών στο Γκαίτε με το Ελληνικό Συγκρότημα Σύγχρονης Μουσικής, την σειρά Music Plus στην Ελληνοαμερικανική Ένωση που εμπεριέχει μουσική, κινηματογράφο, θέατρο, χορό, μια σειρά στο Ωδείο Φίλιππος Νάκας, στο ωδείο Μουσικοί Ορίζοντες του Γαϊτάνου, ξεκίνησα συνεργασία με το δημοτικό ωδείο Πετρούπολης και Μοσχάτου και συγχρόνως το φεστιβάλ με το Δημοτικό Ωδείο στην Πάτρα».

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates