Πέτρος Μόκας – «Αντί να τραγουδάνε έπρεπε να βόσκουν γίδια»

(ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ & VIDEO) Εύστοχο αλλά όχι και αναμενόμενο το «μήνυμα του τίτλου» καθώς προέρχεται από έναν περήφανο βοσκό, αυτοδίδακτο κλαριντζή και τραγουδιστή.
Ο Πέτρος Μόκας δεν απαξιώνει καθόλου τη δουλειά με τα ζωντανά, ίσα ίσα:

«Είμαι κτηνοτρόφος από πάππου προς παππού. Έχω 600 ζώα. Είναι απαιτητική δουλειά. Μέρα νύχτα πρέπει να είσαι από πάνω… αλλά την αγαπάω. Λατρεύω τη φύση. Είναι ευλογία να ζεις και ν’ αναπνέεις στα Τζουμέρκα. Την ίδια ώρα με γεμίζει το αίσθημα της προσφοράς στον κόσμο. Δεν είναι μικρό πράγμα να παράγεις τροφή για τους συνανθρώπους σου. Από την άλλη τα ζωντανά είναι σαν τους ανθρώπους. Δένεσαι μαζί τους».

Το όνομα του Πέτρου Μόκα έσπασε τα περιοριστικά όρια του τόπου του - ζει και βασιλεύει στους Καλαρρύτες Ιωαννίνων στα Τζουμέρκα και τα καλοκαίρια στο Βλοχό Καρδίτσας - όταν χάρις και στον ερευνητή Νίκο Διονυσόπουλο καταγράφηκε σε cd η μαστοριά του στο κλαρίνο και ο φλογισμένος ανόθευτος τρόπος ερμηνείας του.

«Προέρχομαι από φιλόμουση οικογένεια. Μεγάλωσα με ποιμενικές μουσικές αλλά και καλά λαϊκά τραγούδια. Με τον Τσιτσάνη, τη Μπέλλου, τον Καζαντζίδη, τη Μοσχολιού, τον Καλατζή, τον Νταλάρα… ακόμη και ξένα άκουγα. Μ’ αρέσει να ανεβοκατεβαίνει μελωδικά ο ερμηνευτής. Εκεί που πρέπει όμως, με ουσία, όχι χωρίς λόγο. Ο αδελφός μου έπαιζε κιθάρα. Εγώ έπιασα το κλαρίνο στα 21 μου χρόνια. Πριν έπαιζα φλογέρα, ταίριαζε με το επάγγελμα. Το κλαρίνο με συνεπήρε. Ο κλαριντζής με τη φύσημα στην εκπνοή του, βγάζει την ψυχή του, τον εαυτό του ολάκερο. Με μάγευε ο Τάσος Χαλκιάς. Λιτός, αλλά σε ανέβαζε στον ουρανό. Η μουσική δεν θέλει πολλά μπιχλιμπίδια… Άλλο το ομορφοστολισμένο, άλλο το γύφτικο. Το κλαρίνο του Χαλκιά, είναι αβίαστο, σαν τα κύματα της θάλασσας. Όταν τελείωσα το στρατιωτικό μου στην Κω πέρασα από την Αθήνα και τον συνάντησα. Μου έδειξε τους δρόμους, τις κλίμακες…  Δεν μαθήτευσα, περαστικός ήμουν. Δεν κατάλαβα τις νότες ποτέ. Δεν έχω δουλέψει με ορχήστρες».

Κι όμως ο μουσικολόγος Γιώργος Κοκκώνης γράφει χαρακτηριστικά για τον Πέτρο Μόκα: “παρακολουθώντας τον κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων στο Συρράκο το καλοκαίρι του 2010, μας ξάφνιασε ο τρόπος με τον  οποίο ακτινοβολεί το προσωπικό  του πάθος, το μεράκι του. Πολύ περισσότερο  που η ακτινοβολία αυτή σώζεται ακέραια και στις ηχογραφήσεις. Κι αυτό, παρά τη δυσκολία της ταυτόχρονης ερμηνείας τόσο με τη φωνή όσο και με το κλαρίνο. Η διπλή αυτή επιτέλεση είναι μονόδρομος για τον Μόκα, μακριά από πατάρια και «επαγγελματικού» τύπου δημόσιες εμφανίσεις, αφού παίζει μόνο με φίλους και για φίλους τα καλοκαίρια, στο Συρράκο και στους Καλαρρύτες, σε γλέντια ιδιωτικά και μερακλίδικα. Η φωνή και το κλαρίνο, τα δύο κατ' εξοχήν σολιστικά οχήματα της δημοτικής μουσικής, προσδίδουν στον Μόκα μια ασυνήθιστη αυτονομία στις επιλογές του ρεπερτορίου, που αγγίζει τα όρια του εκλεκτισμού”.

Ο λόγος και πάλι στον ίδιο τον Μόκα:

«Όταν έβρισκα χρόνο, έπαιζα και τραγουδούσα,  γινόμουν καλύτερος. Οι φίλοι με παραδέχονταν κι αυτό σου δίνει φτερά.  Μπορεί να μην το επιδιώκεις αλλά την περιμένεις στην άκρη του μυαλού της αναγνώριση. Τώρα τελευταία πληθαίνουν οι αυτές οι φωνές. Βγήκε και η ζωντανή ηχογράφηση στο Συρράκο… και έχουν αρχίσει οι προσκλήσεις. Τραγουδά στο πανηγύρι του χωριού μου, στους Καλαρρύτες στα Τζουμέρκα και σε γλέντια φίλων… Με ζητάνε και στην Αθήνα. Την Πέμπτη 27 Μαρτίου θα βρεθώ στη μουσική σκηνή Χαμάμ, μαζί με την η κομπανία του σπουδαίου κλαριντζή Νίκου Φιλιππίδη. Είναι ωραίο να τραγουδάς και να παίζεις με τόσο προικισμένους μουσικούς. Θα πως αυτά που αγαπώ… Καλά τραγούδια δηλαδή. Καθιστικά, Ποιμενικά, Μοιρολόγια της Ηπείρου… Κώστα τα χιόνια λειώσανε, Ντούλας, Τζαβέλαινα… Δεν ακούγονται συχνά αυτά πια. Φταίει κι ο κόσμος που δεν έχει, ή καλύτερα που δεν του δώσανε, μουσική παιδεία. Συγχωρώ τη νεολαία… Όταν ακούς στο σπίτι κι έξω όλο ντάμπα ντούμπα! Ο ρυθμός, ο χορός, είναι τραβηκτικά… αλλά πρέπει να συνοδεύονται  από μια εσωτερική ανάγκη σε συνδυασμό με την τέχνη της μουσικής… ώστε να έρθει η μέθεξη του σώματος και της ψυχής».

Για το κλείσιμο της κουβέντας ο Πέτρος Μόκας άφησε μια ευχή: «Θα ήθελα να υπήρχε περισσότερος σεβασμός στην παράδοση, στους μουσικούς. Θυμάμαι τον Τάσο Χαλκιά να λέει: “τι θέλουν και βάζουν χέρι στο όργανο. Πειράζουν τον ήχο, σαν λαμαρίνες”. Hδουλειά αυτή είναι ελκυστική και φαινομενικά εύκολη αν έχεις κάποια κλίση. Εγώ δεν την ακολούθησα γιατί πιστεύω πως δυο καρπούζια δε χωράνε σ’ ένα χέρι. Αυτοί όμως που την κάνουν ας μην χαλάνε τη μουσική και δίνουν κακά πρότυπα. Πολλοί από αυτούς έπρεπε να είναι στα πρόβατα, στα γίδια και μόνο εκεί. Να καταλάβουν τη φυσική ροή των πραγμάτων. Ένα να τα πούμε Κώστα στο Χαμάμ, από κοντά, να με δεις και να μου πεις τι θες να σου παίξω».

·  Το έργο ζωγραφικής στο εξώφυλλο του δίσκου είναι του ίδιου του Πέτρου Μόκα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates