Πάνος Κουτρουμπούσης: Ο πολυπράγμονας και ανατρεπτικός σουρεαλιστής

(PHOTOS) Μια σπάνια αυτοβιογραφική του συνέντευξη & ο αποχαιρετισμός του Δημήτρη Πολύτιμου.
Ο Πάνος Κουτρουμπούσης υπήρξε συνοδοιπόρος της μεγάλης εκείνης σχολής του rock’n’roll και της διανόησης στην Ελλάδα με τους Δημήτρη Πουλικάκο, Δημήτρη Πολύτιμο, Νάνο Βαλαωρίτη, Νίκο Εγγονόπουλο, Ανδρέα Εμπειρίκο με αφετηρία το περιοδικό «Πάλι» που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 1964, αλλά και τον Τάσο Φαληρέα και τον ζωγράφο Κώστα Ταχτσή.

Στενός φίλος του Πάνου Κουτρουμπούση υπήρξε ο λεοντόκαρδος ρόκερ Δημήτρης Πολύτιμος που θυμήθηκε τα δημιουργικά και ονειροπόλα εκείνα χρόνια της παρέας τους σε επικοινωνία του Ogdoo.gr: «Μόλις πληροφορήθηκα το δυσάρεστο νέο από τον Πουλικάκο. Με τον Κουτρουμπούση κάναμε τρομερή παρέα. Τον τελευταίο καιρό είχε κόψει το ένα πόδι του για να αποφύγει την γάγγραινα, αλλά φαίνεται δεν άντεξε. Στη δεκαετία του ’60 με τον Πάνο και όλη την παρέα εκείνη παρακολουθούσαμε τις εξελίξεις της beat generation και ιδιαίτερα τους Μπάροουζ, Γκινσμπεργκ, Κορσό, αλλά και της τζαζ που ενδιέφερε τους περισσότερους της παρέας αυτής. Ήταν πληροφορημένος σε πολλά πράγματα και είχε τρομερό χιούμορ. Πολυπράγμονας. Ποιητής, ζωγράφος και σκιτσογράφος. Πιο πολύ κάναμε παρέα με τον Ταχτσή. Ήταν ο αντιπρόσωπος της Ελλάδας στη Φιλαδέλφεια της Αμερικής σε ένα συνέδριο όπου πήγε σαν ειδικός. Είχε σπουδάσει και κινηματογράφο στην Ιταλία. Η παρέα αυτή είχε συσπειρωθεί γύρω από την έκδοση του περιοδικού Πάλι τη δεκαετία του ’60, όπου στο πρώτο τεύχος είχε γράψει τον πρόλογο ο Γιώργος Μακρής που ήταν και η κεφαλή. Εγώ βοηθούσα στα γραπτά».

Φανταιζίστας σκιτσογράφος και παραμυθάς συγγραφέας με αρκετή δόση σουρεαλισμού, επιστημονικής φαντασίας και επιρροές από την… πρωτογονιά των παλιών κόμικς. Ο Πάνος Κουτρουμπούσης, κατά βάση ανατρεπτικός, πεσιμιστής και περιζήτητος καλεσμένος σε λογοτεχνικά βήματα στα οποία ενδίδει σπανίως. Ένας λόγος είναι ότι μοιραζόταν τη ζωή του μεταξύ Αθήνας και Παρισιού. Ένας κάτοικος της πόλης που ζει μέσα στο πλήθος χωρίς να τον αγγίζει. Βούτηξε στον αχόρταγο κόσμο των κόμικς τη δεκαετία του ’40, τον οποίο έκανε μικρά ή κάπως μεγαλύτερα διηγήματα, τελευταία με ένα δικό του τρόπο. Επίσης ήταν σκιτσογράφος, φωτογράφος και αρθρογράφος.

Κάποια τελευταία κείμενά του δημοσιεύτηκαν στο υπερρεαλιστικό περιοδικό «Φαρφουλάς». Συνοδοιπόρος εκείνης της περίφημης ομάδας σουρεαλιστών και ντανταϊστών που το 1963 κυκλοφόρησαν το περιοδικό «Πάλι». Αρεσκόταν στη μεικτή γλώσσα. Αρχαία, δημοτική, καθαρευουσιάνικη, σλαγκ της πόλης, αλλά και στη συμπύκνωση του φανταστικού και της σάτιρας.

Μια απατηλή απλότητα που κρύβει μυστικά στο τελευταίο βιβλίο του «Το Κεντράκι του Ταρζάν», όπου στο εξώφυλλο ο Πάνος Κουτρουμπούσης σε κάνει να φαντάζεσαι τον εαυτό σου καθισμένο στο παραδεισένιο κέντρο της ζούγκλας, με ένα γραμμόφωνο σ’ ένα βλαστώδες καταπράσινο μέρος κι ένα λιοντάρι να κάθεται ήσυχο σαν γάτα και τι απομένει; Μια δυνατή εικόνα, φαντασία αρκεί να έχεις…

Είχα συναντήσει τον Πάνο Κουτρουμπούση, ένας από τους εναπομείναντες σοφούς των Αθηνών, στο σπίτι του στην καρδιά της Αθήνας, στη Χαριλάου Τρικούπη στις αρχές Ιουνίου 2005. Ήταν από εκείνες τις συναντήσεις που ίσως σου δίνει τη χαρά να κάνεις το επάγγελμα και νοιώθεις στη διάρκειά της, ότι θα μπορούσε να είχε γίνει και ως συνάντηση χωρίς μαγνητόφωνο, αν δεν ήμουν δημοσιογράφος. Αυτή είναι η μόνη δικαιολογία που έχω, περί καταγραφής της σκέψης αυτής, για το ότι κατέφθασα με φόρα μα χωρίς το μαγνητόφωνό μου, στο σπίτι του. Πρώτη φορά την έπαθα έτσι. Χωρίς δεύτερη σκέψη πήγα το έφερα. Μια ώρα δρόμος με αυτοκίνητο. Για το πόσο έντονος είναι ο σουρεαλισμός στην καθημερινότητα ο Πάνος Κουτρουμπούσης έχει το λόγο…

Πότε ήρθατε σε επαφή για πρώτη φορά με το μαγικό κόσμο των κόμικς;
Από μικρός άρχισα να διαβάζω κλασικά αμερικάνικα κόμικς, όλα που έφερναν τα περίπτερα, που σήμερα αξίζουν περιουσίες. Μιλάμε για δεκαετία του σαράντα. Έτσι έμαθα και καλά αγγλικά. Ο κλασικός Μπάτμαν -τώρα δεν μ’ αρέσει-, Μπλάκχωκ, μια ομάδα αεροπόρων… Μιλάμε για δεκαετία του σαράντα. O Αμερικανός Κλέι Γουίλσον, από τους πρώτους άντεργκραουντ κωμικογράφους, όπως και ο Κραμπ, δηλαδή πειρατές, bikers, σεξ και το Freak Brothers.

Αναγνώσματα τύπου Μικρός Ήρως μάλλον σας άφηναν αδιάφορο…
Ο Μικρός Ήρωας μάλλον, επειδή ήδη διάβαζα πολλά κόμικς. Αλλά διάβαζα μικρός καραγκιόζη και Μάσκα επίσης πολύ. Τα Ζαν Γκαούρ, ναι, κάμποσα…

Τα σημερινά κόμικς διατηρούν την ανατρεπτικότητα που είχαν στη γέννηση και την εξέλιξή τους;
Προτιμώ τα κλασικά κόμικς που είναι πιο αθώα και το στυλ τους είναι πιο πρωτόγονο. Οι Αμερικάνοι έχουν καταντήσει πολύ ροκοκό. Οι καλλιτέχνες κοιτούν πώς θα κάνουν πίνακα ολόκληρο, αντί να κάνουν μια ζωντανή και απλή ιστορία. Τα κόμικς τους είναι φιγούρα όπως τα φιλμ τους. Οι αρχές των Μάρβελ, από το 1961 έως το 1972, είναι καλές ακόμη, μετά όταν αρχίζουν να κάνουν ολοσέλιδο πάνελ και χρώματα προσπαθούν να δείξουν ότι είναι καλοί ζωγράφοι. Οι Γάλλοι στο σατυρικό περισσότερο, αυτοί και οι Βέλγοι, είναι πιο ανατρεπτικοί.

Τι σας απασχολεί στο Κεντράκι του Ταρζάν, το τελευταίο βιβλίο σας;
Τα θέματα είναι πάντα τα ίδια με μένα. Επιφανειακά είναι σάτιρα, σουρεαλισμός, χιούμορ, αλλά και άποψη science fiction (επιστημονικής φαντασίας). Πάντα προσπαθώ να έχω κάποια αιχμή ή αιχμές. Σε σχέση με τα προηγούμενα βιβλία τα διηγήματα είναι πολύ πιο μεγάλα σε σχέση με τα μικρά και συμπυκνωμένα άλλων εκδόσεων μου. Δεν θα μπορούσα να γράψω ποτέ μυθιστόρημα, εκτός κι αν είναι γεμάτο από μικρά συμπυκνωμένα πράγματα, ή να κάνω ανάλυση χαρακτήρα, συμβολισμούς, οικογένειες και προβλήματα κοινωνικά γραμμένα με ρεαλιστικό τρόπο, παιδιά και μητέρες χωρίς ή με παιδιά και διάφορα άλλα τέτοια. Ίσως να φταίει η επιρροή μου από το κόμικς που μπορεί να είναι τέσσερις σελίδες και με λίγα πάνελς να κάνει μια ιστορία που να είναι αρκετά έντονη. Δεν μπορώ την εκτενή ανάλυση και εκβάθυνση χαρακτήρων. Ελπίζω να μην έχουν χάσει την αθωότητα των πρώτων εκδόσεών μου τη εποχή του εξήντα…
To kentraki toy Tarzan
Δεν συνηθίζετε στα διηγήματά σας να αναφέρεστε στον εαυτό σας…
Δεν έχω κάνει ιστορία που να έχει το εγώ. Ότι αυτό συνέβη σε μένα, δηλαδή ο συγγραφέας είναι το… άτομο! Δεν ενδιαφέρει καθόλου να βάζω τις προσωπικές σκέψεις της καθημερινής ζωής μου σε λογοτεχνία. Με ενδιαφέρει να δημιουργώ καταστάσεις αλλονών, οι οποίες βασίζονται στο πώς βλέπω τα πράγματα. Οι περισσότεροι Έλληνες ποιητές όλο πρώτο πρόσωπο χρησιμοποιούσαν. Νομίζουν ότι πέρασε και εντυπωσίασε τη συνείδησή τους, αυτό έχει σημασία και έτσι που το βλέπουν είναι…

Ο σουρεαλισμός τι θέση έχει στην εποχή;
Νομίζω ότι ο σουρεαλισμός είναι πολύ απλωμένος παντού. Ακόμη και στη διαφήμιση. Στη λογοτεχνία λίγοι έχουν σουρεαλισμό στο γράψιμό τους. Στη ζωή έχει απλωθεί πολύ. Όπως οι τρέλες που γίνονται μεταξύ των κρατών, μεγάλες ομάδων ανθρώπων, αλλά και η καθημερινότητα. Λες, τι πράγμα είναι αυτό; Ο σουρεαλισμός σαν λογοτεχνικό και πνευματικό κίνημα παραμένει. Επίσης έχει απλωθεί και η έννοια του science fiction σε πολλά μυθιστορήματα και διηγήματα του mainstream όπου δεν ανήκει η επιστημονική φαντασία. Μια κατάσταση που μπορείς να τη δεις από το μέλλον στα σημερινά πράγματα, έχουν καταλάβει ότι είναι χρήσιμη.

Ποιο ήταν το πιο έντονο στοιχείο στην ομάδα που δημιουργήσατε το περιοδικό «Πάλι»;
Επί ένα ολόκληρο καλοκαίρι γυρνούσα με το Δημήτρη Πουλικάκο σε καφενεία, στην Ύδρα, από δω κι από εκεί, και μας την είχε δώσει πάρα πολύ να ενδιαφερθούμε για τον σουρεαλισμό. Μετά ο Δημήτρης ήρθε σε επαφή με το Νάνο Βαλαωρίτη, που είναι σουρεαλιστής ποιητής, και τον Εμπειρίκο και τον Εγγονόπουλο και έτσι άρχισε το Πάλι με τυπογράφο που βρήκε ο Νάνος. Το περιοδικό αυτό είχε σουρεαλιστική ώθηση, αλλά δεν ήταν μόνο έτσι, είχε και πολλά άλλα κείμενα και ήταν πρωτοποριακό τότε, ως περιοδικό. Πέντε τεύχη βγήκαν και το ένα ήταν διπλό νούμερο, το πέντε και έξι, την περίοδο 1963-66. Για να βγει το πρώτο τεύχος είχαν βάλει λεφτά οι Πουλικάκος, Εμπειρίκος, Κάλλας, Βαλαωρίτης. Μετά από τις πωλήσεις έβγαιναν λεφτά, ίσως συμπληρωνόταν και κάτι, για το επόμενο τεύχος που δεν ήταν τακτικό. Το έβρισκες σε βιβλιοπωλείο και ίσως σε κάποια περίπτερα, δεν θυμάμαι… Έκανε τότε θόρυβο γιατί δεν υπήρχε κάτι καινούργιο.
pali cover 01
Πώς βλέπετε την αντίδραση στην παγκοσμιοποίηση;
Η παγκοσμιοποίηση δεν έχει άλλο λόγο από το να μπορεί η Αμερική και όποιοι άλλοι είναι μεγάλοι στο εμπόριο να βγάζουν ομοιογενή προϊόντα για όλο τον πλανήτη. Να κινούνται όπως θέλουν και να μην υπάρχει θέμα κυβερνήσεων ή κρατών ή εθνών τα οποία να έχουν τοπικό χαρακτήρα και να μην έχουν λόγο σε μεγάλα διεθνή θέματα. Όταν ο Αμερικάνος λέει για δημοκρατία και παγκοσμιοποίηση, γνωρίζουμε ότι έχει προϊόντα και θέλει να τα πασάρει παντού για να δουλεύουν όλοι σαν σκλάβοι ν’ αγοράσουν τα προϊόντα. Από πού κι ως πού είμαστε ένα. Η φύση θέλει ποικιλία. Έτσι αντιδρούν κάποιες ομάδες φανατικά ή λογικά για να προστατέψουν τον πολιτισμό τους. Η διαφοροποίηση είναι ζωή. Πάνω απ’ όλα όμως το συμφέρον του corporation, που τους θέλει όλους σκλάβους.

Σε μια περίοδο που γίνονται πολλές αναστατώσεις πιστεύετε στη δράση ή στην αποστασιοποίηση των πνευματικών ανθρώπων;
Όποιος κάνει δράση καλά κάνει, αλλά η δράση σήμερα θα τσακιστεί μόλις σηκώσει κεφάλι. Δεν θα βγει τίποτα, απλώς κρατά μια φλόγα. Πάντα υπάρχει η τάση του δυνατού να θάψει στη λάσπη τον αδύνατο και ίσως αυτός είναι ο νόμος της φύσης που επαναλαμβάνεται. Όπως και η αντίδραση του αδυνάτου. Ο αδύνατος το μόνο που κάνει είναι να κρατά μια φλόγα ζωντανή που να μεταδίδεται από γενιά σε γενιά. Μια μειονότητα που αλλιώς τα βλέπει και να κάνει καμιά φορά μια μικροέκρηξη. Εάν ακουστεί κάποιος ότι αρχίζει να γίνεται επικίνδυνος, τον τσακίζουν επί τόπου. Πολλές φορές και οι ομάδες που κάνουν δράση διαλύονται από μόνες τους, διαστρεβλώνονται, κοιτούν το συμφέρον, να κάνουν περιουσίες και οι ίδιοι, να κάνουν έγκλημα κανονικό μέσα στην τρέλα της δύναμης με εκρήξεις απάνθρωπες. Ωστόσο η δράση είναι απαραίτητη αν και μόλις πάει να γίνει μεγάλη, όπως η Γαλλική ή Ρωσική Επανάσταση, αμέσως οι καινούργιοι αγωνιστές έχουν δικαιώματα και θέλουν να γίνουν αρχηγοί. Σε όλες τις επαναστάσεις το αποτέλεσμα είναι να πέσουν τα αφεντικά και να μπουν καινούργια αφεντικά. Δεν επιτρέπεται να υπάρξει ουτοπία! Παράδεισο θα το κάνουμε;

Αφού δεν μπορούν οι άνθρωποι ν’ αλλάξουν τον κόσμο μήπως μπορούν οι τέχνες; Το πιστέψατε ποτέ αυτό στη διάρκεια όλων των θεωρητικών επαναστάσεων της τέχνης σε άλλες δεκαετίες;
Δεν πιστεύω αυτό. Η τέχνη είναι απαραίτητη για τον εγκέφαλο του ανθρώπου που ασχολείται. Δεν είναι για ν’ αλλάξει τον κόσμο, αλλά για να υπάρχει μια πνοή χαράς. Οι τέχνες είναι απαραίτητες για την ψυχή του ανθρώπου. Από τον χωριάτη που έχει τα δημοτικά τραγούδια, τις τοπικές στολές, τις γιορτές και τα περίεργα ψωμιά που θα φτιάξει μέχρι τους κουλτουριάρηδες και τους διανοούμενους. Όσο και να φτύνει τις τέχνες ο έμπορας και ο μπίζνεσμαν, χρειάζεται η πνευματική χαρά. Αλλά δεν θ’ αλλάξει τον κόσμο…

Η κοινωνία γεννά μισάνθρωπους, όπως στο έργο του Σαίξπηρ, Τίμων ο Αθηναίος;
Είναι κακό ν’ αντιδρά κανείς με μίσος, όμως μπορεί να είναι μισάνθρωπος σε στυλ ερημίτης, με την έννοια του αποχωρητή. Ο περισσότερος κόσμος είναι σαν κοπάδι. Μαζεύεται πολύ σε διάφορα γεγονότα που είναι θέατρο. Όπως ο θάνατος του Πάπα. Όπως ο θάνατος της Νταϊάνας που ακόμη ακούγεται. Μια άσχετη πριγκίπισσα, εκεί πέρα… Έτσι ξεχνάμε ότι οι κοινωνίες πάνε κατά διαόλου, να ξεχάσουμε το περιβάλλον που παντού καταστρέφεται και πολλά ακόμη. Στις άκρες εκείνοι που είναι ηρωικοί ή άγιοι ως μειονότητες, όπως ο διανοούμενος, αλλά και ο δολοφόνος. Καμιά φορά σκέπτομαι πώς θα μπορούσε να είναι η κοινωνία με μια αστυνομία κάπως πολιτισμένη που θα κάνει τις κτηνωδίες της πού και πού. Απορώ γι’ αυτό που έγινε στην Αφρική, στην Ασία και στην Ευρώπη τελευταία, όπου ο νέος που θέλει να βρει μια δουλειά, ψάχνει και γίνεται τελικά αστυνομικός. Αυτό δεν το έχω καταλάβει ποτέ.

Έχετε επιδείξει ποτέ υπερβολική εργατικότητα στη ζωή σας;
Όχι, δεν με ενδιαφέρει κάτι τέτοιο. Πότε δεν σκέφτηκα να αφοσιωθώ στην τέχνη. Τα παραδείγματα των αφιερωμένων στην τέχνη, όπως ο Βαν Γκογκ, που δουλεύουν ώρες και έχουν αφήσει την οικογένεια στην άκρη, ταλαιπωρία και πάθος, είναι κάτι που δεν θα το ήθελα για μένα. Όταν συμβεί κάτι που με κάνει να ενεργοποιηθώ πιο εντατικά συνήθως βγαίνει αποτέλεσμα.

Ποιες μουσικές σας πυροδοτούν και σας συντροφεύουν;
Βρίσκω ενδιαφέρον και στα δημοτικά και στην κλασική και στα παλιά αστικά, όπως ο Αττίκ, στο ροκ πάντα μ’ αρέσουν οι Ρόλινγκ Στόουνς, στα γαλλικά, στη τζαζ ειδικά, ο Τσαρλς Μίνγκους, αλλά και ο Φρανκ Ζάππα, ο Τζων Κολτρέιν, ο Μάιλς Ντέιβις, ακόμη και η γιαπωνέζικη μουσική των τυμπανιστών Kodo. Δεν μου αρέσει καθόλου το ραπ. Είναι σκέτη απάτη. Δεν έχει σχέση με μουσική. Είναι τα ψευτοπαράπονα των μαύρων της Αμερικής. Οι μαύροι στην Αμερική δεν έχουν κανένα λόγο να έχουν παράπονα. Ό,τι θέλουν το έχουν. Πάνε για αντιπρόεδροι, δήμαρχοι παντού, διευθυντές αστυνομίας, στα καίρια πόστα στις ταινίες του Χόλυγουντ, δικαστές… Ένα άλλο παράδειγμα είναι ο φεμινισμός. Αυτό το μοντέλο του να παραπονείσαι συνέχεια και ενώ τα έχεις πάρει όλα, να θέλεις να πάρεις και τα υπόλοιπα και να παραμένεις στο προσκήνιο με παράπονα και δήθεν ότι έχεις αδικηθεί, δεν στέκει. Είναι απληστία…

Σε ποια γειτονιά μεγαλώσατε;
Στον πόλεμο στα Πατήσια και μετά στον Ερυθρό Σταυρό από την μεριά των Τουρκοβουνίων. Αμπελόκηποι και μετά τέρμα Αμπελοκήπων.

Πότε εκδηλώθηκαν οι πρώτες καλλιτεχνικές ανησυχίες σας;
Στο σχολείο με σκιτσάκια που έφτιαχνα στη διάρκεια του μαθήματος, μικροπορνογραφικού περιεχομένου που τα μοίραζα στην τάξη μαζί ένα έναν ακόμη σκιτσογράφο συμμαθητή μου. Πολλές φορές σατίριζα το θέμα της ημέρας στο μάθημα της ιστορίας και των θρησκευτικών. Στο μάθημα της Λογικής, είχα τον μεγαλύτερο βαθμό στην τάξη, δεκάξι. Το 1959 δημοσίευσα κάποια ποιήματά μου σε περιοδικά. Μετά έγραφα στο Πάλι... Στα δεκάξι μετά τα κόμικς μου την έδωσε ο Φώτης Κόντογλου με τα πεζά του. Μετά Μπάροουζ - πιστεύω ότι σήμερα τα τρία πρώτα βιβλία του έχουν σημασία - Κέρουακ, Μπέκετ, Κάφκα και Καβάφης. Στα έργα τους παίζει ρόλο και η εποχή όπου έκαναν ένα καινούργιο άνοιγμα. Κλασικά μένουν τα έργα του Όμηρου και του Σαίξπηρ, γίγαντες για πάντα.
1965
Ποιος είναι ο συνεχιστής των αρχαίων σάτυρων που αναφέρετε στο βιβλίο σας;
Η Αμερική και ιδιαίτερα το Λας Βέγκας που είχε απλώσει τη διαφθορά. Όλοι οι γκάνγκστερ, οι πολιτικοί ακόμη και οι πρόεδροι χωρίς τα λεφτά του Λας Βέγκας δεν θα έβγαιναν. Λεφτά βρώμικα για τις καμπάνιες τους και μετά υποχρεωμένοι, βέβαια, στην παράνομη οικονομία. Ο μόνος που προσπάθησε να είναι ανεξάρτητος, ο Κέννεντυ, τον έφαγαν. Βέβαια είχε πληρωθεί πρώτα από αυτούς και μετά τους έριξε.

*Τα βιβλία του Πάνου Κουτρουμπούση: Εν Αγκαλιά de Κρισγιαούρτι yortos Ταχυδρομάτα y Historias Περίεργες, 1978 – Στο Θάλαμο του Μυθογράφου – Η Ταβέρνα του Ζολά (μια επιλογή από τα πρώτα δύο συν πέντε έξι καινούργια διηγήματα) – Εικαστικά (με κείμενο) – Ποιήματα (δίγλωσσο: ελληνικά – αγγλικά) – Το Κεντράκι του Ταρζάν.
Koutroubousis 1
*Το βιβλίο «Το Κεντράκι του Ταρζάν» του Πάνου Κουτρουμπούση κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates