Ο Μίκης Θεοδωράκης για το «Ανακυκλώνοντας τη Μήδεια» (και όχι μόνο)

(ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΠΟΤΑΜΟΣ) Ολόκληρη η επίκαιρη και καυστική -για πολλούς και πολλά-τοποθέτηση του μεγάλου Έλληνα δημιουργού στη συνέντευξη τύπου ενόψει της πρεμιέρας της ταινίας…
23/07/2013

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Ogdoo.gr

Η Μήδεια δεν είναι θύτης, είναι θύμα
Το 1980 αποφάσισα να ασχοληθώ με τη Μήδεια, έκανα περίπου δύο χρόνια για να την τελειώσω. Συμβατικά είναι όπερα αλλά για μένα ήταν ένα είδος μουσικό. Μέχρι τότε είχα γράψει συμφωνικά έργα, ορατόρια αλλά ποτέ στα έργα δεν είχα μέσα το δράμα, δηλαδή ήταν μία μουσική που ερμήνευε απλώς μία ποίηση, εδώ είχαμε ένα δράμα, είχαμε μια σύγκρουση για πρώτη φορά και έπρεπε με την μουσική να μπω μες στο πετσί των πρωταγωνιστών , τι είναι η Μήδεια, και με την μουσική να δώσω όλη αυτή την διαδικασία μου μας δίνει καταπληκτικά ο Ευριπίδης, πώς μια γυναίκα φτάνει στο σημείο να σκοτώνει τα παιδιά της, δεν είναι κάτι απλό. Η πρωταρχική γραφή είναι περίπου πέντε ώρες, μετά την έκανα τρείς ώρες περίπου, εκεί λοιπόν είδα ότι η Μήδεια δεν είναι θύτης είναι θύμα! Κι αυτό ήθελε να τονίσει και ο Ευριπίδης, γιατί το γράφει αυτό στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και κάτι θέλει να πει στους Αθηναίους, πάντοτε είχε μια κριτική στάση και σκέψη για τους Αθηναίους. Ή για τους Τρωάδες, παραδείγματος χάριν, όπου καταγγέλλει την αγριότητα και τη βαρβαρότητα των Ελλήνων απέναντι στους Τρώες, κάτι τέτοιο θέλει να πει και εδώ. Είναι πολύ σημαντικό όταν ο Ιάσων λέει την Μήδεια «Είσαι μια βάρβαρη και ζεις τώρα στην Ελλάδα, όχι στη χώρα σου, και πρέπει να υποκύψεις, γιατί ότι κάνω το κάνω για το συμφέρον σου! Δεν αγάπησα τη βασιλοπούλα, εγώ έχω γυναίκα (εσένα) και παιδιά, την πήρα γιατί συμφέρει να έχω λεφτά για τα παιδιά σου! Εσύ κάτσε στην γωνιά σου». Οι Έλληνες φέρονται σα να είναι βάρβαροι, η Μήδεια σκότωσε τον αδερφό της, γι’ αυτόν πρόδωσε την οικογένειά της, τον πατέρα της, για να ζήσει στην Ελλάδα. Και πρέπει να θεωρεί μεγάλη της τιμή που ζει στην Ελλάδα που την κερατώνει, γιατί ακριβώς ζει στην Ελλάδα! Την πάνε σε ένα σημείο που δεν έχει επιλογή πλέον και νομίζω πως ο θεατής με ανακούφιση βλέπει την δολοφονία του Κρέοντα και της κόρης του. Αρχίζει από εκεί, γιατί θέλει να δώσει στον Ιάσονα όλον τον πόνο, αν τον σκότωνε δεν θα του έδινε τον απόλυτο πόνο, το να σκοτώσει τα παιδιά του αυτό είναι ο απόλυτος πόνος.

Μας θεωρούν σαν βάρβαρους και μας δολοφονούν
Αυτό το λέω γιατί το ίδιο πράγμα γίνεται και σήμερα με την Ελλάδα, δεν είναι η Ελλάδα που σκοτώνει τα παιδιά της. Τώρα οι βάρβαροι είμαστε εμείς, όλη η Ελλάδα είναι βάρβαροι και οι πολιτισμένοι είναι οι Γερμανοί, είναι οι Αμερικάνοι , είναι οι ξένοι κ.τ.λ. και μας θεωρούν βάρβαρους και μας δολοφονούν... Όταν στο φιλμ λέω τρείς φορές ότι ήμουν τρομοκράτης το εννοώ τελείως ανάποδα, τρομοκρατώ τους τρομοκράτες ! Εγώ πάλευα για την πατρίδα μου και οι Γερμανοί τότε μου λέγανε «είσαι τρομοκράτης» και με καταδικάζανε σε θάνατο. Στον εμφύλιο πόλεμο, 16.000 παιδιά σαν κι εμένα σκοτώθηκαν ως τρομοκράτες από τους φασίστες τους Έλληνες που πίσω τους ήταν πάλι κρυμμένοι οι Γερμανοί και οι Αμερικάνοι. Και η χούντα το ίδιο μας έλεγε, πως ήμασταν τρομοκράτες, δικάστηκα με τον νόμο 902 τρις εις θάνατον. Γιατί; Γιατί ήμουν εναντίον της χούντας, εναντίον των τρομοκρατών... Αυτοί έκαναν τα πάντα για να μη δικαστώ κι εγώ έκανα απεργία πείνας για να πάω να δικαστώ. Αυτές οι ομοιότητες σταματάνε εδώ, πράγματι είναι ευρηματικό το ότι μια μητέρα σκοτώνει τα παιδιά της, αποτρόπαιο. Όταν όμως θα δείτε το τέλος που η Μήδεια γίνεται η Ελλάδα, βλέπετε τον σπαραγμό της Ελλάδας, σπαράζει, η Ελλάδα σπαράζει για τα παιδιά της. Και τα παιδιά της τα βλέπουμε, είναι αυτά τα παιδιά τα οποία είναι θύματα της αστυνομικής βίας. Το παιδί με την αντιασφυξιογόνα μάσκα που θα δείτε στο φιλμ αυτό είναι το παιδί που σκοτώνεται, και σκοτώνουν και τα μικρά και τα μεγάλα παιδιά. Γιατί εγώ με τον Γλέζο είμαστε μεγάλα παιδιά που πηγαίναμε μπροστά και φοράγαμε μάσκες για τα δακρυγόνα... Μα είναι πράγματα αυτά; Είναι στάση για ένα συνθέτη που αντί να κάθεται μέσα σε μια αίθουσα να ακούει την όπερα του και να τον χειροκροτούν και αντί αυτού να είμαι μπροστά τα ματ και να με χτυπάνε με τα κλομπ και να μου ρίχνουν δακρυγόνα και χημικά; Και είναι θάνατος αυτά, μια κοπελίτσα που ήταν πλάι μου ήταν τρεις μήνες στο νοσοκομείο με τα χημικά, αυτά που η Ευρώπη τα απαγορεύει... Όμως χάρη στο εύρημα του Κούτουλα, τον όποιο θεωρώ ιδιοφυή γιατί έτσι είναι εκ των πραγμάτων, η Μήδεια είναι η Ελλάδα. Άκουσα ότι η Ελλάδα σκοτώνει τα παιδιά της, δεν είναι έτσι, εκτός αν η Ελλάδα είναι ο Παπακωσταντίνου ή ο Τσοχατζόπουλος αυτή η κλίκα…

Το «τρένο» της βουλής
Αυτό που εγώ δεν θα ζήσω και που παλεύω από το 1950 είναι η εθνική ανεξαρτησία. Δεν είμαστε ανεξάρτητοι, δε δέχομαι να είμαστε προτεκτοράτο! Ο πατέρας μου ήταν διευθυντής υπουργείου μετά τον εμφύλιο πόλεμο, είχε προϊστάμενο έναν Αμερικάνο, αυτός διηύθυνε το υπουργείο. Σήμερα δεν χρειάζεται να τα κάνουν αυτά, είναι αόρατοι! Αλλά γίνεται κάτι στην Ελλάδα χωρίς να το εγκρίνουν οι Αμερικάνοι; Έχουμε δική μας διπλωματία; Έχουμε δική μας άμυνα; Έχουμε δική μας οικονομία; Έχουμε δικό μας πολιτισμό; Το καλύτερο που είχαμε ήταν ο πολιτισμός μας, τον καταργήσανε κι αυτόν... Αν δεν απελευθερωθούμε και δεν είμαστε ανεξάρτητοι τότε θα έχουμε αυτό το φαινόμενο, θα έχουμε αυτή την διαφθορά, η οποία δε είναι ελληνική διαφθορά γιατί ο Έλληνας είναι με τους καλούς καλύτερος, και με τους κακούς χειρότερος... Δεν είναι βλάξ να πληρώνει φόρους για να κάνει ο Τσοχατζόπουλος σπίτια και διάφοροι άλλοι Τσοχατζόπουλοι, και να κάθονται στις καρέκλες και να παίρνουν τους μισθούς, υπουργοί, βουλευτές... Είναι και οι αριστεροί συναγωνιστές μου... Κλαίνε όλοι που παίρνει ο κόσμος 400 ευρώ μισθό και αυτοί, οι συναγωνιστές μου, 7.000 ευρώ το μήνα. Και ο καθένας απ’ αυτούς τι κάνει; Κάθονται μέσα σε ένα τρένο που λέγεται βουλή και είναι ένας μηχανοδηγός που είναι ο πρωθυπουργός και η πάλη γίνεται σε πιο βαγόνι θα πας, στο πρώτο, το δεύτερο, το τρίτο. Και είναι ευτυχής ο ΣΥΡΙΖΑ που από τέταρτο έγινε δεύτερο, μπορεί να γίνει και πρώτο, να γίνει και μηχανοδηγός, το τρένο αυτό πού πάει όμως; Σε ποιές ράγες; Οι ράγες είναι στρωμένες από την τρόικα και από την Ευρώπη. Αν μπεις μες στη βουλή, αν μπεις στο τρένο, θα πας εκεί που θέλουν αυτοί. Επομένως η λύση δεν είναι αυτή, το τρένο πρέπει να αλλάξει ράγες, να τις πάμε όπου θέλουμε εμείς. Ανεξαρτησία, αυτό είναι! Γι’ αυτό τώρα στα γεράματα έγινα ριζοσπάστης, μόνο έτσι θα σπάσουμε τις ρίζες! Ο κόσμος, όταν βγήκα με τον Γλέζο, ήρθε μαζί μας, ήλπιζε ότι θα κάνουμε το νέο Ε.Α.Μ. για να γλυτώσουμε, αλλά οι σύντροφοί μου μπήκαν μέσα στη βουλή και ο κόσμος απογοητεύτηκε και έφυγε. Επί δύο χρόνια μιλούσα σε 10.000, 50.000, 80.000 κόσμο σε Προπύλαια, Θεσσαλονίκη, Κρήτη, Καβάλα, Δράμα όπου πήγα. Αλλά τον προδίδουν τον κόσμο οι ίδιοι άνθρωποί του... Γιατί η Αριστερά είναι άνθρωποί του και μπήκαν και αυτοί στην βουλή... Με ποιους να πολεμήσεις; Με τη Σπίθα κι εμένα; 88 χρονών;

Το όπλο του κινηματογράφου
Όμως πιστεύω πολύ σε αυτό το όπλο, το όπλο του κινηματογράφου. Καταρχήν, με ενδιαφέρει πολύ και η γνώμη των ξένων, όλοι λένε πώς αν πας έξω ακούνε Ελλάδα και ο καθένας ξινίζει τα μούτρα του, έχουν τόσο συκοφαντηθεί οι Έλληνες και η Ελλάδα από τα περιοδικά τους και τις εφημερίδες από τους Έλληνες τους ίδιους... Όταν έβγαινε ο Γιωργάκης έξω και ο Παπακωνσταντίνου και έλεγαν ότι εμείς είμαστε τεμπέληδες, ότι δεν κάνουμε τίποτα. Εδώ όμως τους δίνουμε μια απάντηση που έχει την υπογραφή του Ευριπίδη και από εκεί και πέρα όσοι ασχοληθήκαμε τους δίνουμε την απάντηση. Εγώ ασχολήθηκα ως μουσικός και νομίζω ασχολήθηκα με μεγάλη συνείδηση του τι κάνω, θα ακούσετε και εσείς, είναι ενός επιπέδου, άλλωστε δεν μπορώ να μιλήσω για την μουσική μου, την ξέρετε και εσείς. Από εκεί και πέρα, έρχεται και ο Ζανέλα να την κάνει μπαλέτο, και πριν από δυο χρόνια στην Σύρο παρουσίασε ένα ιδιοφυές μπαλέτο. Έδωσε όλη την ουσία της τραγωδίας και πήγα και εγώ στη Σύρο και το είδα και είπα στον Αστέρη «Έλα να το κάνεις φίλμ αυτό»! Και πράγματι ήρθε και βγήκε μια καταπληκτική ταινία. Μεσολαβούν τα γεγονότα, όπως είπε και ο ίδιος, τα συλλαλητήρια και με την δική μου εικόνα στην πρώτη γραμμή με τη μάσκα. Και έτσι παρουσιάζουμε την τραγωδία μας την καθημερινή, με τον κόσμο να βγαίνει στα συλλαλητήρια με τα ΜΑΤ να μας αντιμετωπίζουνε σαν αν είμαστε εχθροί. Και η εικόνα του νέου παιδιού πάλι με την μάσκα να εκπροσωπεί όλους τους νέους, τους 1,5 εκ. ανέργους που έχουμε. Καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό για μία χώρα η οποία πάει να απογειωθεί, η οποία δίνει λεφτά για να μορφώσει τα παιδιά της, ένας που βγαίνει τελειόφοιτος έχει ξοδέψει εκατομμύρια ευρώ από το γονιό του και αντί να βρει μια δουλειά πάει για σερβιτόρος, αν βρει και αυτή τη δουλειά. Ή ζει στη πλάτη του πατέρα ή του παππού του. Καταλαβαίνετε τι ψυχολογικά δράματα είναι αυτά να μην έχεις δουλειά και να έχεις διπλώματα. Και έρχονται οι ξένοι και τα παίρνουν έτοιμα. Και τα παιδιά βγαίνουν στο δρόμο γι’ αυτά που δικαιούνται, «θέλουμε τη ζωή μας», λένε. Τι θέλουν επιτέλους οι ξένοι από μας; Αυτοί έρχονται εδώ, δεν πάμε εμείς. Πάμε εμείς στη Γερμανία, στη Γαλλία, στην Αμερική; Έρχονται οι Άγγλοι και μας κάνουν εμφύλιο πόλεμο. Έρχονται οι Γερμανοί και μας κάνουν 4 χρόνια κατοχή. Και έρχονται πάλι οι Γερμανοί.

Μια «απάντηση» υψηλού επιπέδου
Αυτό το φιλμ όπως θα δώσει μια απάντηση υψηλού επιπέδου αισθητικής. Λέει ότι αυτή η χώρα που τη θεωρείτε κατώτερη με τεμπέληδες κτλ παράγει πολιτισμό. Διότι είναι άψογο το φιλμ από κάθε άποψη. Και η παρουσία της Μπέλα μέσα σ’ αυτό θέλει να υπογραμμίσει ότι τη στιγμή που εδώ γίνονται αυτά, σε μια χώρα όπως η Γερμανία τα παιδιά ζουν ανέμελα. Όμως δεν ξέρουμε τι θα γίνει και με τα παιδιά αυτά. Γιατί βλέπετε ότι ξεκίνησε από την Ελλάδα, πήγε Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, αρχίζει η Γαλλία κι εγώ νομίζω ότι θα φτάσει και στη Γερμανία. Γιατί αυτός ο ιός είναι καθαρά μια επίθεση του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και του διεθνούς χρηματοπιστωτικού λόμπι ενάντια στην Ευρώπη. Την Ευρώπη φοβούνται. Γιατί φανταστείτε να γινόταν μια ενιαία Ευρώπη τετρακόσια εκατομμύρια, με πολιτισμό δύο χιλιάδων χρόνων, όχι όπως η Αμερική δύο αιώνων. Αλλά και πλούσια χώρα, πολύ πιο πλούσια από την Αμερική. Μια Ευρώπη του πολιτισμού, της αφθονίας και της ειρήνης. Γιατί μια τέτοια Ευρώπη δε θα άφηνε τους Αμερικανούς να πηγαίνουν χωρίς έλεγχο και να σκοτώνουν ένα λαό, το Αφγανιστάν, το Ιράκ, τη Λιβύη, τώρα τη Συρία, αύριο το Ιράν. Τι είναι αυτά; Μια ληστοσυμμορία που κάνει ότι θέλει. Μια Ευρώπη των λαών, του πολιτισμού, όχι των πουλημένων. Δεν καταλαβαίνουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες ότι με την υποτέλειά τους βάζουν θηλιά στο λαιμό τους. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο, αυτή η όμορφη κοπελίτσα, η Μπέλα, δίνει αυτό το στίγμα. Γιατί και στη Γερμανία ξεκινάει αυτό το πράγμα. Έτσι, μ’ αυτό το φιλμ εμείς πάλι θα είμαστε πρωτοπόροι. Δίνουμε μια περήφανη απάντηση. Και ιδιαίτερα αυτό που μας κάνει περήφανους είναι η τελευταία σκηνή. Όταν η Κουσουνή –η οποία είναι μεγάλη χορεύτρια, πραγματικά, σε μια εκπληκτική χορογραφία- όταν έχει πλέον διαπράξει το έγκλημά της και το βλέπει, όταν συνειδητοποιεί πια δηλαδή η Ελλάδα η ίδια ότι δεν μπορούμε πια να ζούμε έτσι, περιτριγυρισμένοι από καπνογόνα, δακρυγόνα, χημικά... Μα πού πάμε; Σήμερα ψηφίζεται ένα πολυνομοσχέδιο στο οποίο υπάρχει άρθρο σύμφωνα με το οποίο οι κύριοι αυτοί της τρόικα κτλ δεν πληρώνουν φόρους. Αυτοί που μας βάζουν όλους αυτούς τους φόρους, μας απολύουν, μας κάνουν, απαλλάσσονται από τους φόρους. Δεν γίνονται αυτά. Αυτό το πράγμα δεν έγινε ούτε με τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή ούτε με τους Ρωμαίους. Πρώτη φορά γίνεται. Γι’ αυτό τα επισημαίνω όλα αυτά μη βγούνε και πούμε «Ο Θεοδωράκης τρομοκράτης». Όχι. Πράγματι, στην κατοχή ήμουν ένοπλος. Και στον εμφύλιο ήμουν ένοπλος. Στη χούντα δεν κατάφερα να γίνω ένοπλος, αλλά ήμουν στην παρανομία, τους πολέμησα. Και σήμερα αν τα κατάφερνα θα ήμουν πάλι ένοπλος. Δεν έχω πρόβλημα εγώ. Αλλά δεν έχω πλαίσιο. Γι’ αυτό ακριβώς πιστεύω ότι η προσφορά μου είναι να ενημερώσουμε το λαό για το τι συμβαίνει. Δεν ξέρει ο λαός. Και πώς να ξέρει, όταν ο Τύπος είναι πουλημένος, με συγχωρείτε κιόλας αλλά ξέρετε καλύτερα από μένα τι συμβαίνει στον Τύπο και ποιος τον διευθύνει. Εγώ είμαι έφιππος πάνω στο άλογο της αντίστασης συνεχώς, αλλά είδατε ποτέ να προβάλλεται μία ομιλία μου; Αποκλείουν έναν άνθρωπο που ζει σ’ αυτή τη χώρα 88 χρόνια και παλεύει 70 χρόνια. Κανένας σεβασμός, τίποτα. Φεστιβάλ Αθηνών. Όλοι μιλάνε για τον κύριο Λούκο. Δεν τον ξέρω τον κύριο Λούκο. Είπαμε να κάνουμε μια συναυλία, αυτός είπε «μπα». Οπότε, κάποια στιγμή η κρατική ορχήστρα παίζει την τέταρτη συμφωνία μου. Ήρθε στα παρασκήνια και ρώτησε τι είναι αυτό. Του είπαν «Θεοδωράκης» και είπε «Μα καλά, αυτός δεν γράφει κάτι τραγουδάκια;». Πρόεδρος του Φεστιβάλ δεν ξέρει τη μουσική μου. Την ξέρουν στην Ιαπωνία, την ξέρουν στην Κίνα, στη Χιλή, και εδώ δεν με ξέρει ο καθ’ ύλην υπεύθυνος. Όταν λοιπόν νιώθω εγώ την πίεση, φανταστείτε ο απλός ο κόσμος. Γι’ αυτό πρέπει να τους ενημερώσουμε, να τους πούμε τι είναι το μνημόνιο, τι είναι η πτώχευση και ποιος είναι ο πλούτος της χώρας. Γιατί είμαστε πλούσια χώρα, γιατί ο Έλληνας είναι πλούσιος.

Ένα έργο που σπάει κόκαλα
Κι αυτό το φιλμ εντάσσεται μέσα σ’ αυτή τη διαφώτιση του κόσμου. Είναι πραγματικά ένα μεγάλο όπλο για τον κόσμο. Και χάρη στον κύριο Κοσσυβάκη (αυτός με ξέρει, ο κύριος Λούκος δεν με ξέρει) θα πάει στους κινηματογράφους. Εγώ αμφιβάλλω αν μπορέσει να σταθεί, θα υπάρχουν αντιδράσεις, γιατί πραγματικά αυτό το έργο σπάσει κόκαλα. Και είμαι πολύ περήφανος. Τι ευτυχία για ένα συνθέτη ν’ ακούει τη μουσική του και να βλέπει το πρόσωπο αυτής της κοπέλας, της Μπέλα, με την οποία μπορεί να έχουμε διαφορές, είναι Γερμανίδα, είμαι Έλληνας, εντάξει, έχουμε και κάποια... μικρή διαφορά ηλικίας, αλλά με τη μουσική και την ταινία είμαστε ένα!

«Πήρα τη ρεβάνς μου!»

Απαντώντας σε ερωτήσεις, ο Μίκης Θεοδωράκης είπε:
*Για τις όπερες και τις συμφωνίες του: Έχω δηλώσει ότι επηρεάζομαι πάρα πολύ από την ποίηση. Για μένα, ο μεγαλύτερος ποιητής είναι ο Καβάφης. Αλλά δεν έχω μελοποιήσει, γιατί ο Καβάφης δεν έχει την «υγρασία» εκείνη, χρειάζεται μια κάποια «υγρασία», μια φιλοσοφία είναι άλλο πράγμα. Πόσο μάλλον μ’ αυτό το τεράστιο κείμενο του Ευριπίδη. Μάλιστα επειδή εγώ έζησα στην Τρίπολη και είχα την ευτυχία να έχω έναν πολύ καλό δάσκαλο, ονόματι Πανούτσο. Και σε ηλικία τότε 15 ετών μου μάθαινε αρχαία. Και άρχιζα να μεταφράσω και Πλάτωνα και Αριστοτέλη, αλλά τις τραγωδίες τις μάθαινα απ’ του Γρυπάρη. Μεγάλωσα με αρχαίες τραγωδίες και ήθελα και η μουσική μου να φτάσει στο σημείο αυτό, γιατί θεωρώ ότι τα κείμενα αυτά είναι το καταστάλαγμα, το DNA του ελληνικού έθνους. Καταλάβατε με τι δέος έκανα αυτή τη δουλειά. Και φυσικά, είχα την ευτυχία αυτό το έργο να ανεβεί κιόλας, πρώτη φορά το χρηματοδότησε το κράτος των Βάσκων, μια καταπληκτική παράσταση. Επίσης παίχτηκε στη Γερμανία στα γερμανικά. Παίχθηκε και στο Ηρώδειο πριν από 20 χρόνια. Γι’ αυτή τη βερσιόν που έκανα για την ταινία, βοήθησε ο Αστέρης οικονομικά, εγώ και ένας φίλος μας, ο Αλέξανδρος Καρόζας, για να πληρώσουμε τους μουσικούς και τους χορωδούς, της Ακαδημίας της Αγίας Πετρούπολης. Είναι η χορωδία ρώσικη, είναι και η ορχήστρα ρώσικη. Έχω κάνει και Σοφοκλή, την Ηλέκτρα, και για την Αντιγόνη έχω κάνει εγώ το σενάριο, γιατί πήρα όλες τις τραγωδίες στις οποίες εμπλέκεται η Αντιγόνη που παίχτηκε στο Μέγαρο. Είχα προχωρήσει και στο συμφωνικό, γράφοντας συμφωνίες, οπότε το έργο της ζωής μου πρέπει να είναι αυτές οι 4 όπερες, γιατί είναι και η Λυσιστράτη του Αριστοφάνη. Στο σημείο αυτό, εκ μέρους της New Star ο Βελισσάριος Κοσσυβάκης επισήμανε: «Είχαμε συνηθίσει τον Μίκη να γράφει μουσική για ταινίες που είχαν ήδη γυριστεί. Εδώ έχουμε κάτι εντελώς αντίστροφο: υπάρχει η μουσική, και ο σκηνοθέτης πια, με βάση του μουσική, φτιάχνει όλο αυτό το έργο που θα δείτε»

Το σχόλιο του Μίκη Θεοδωράκη: Τώρα πήρα τη ρεβάνς μου! Μ’ αρέσει πάρα πολύ ο κινηματογράφος. Στα Χαυτεία υπήρχαν ορισμένοι κινηματογράφοι που έπαιζαν δύο ταινίες με πολύ φτηνό εισιτήριο. ήταν τόσο φτηνό που υπήρχε μια επιγραφή «Παρακαλώ αφήνετε τα κασελάκια σας μπροστά». Τα κασελάκια ήταν των λούστρων. Όλα τα μικρά παιδιά τότε , μετά τον πόλεμο, ήταν λούστροι. Τα πεζοδρόμια απέναντι από τον Άγνωστο Στρατιώτη ήταν γεμάτα λούστρους. Και οι αστυνομικοί τους κυνηγούσαν. Μπορούσε να γίνεις κομμουνιστής, αναρχικός, δολοφόνος μόνο και μόνο όταν έβλεπες αστυφύλακες να κυνηγάνε και να χτυπάνε αυτά τα παιδάκια που βγάζανε μεροκάματο. Μαζί με τους λούστρους η αστυνομία κυνηγούσε και τα παιδιά που πουλούσαν κουλούρια. Τους χτυπούσαν και πετούσαν κάτω τα κουλούρια. Φοβερές σκηνές. Λοιπόν, πήγαινα μαζί με τον Μιχάλη τον Κατσαρό, τον μεγάλο τον ποιητή, μαζί με τους λούστρους σινεμά. Πήγαιναν πολλές φορές για δροσιά και για να κοιμηθούνε. Κι εμείς πηγαίναμε για να κοιμηθούμε. Και βλέπαμε κυρίως καουμπόικα. Αλλά τα λουστράκια σχολίαζαν κιόλας, «πρόσεχε, πίσω σου!» και τέτοια. Κάνανε διάλογο με τους πρωταγωνιστές. Ήμουν φανατικός του σινεμά. Κι όταν πήρα την πρώτη παραγγελία για μουσική σε ταινία, κατάλαβα ότι εγώ είμαι όργανο του σκηνοθέτη. Εγώ υπάκουα στον σκηνοθέτη. Πρώτη φορά που ο σκηνοθέτης υπακούει στη δική μου μουσική είναι αυτή. Γι’ αυτό λέω πήρα μια ρεβάνς.

Σκηνές που θα μπούνε στη Λέσχη του Κινηματογράφου
*Για το νόημα του τίτλου της ταινίας: Εδώ λείπει μια λέξη: Ανακυκλώνοντας την ερμηνεία της Μήδειας. Ανακυκλώνω σημαίνει αλλάζω τη δομή του έργου, το ανακατεύω και βγάζω κάτι άλλο. Αλλά δεν είναι αυτό, η Μήδεια παραμένει ίδια, τα νοήματα, ίδιοι χαρακτήρες, δεν αλλάζουν. Νομίζω ότι βλέποντας το φιλμ θα καταλάβει κανείς ότι η Μήδεια είναι ακέραιη και ανακύκλωση είναι ο τρόπος που την ερμηνεύει, την επικαιροποιεί. Αλλά νομίζω και ο Ευριπίδης, όταν βάζει τον Ιάσωνα να μιλάει στη Μήδεια μ’ αυτόν τον τρόπο και να της λέει ότι ζει σε μία χώρα πολιτισμένη ο χορός συγκατανεύει στην αρχή, λέει «Πρόσεχε, Μήδεια, γιατί αυτά που λέει ο Ιάσων είναι σωστά». Αλλά μετά όταν της λέει ότι θα δώσω χρήματα κι ότι εσύ έχεις προνόμιο επειδή είσαι μια βάρβαρη και ζεις σε μια πολιτισμένη χώρα και πρέπει να κάνεις υπομονή, ο χορός του απαντά «Αυτά που λες είναι αισχρά, είναι εναντίον του Ιάσωνα». Και έτσι είναι, έτσι παρουσιάζει τον Ιάσωνα, έναν κομπορρήμονα. Αλλά η Κουσουνή (σ.σ. ερμηνεύει τη Μήδεια), στο τέλος, που καταλαβαίνει πλέον κανείς ότι είναι η ίδια η Ελλάδα, δεν είναι η ένοχος, η δολοφόνος που σπαράζει, απέναντί της είναι τα ΜΑΤ, βλέπετε ποιος είναι ο ένοχος. Και την ώρα που σπαράζει, βλέπετε και το παιδί που κλαίει, το οποίο είναι θύμα των ΜΑΤ. Άρα ποιος είναι ο ένοχος και ποιος είναι το θύμα; Και πραγματικά αυτό τα αλλάζει όλα. Τα δέκα τελευταία λεπτά της ταινίας είναι συγκλονιστικά, τότε που είναι η μεγάλη άρια. Εγώ πριν μπει μέσα η Μήδεια να σκοτώσει τα παιδιά της προβληματίστηκα πάρα πολύ τι μουσική να βάλω. Και βάζω την πιο λυρική μουσική, σα νανούρισμα. Η Μήδεια αγαπάει τα παιδιά της, πονάει για τα παιδιά της, δείχνει μια λατρεία για τα παιδιά της. Αυτή δηλαδή η σκηνή μιας γυναίκας που λατρεύει τα παιδιά της και αναγκάζεται να τα σκοτώσει, είναι φοβερή. Δεν είναι απλό, δεν είναι αστυνομικό το έργο, μια τρελή που σκοτώνει τα παιδιά της. Είναι ένα έργο τραγικό. Και στην ταινία η απάντηση δίνεται. Και η Κουσουνή που χορεύει μ’ αυτόν τον τρόπο, που κραυγάζει όπως σ’ εκείνον τον πίνακα με το ορθάνοιχτο στόμα. Και η Κουσουνή αναπαριστά τη σκηνή καταπληκτικά. Και προηγουμένως με τη στάση του σώματός της δείχνει να είναι σταυρωμένη. Την κάνουν οι άλλοι δολοφόνο και μετά αρχίζει ο σπαραγμός. Και τη στιγμή που φωνάζει, βλέπεις και τα ΜΑΤ, βλέπεις και το παιδί που κλαίει, βλέπεις και την καπνιά που καίγεται η χώρα. Και όπου είναι η Μπέλα, έχει βάλει τις άρεις για τα παιδιά της (σ.σ. της Μήδειας). Και είναι το βαρύ το μπαλέτο. Και βάζει την Μπέλα μέσα, μια ωραία κοπέλα που είναι σε ένα καταπράσινο τοπίο με γαλανό ουρανό, η Γερμανία έχει γαλανό ουρανό και η Ελλάδα μαύρο. Δείχνει το έγκλημα που γίνεται στη χώρα μας. Το ωραιότερο απ’ όλα είναι ότι μετά τη σταύρωση πέφτει και ξανασηκώνεται. Ξαναπέφτει και ξανασηκώνεται. Δεν είναι η Ελλάδα αυτή; Τελικά, σηκώνεται και κάθεται πάνω στο σκάφος το «Αργώ», γυρίζει και κοιτάζει περήφανα... Όλο τον κόσμο. «Εσείς είστε οι βάρβαροι, εγώ είμαι εδώ, έπεσα, ξανασηκώθηκα». Γιατί το έργο αυτό είναι πραγματικά ένα χαστούκι σε όλους αυτούς που μας λένε βάρβαρους, πέφτουμε, ξανασηκωνόμαστε. Αυτή είναι η Ελλάδα! Τους αντιμετωπίζουμε, σας το λέω και πάλι, με ένα έργο υψηλής αισθητικής. Θα δούνε αυτοί την τελειότητα του έργου, αφήστε τη μουσική· το μπαλέτο; Τέλειο. Εικόνες; Φοβερές. Η Μπέλα όταν είναι στην εξοχή και με τις άριες από πίσω είναι κάτι το καταπληκτικό. Νομίζω ότι αυτές είναι σκηνές που θα μπούνε στη Λέσχη του Κινηματογράφου. Αυτή η αρμονία είναι κάτι που σε τραντάζει.

Έπρεπε να απαγορευτεί και η λέξη ναζί...
*Για το φαινόμενο της Χρυσής Αυγής: Νομίζω ότι δεν μπορεί τόσοι Έλληνες να έγιναν ναζί μέσα σε δυο τρεις μήνες. Είναι μια κλασική στάση ανθρώπων απογοητευμένων που, θέλοντας να τιμωρήσουν την εξουσία η οποία τους καταπιέζει, τιμωρούν τον εαυτό τους. Βεβαίως, οι ηγέτες είναι ναζί. Αυτοί ξέρουν τι είναι. Και δεν νομίζω ότι είναι μόνοι τους. Πιστεύω ότι έχουν διασυνδέσεις με ναζιστικά κόμματα απ’ όλον τον κόσμο, από τη Γερμανία ιδιαίτερα, φαίνεται άλλωστε, το λένε κι αυτοί. Είναι ένα καρκίνωμα. Εγώ που έζησα την εποχή της Γκεστάπο, ακούγοντας και μόνο τη λέξη «ναζί» θέλω αμέσως να βγάλω περίστροφο. Ειδικά στην Ελλάδα, έπρεπε να υπάρχει άρθρο στο Σύνταγμα από το ’75 που να λέει απαγορεύεται και η λέξη ναζί ακόμα, όχι απλώς ο ναζισμός. Η δημοκρατία δεν είναι αναρχία, πρέπει να υπάρχει και σεβασμός, δεν μπορείς να κάνεις ότι θέλεις. Ιδιαίτερα σε μια χώρα που είναι κατεστραμμένη απ’ το ναζισμό να έχουν αυτοί το δικαίωμα να είναι και βουλευτές κιόλας. Είναι ντροπή αυτό. Αν ήμουν βουλευτής, δε θα καθόμουν ούτε στιγμή μαζί τους. ‘Η θα τους έδερνα, θα τους κυνηγούσα αν είχα τη δύναμη ή θα ‘φευγα. Μολύνουν το ναό της δημοκρατίας. Πλήρης εξευτελισμός της Ελλάδας. Έχουμε τουλάχιστον 500.000 νεκρούς στην κατοχή, τουφεκισμένους, σκοτωμένος απ’ τους Γερμανούς. Τι λόγο θα δώσουμε στα παιδιά, στα εγγόνια αυτών των θυμάτων; Και είναι και άνθρωποι που είναι απ’ τα Καλάβρυτα, απ’ το Δίστομο. Αλλά αυτό ακριβώς δείχνει ακριβώς τη σχιζοφρένεια στην οποία μας έχει οδηγήσει αυτή η κατάσταση, μια κατάσταση την οποία γεννά η ίδια η εξουσία. Έχω μια ιστοσελίδα και θα βάλω ένα φιλμ για τα στρατόπεδα του Χίτλερ. Πρέπει να το παίξουν όλοι οι ελληνικοί κινηματογράφοι, να δουν όλοι όσοι ψήφισαν Χρυσή Αυγή τι σημαίνει αυτό. Αλλά δε θα τους περάσει τελικά. Είναι όμως μια ντροπή και για το λαό αυτό το πράγμα. Και κυρίως για τη νεολαία. Πού είναι οι φοιτητές που ήταν πάντα πρωτοπόροι; Επιτρέπεται να μην ξέρουμε τι είναι ο φασισμός, τι υποφέραμε απ’ αυτούς; Αλλά φταίνε και οι γονείς».

Ο Μίκης και η Μυρτώ...

*Για τη διαπαιδαγώγηση και τη σύζυγό του, Μυρτώ: Ξέρετε, κι εμείς, ως γονείς, που περάσαμε όλα αυτά που περάσαμε, είπαμε θα δουλέψουμε για να μην περάσουν τα παιδιά μας τα ίδια. Την εποχή που ήταν έγκυος η Μυρτώ ήμασταν φτωχοί. Με ρώτησε η Μυρτώ «Πώς θα ζήσει το παιδί;», της λέω «Με αγάπη...». Αυτή την αγάπη έδωσαν οι γονείς σας. Να μη λείψει τίποτα, να έχετε το καλύτερο. Οι γονείς τα δώσανε όλα. Αλλά αυτό το πράγμα κάνει μαμμόθρεφτα. Ενώ οι στερήσεις των δικών μας γονέων μας κάνανε ν’ αγωνιστούμε και γινήκαμε δυνατοί. Ε, αυτό δεν είναι ανωμαλία της ζωής; Ποιον να κατηγορήσεις; Τον πατέρα σου, επειδή δούλευε για να μη σου λείψει τίποτα; Ξέρετε, εγώ με τη Μυρτώ περνούσαμε έξω από τα εστιατόρια και μυρίζαμε. Με τις μυρουδιές ζούσαμε, δεν είχαμε να μπούμε μέσα. Πηγαίναμε στον Τσιτσάνη απέναντι απ’ τον Άγιο Σώστη και ήμασταν στα όρθια, πίσω πίσω. Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε ήταν να πάρουμε το τραμ με τη Μυρτώ, να πάμε στην Τερψιθέα και να πάρουμε ένα υποβρύχιο. Πήρα όμως τη ρεβάνς, θα σας πω και την ιστορία αυτή, γιατί είχα ταλαιπωρήσει πολύ τη Μυρτώ. Κατ’ αρχήν να σας πω ότι οι σχέσεις ήταν πλατωνικές, ούτε το χέρι δεν μπορούσα να της πιάσω, μόνο κάπου κάπου καμιά αγκαλιά και κάνα φιλί. Πού, όμως; Σε όλα τα πεύκα του Φιλοπάππου, όπου για να πιάσουν θέση τα ζευγαράκια πήγαιναν από νωρίς. Και στο τέλος άρχισες να έχεις... ιδιοκτησιακά δικαιώματα στα πευκάκια και γνωριζόσουνα με τους άλλους, άρχισες την κουβέντα, γίνονταν ομάδες! Ήταν λοιπόν μια ομάδα σε πέντε πεύκα, προχωρούσες εσύ με την ομάδα σου, δεν είχες πεύκο δικό σου, έβλεπες ένα πεύκο αδειανό και ρωτούσες: «Είναι αγκαζέ;». «Είναι αγκαζέ», σου λέγανε, «δεν μπορείτε να καθίσετε εκεί πέρα»! Το ’48, λοιπόν, ήμουν παράνομος, και μάλιστα ένοπλος παράνομος, ήμουν με το Δημοκρατικό Στρατό στη Αθήνα. Είχα πάθει και μία πλευρίτιδα και περίμενα να με πιάσουν και να με σκοτώσουν. Είχα πάθει μια μεγάλη κρίση, δεν είχα και πού να κοιμηθώ, ήμουν σε μια περιοχή ανάμεσα σε Π. Φάληρο και Νέα Σμύρνη, που ήταν μποστάνια τότε. Είπα κι εγώ να πάω σ’ ένα μποστάνι, να πέσω εκεί και να πεθάνω, τουλάχιστον να μη βρέχομαι. Είχα 41 πυρετό. Έπεσα σε λήθαργο, αλλά ξύπνησα. Και με τα πόδια πήγα στο Ωδείο Αθηνών, στην Πειραιώς. Έπεσα εκεί. Ήταν εκεί ένας καθηγητής καλός, αριστερός, με πήγε σε μια τάξη μέσα, μου έδωσε κινίνα και έγινα καλά. Και μου λέει «Έχω μια δουλειά για σένα. Παίζεται ένα έργο στο Δημοτικό Πειραιώς και θέλω να μου κάνεις τη μουσική. Και θα πάρεις και χρήματα». Το έργο λεγόταν «Το τραγούδι της κούνιας» κι εγώ θα έπαιζα Μπαχ και ορισμένα τραγουδάκια. Και ποιες βρίσκω εκεί; Τη Μελίνα και τη Βεργή, ήταν οι δύο πρωταγωνίστριες. (Είχα βρει και καταφύγιο· μέχρι τότε κοιμόμουν σε κάτι θεωρεία στο Ζάππειο κι ερχόντουσαν οι αρουραίοι και με γλείφανε). Όταν πήρα λοιπόν, τον πρώτο μου μισθό, έδωσα ραντεβού με τη Μυρτώ της είπα ότι έχω κουραστεί να πηγαίνουμε μόνο για υποβρύχιο και να μυρίζουμε τις μυρουδιές από τα εστιατόρια. Πάμε στη Βουλιαγμένη, της λέω. Στο Λαιμό ήταν τότε πάρα πολλά ταβερνάκια που κατέβαζαν τραπεζάκια πάνω στο κύμα. Ήταν μεσημέρι και δεν είχαν τραπεζάκια έξω. Εμφανίζομαι κι εγώ λοιπόν τότε, με βλέπει ο ιδιοκτήτης όπως ήμουν τότε. «Είμαστε κλειστοί», μου λέει. Του λέω «Θέλω ένα τραπέζι στην παραλία, με τραπεζομάντιλο» και κάνω έτσι και βγάζω τα λεφτά. Αμέσως το μάτι του εκεί. «Μάλιστα, κύριε», μου λέει. Δουλοπρέπεια... Σε πέντε λεπτά, τραπέζι, γκαρσόνια, χαμός. Μου λέει η Μυρτώ «Μα τι κάνεις εκεί». «Σήμερα είσαι πριγκίπισσα», της λέω, «κι εγώ ο πρίγκιπας». Εκείνη ντρεπόταν, αλλά τα γκαρσόνια γύρω γύρω και τους έλεγα «τι ψάρι έχετε, τι μεζέ», τι το ένα, τι το άλλο... Και βέβαια, τα χάλασα όλα τα λεφτά. Κι έτσι, λοιπόν, έκανα αυτό το γεύμα στη Μυρτώ μου, η οποία σήμερα είναι λίγο άρρωστη κι έχει πάει στο νοσοκομείο, αλλά θα είναι καλά, το βράδυ θα την ξαναδώ πάλι. Και κατά σύμπτωση αγόρασα ένα σπίτι απέναντι απ’ το πεύκο μας! Οι δολοφόνοι γυρίζουν πάντα στον τόπο του εγκλήματος!

Και η κατάληξη του Μίκη: Λοιπόν, κάντε μου και άλλη ερώτηση, για να σας μιλήσω και για άλλα πράγματα. Με συγχωρείτε, αλλά αισθάνομαι μεγάλη ευδαιμονία όταν βρίσκομαι με κόσμο, επειδή είμαι πάντα μόνος και ιδιαίτερα όταν βλέπω νέα παιδιά. Σας πιστεύω. θα τα καταφέρετε!


Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates