Νεοκλής Νεοφυτίδης - «Χωμένος» στη μουσική

(PHOTOS) Ο μουσικός & συνθέτης Νεοκλής Νεοφυτίδης μιλά για τον Ξαρχάκο, το Λεοντή και τα τραγούδια του, σε μια συνέντευξη εφ’ όλης της ύλης.
06/04/2016

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Καλή Βανδώρου
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Κάποιες φορές, τα λόγια και οι λέξεις δεν αρκούν για να περιγραφεί άρτια ο χαρακτήρας και το ταλέντο ενός καλλιτέχνη. Αυτό ισχύει και στην περίπτωση του Νεοκλή Νεοφυτίδη, ο οποίος, εκτός από το αστείρευτο ταλέντο του, χαίρει ενός χαρακτήρα άλλης εποχής. Είναι άνθρωπος χαμηλών τόνων, συνειδητοποιημένος, με πολύ χιούμορ, με άνεση προς όλους και κυρίως, πολύ ειλικρινής. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο που, παρόλο που δε βρίσκεται καν στην αρχή της τέταρτης δεκαετίας της ζωής του, τον έχουν εμπιστευτεί μεγάλοι Έλληνες συνθέτες, όπως ο Σταύρος Ξαρχάκος, με τον οποίο συνεργάζεται σε μόνιμη βάση τα τέσσερα τελευταία χρόνια.

Η συνάντησή μας για τη συνέντευξη αυτή έγινε με αφορμή το επερχόμενο δικό του live στη σκηνή του Ιανού. Το Σάββατο 9 Απριλίου, ο Νεοκλής Νεοφυτίδης και αρκετοί καλλιτέχνες με τους οποίους έχει συνεργαστεί στο παρελθόν και συνεχίζει να συνεργάζεται είτε δισκογραφικά, είτε σε επίπεδο εμφανίσεων, θα βρεθούν εκεί για να μυήσουν το κοινό στις μουσικές του, που κάθε άλλο παρά αδιάφορες είναι. Ας τον γνωρίσουμε καλύτερα, λοιπόν.

Η μουσική, οι σπουδές και τα πρώτα βήματα στον χώρο


Σε ποια ηλικία και γιατί αποφασίζεις να ασχοληθείς με τη μουσική;
Αυτό ήταν εύκολο, γιατί ο πατέρας μου είναι μουσικός, οπότε έζησα σε ένα μουσικό περιβάλλον συν του ότι ο θείος μου είναι ποιητής και στιχουργός που ως πνευματικός μπαμπάς με εφοδίαζε με δίσκους και βιβλία. Ξεκίνησα στα δέκα μου χρόνια.

Σχετικά αργά δηλαδή.
Ναι, όντως. Ξεκίνησα κλασικό πιάνο στην Κύπρο με έναν πάρα πολύ καλό καθηγητή. Βεβαίως, παράλληλα με τη μελέτη του πιάνου, παρακολουθούσα τα μουσικά τεκταινόμενα. Πήγαινα με τον πατέρα μου στη μουσική σκηνή που δούλευε κι εκεί έμαθα πάρα πολλά ελληνικά τραγούδια. Την ελληνική μουσική ουσιαστικά από εκεί την έμαθα.

Εσύ ως έφηβος τι είδους μουσική άκουγες στον ελεύθερό σου χρόνο;
Ελληνική μουσική των μεγάλων συνθετών και κλασική μουσική. Δεν μπορώ να πω ότι ήμουν από τα παιδιά που άκουγαν ξένη μουσική. Την ροκ την κατάλαβα και την έμαθα πιο μετά. Μου άρεσαν όλοι αυτοί οι Έλληνες συνθέτες, όπως ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης και προσπάθησα να εμβαθύνω σε αυτό.

Και πότε είπες ότι «δεν υπάρχει περίπτωση να κάνω κάτι άλλο στη ζωή μου εκτός από το να ασχοληθώ με τη μουσική»;
Με πήγε μόνο του το πράγμα. Μπήκα στο Πανεπιστήμιο στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών, άρα είχε τροχοδρομηθεί το πράγμα ότι με τη μουσική θα ασχοληθώ. Αλλά, παράλληλα δούλευα. Δούλεψα σε μουσικές σκηνές, σιγά σιγά μου εμπιστεύτηκαν το ενορχηστρωτικό κομμάτι. Νομίζω ότι δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Είμαι τόσο χωμένος μέσα στη μουσική.

«Χωμένος» με την καλή ή με την κακή έννοια;
Και με τις δύο έννοιες, γιατί, ξέρεις, πρέπει να βγαίνεις και λίγο από αυτό το πράγμα.

Στην Αθήνα ήρθες το 1996 με αφορμή το Πανεπιστήμιο. Πώς ξεκίνησαν οι συνεργασίες σου με μεγάλα ονόματα του χώρου;
Μετά από δυο-τρία χρόνια, ήρθε η γνωριμία μου με τον Χρήστο Λεοντή, η οποία έγινε ως εξής. Ένας φίλος μουσικός από την Κύπρο σπούδαζε μπουζούκι εδώ σε ένα Ωδείο και θαύμαζε πολύ τον Λεοντή. Μου λέει «πάμε να του παίξουμε τραγούδια δικά του» κι έτσι πήγαμε. Άρεσα στον κύριο Χρήστο και μου λέει «θέλεις να συμμετάσχεις στην ορχήστρα μου;». Στην αρχή παρακολούθησα κάποιες πρόβες και σιγά σιγά μπήκα λίγο στον κόσμο του Λεοντή με τις πολυρρυθμίες και τη μουσική από το θέατρο. Μου έκανε πάρα πολύ καλό αυτή η συνεργασία, γνώρισα έναν άλλο κόσμο. Βέβαια, είχε προηγηθεί μια γνωριμία με έναν σπουδαίο ηθοποιό, τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο. Ήταν οι εξετάσεις των τελειοφοίτων σπουδαστών του και μια φίλη μου Κύπρια ηθοποιός μου πρότεινε να γράψω τη μουσική για το κομμάτι που θα έπαιζε, το Χάρολ και Μοντ. Έγραψα ένα-δυο κομμάτια για αυτό το θεατρικό και πήγαινα το πρωί στις πρόβες με διδασκαλία Γιώργου Μιχαλακόπουλου. Ήταν σαν σεμινάριο.

Πες μου για τον Ηλία Ανδριόπουλο.
Είχαμε φτιάξει τα κομμάτια για ένα μικρό μουσικό σχήμα κι έτσι συνεργαστήκαμε.

Εκτός από τις συνεργασίες που είχες και έχεις με αυτούς τους καλλιτέχνες που προαναφέραμε και τα αντίστοιχα επαγγελματικά οφέλη, τι άλλο έχεις κερδίσει ως Νεοκλής από τους συγκεκριμένους ανθρώπους;
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν ένα ήθος. Έχουν ένα βρει ένα μονοπάτι που βαδίζουν. Είναι συνειδητοποιημένοι. Έχουν μια στάση τόσο ζωής όσο και καλλιτεχνική που, αν είσαι ανοιχτός να τους δεις ως παραδείγματα, μπορούν να σου προσφέρουν πάρα πολλά πράγματα. Αυτό ως γενικό πλαίσιο. Καθαρά στο μουσικό πλαίσιο, θυμάμαι τον Λεοντή να λέει «μην ξεχνάς τη μελωδία, ένα τραγούδι δε χρειάζεται πολλά πράγματα. Μπορεί να παίξεις και τρεις νότες στο πιάνο και εάν είναι αυτές οι σωστές, τότε αυτό είναι». Μου είπε ουσιαστικά να κυνηγάω την ουσία του πράγματος. Αυτό είναι πολύ δύσκολο στην τέχνη γενικά, γιατί μέχρι να το καταλάβεις, ενδεχομένως να περάσουν κάποια χρόνια. Επίσης, μου έμαθε εμψυχώνοντάς με να πιστεύω στον εαυτό μου, να παρουσιάζω καινούρια δουλειά κι αυτό δίνει μια αυτοπεποίθηση. Νομίζω ότι, όλοι αυτοί οι άνθρωποι έχουν μια βαθιά παιδεία και κουλτούρα. Δεν είναι τίποτα τυχαίο.
neoklis neofytidis1

Ο συνθέτης Νεοκλής Νεοφυτίδης και η παράσταση στον Ιανό

Πάμε τώρα στον συνθέτη Νεοκλή Νεοφυτίδη. Το 2009 κυκλοφόρησε ο πρώτος σου προσωπικός δίσκος, το «Φαγιούμ» σε στίχους Δημήτρη Λέντζου. Δεν έχεις την ανάγκη να κάνεις έναν ορχηστρικό δίσκο με ένα πιάνο και ας πούμε, ένα-δυο ακόμα όργανα;
Το έχω ανάγκη και έτσι όπως το λες είναι εύκολο! Τελικά σκαλώνουμε με τα εύκολα πράγματα και πάμε στα δύσκολα και τα σύνθετα. Ως σκέψη υπάρχει και νομίζω ότι τροχοδρομείται. Βέβαια, δεν μπορώ να μην αναφέρω το οικονομικό κομμάτι. Η αλήθεια είναι ότι δεν είχα και την οικονομική ευχέρεια να το επιχειρήσω. Ουκ εν τω πολλώ το ευ. Σημασία έχει να δουλεύεις, να γράφεις δηλαδή, να μαζεύεις υλικό. Η πρώτη δουλειά έγινε με παρότρυνση του Δημήτρη Λέντζου που τον γνώρισα μέσω του Λεοντή και του Θανάση Συλιβού. Μετά από αυτό, άνοιξαν δρόμοι. Κατ’ αρχάς, μαθαίνει ο όποιος κόσμος και την άλλη σου πλευρά.

Έχεις συνεργαστεί πάρα πολύ με καλλιτέχνες των τελευταίων γενιών (Μαρία Σουλτάτου, Ηρώ Σαΐα, Ζαχαρίας Καρούνης, Ζωή Παπαδοπούλου, Δώρος Δημοσθένους, Λυδία Σέρβου κ.α.). Τι «βλέπεις» σε αυτούς τους σύγχρονους καλλιτέχνες;
Όλα τα παιδιά είναι ταλαντούχα και βλέπω ότι το παλεύουν όλοι, ο καθένας με τον τρόπο του. Γενικά είμαι άνθρωπος των συνεργασιών και της ομαδικής δουλειάς. Με ενδιαφέρει να συνομιλώ με τους ανθρώπους της γενιάς μου.

Πες μου τι θα γίνει στον Ιανό στις 9 Απριλίου.
Θα παρουσιάσω δικά μου τραγούδια δισκογραφημένα, κυκλοφορημένα και ανέκδοτα. Θα ερμηνεύσουν οι Ηρώ Σαΐα, ο Ζαχαρίας Καρούνης, η Σοφία Παπάζογλου, η Λυδία Σέρβου, ο Παναγιώτης Μπούσαλης και η Ιωάννα Φόρτη. Θα πω κι εγώ κάποια τραγούδια. Θα είμαστε ορχήστρα έξι ατόμων, δηλαδή πιάνο, κιθάρα, τσέλο, βιολί, κρουστά, μπάσο, μπουζούκι. Είναι ένα εφ’ όλης της ύλης πρόγραμμα. Είναι μια καλή αφορμή και για μένα να βρω το υλικό μου. Δεν έχω γράψει πάρα πολλά τραγούδια, δε δυσκολεύτηκα, δηλαδή να επιλέξω. Ελπίζω να είναι μια ωραία και ζεστή βραδιά που να μην κουράσει και να φύγει ο κόσμος με την αίσθηση ότι δεν έχασε την ώρα του. Ενδεχομένως να ενώσει και κάποια κομμάτια του παζλ όσον αφορά το τραγουδιστικό μου κομμάτι.

Η μόνιμη συνεργασία με τον Σταύρο Ξαρχάκο


Άφησα για τελευταίο σκέλος της συνέντευξης την εδώ και τέσσερα χρόνια μόνιμη συνεργασία σου με τον Σταύρο Ξαρχάκο. Πες μου ό,τι θέλεις για αυτή τη συνεργασία…
Πρωτομιλήσαμε στην παράσταση «Για σένα» που είχαμε κάνει το 2012 μαζί με τον Γιάννη Παλαμίδα και την Ηρώ Σαΐα στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης. Προηγουμένως, είχαμε βρεθεί το 2000 στους πρώτους αγώνες σύνθεσης της ΚΟΕΜ και συγκεκριμένα στη συνέντευξη τύπου. Κάποια στιγμή, λοιπόν, το 2012, δέχομαι ένα τηλεφώνημα που λέει «είμαι ο Σταύρος Ξαρχάκος». Έπαθα ένα σοκ! Πάω στο Ακροπόλ, μου εξηγεί ότι πρόκειται για το «Μεγάλο μας τσίρκο». Μου λέει «θα γράψεις τις παρτιτούρες και θα σου δώσω το υλικό να ακούσεις κλπ.». Ήταν πριν το Πάσχα αυτό νομίζω. Κάθισα όλο το Πάσχα με αγωνία, γιατί πάντα στο άγνωστο δεν ξέρεις πώς θα πάνε τα πράγματα.

Το έργο το ήξερες από πριν;
Ήξερα μερικά κομμάτια, δεν ήξερα όλο το έργο. Ήξερα τους πρωταγωνιστές και τη μυθολογία αυτού του έργου. Κάπως έτσι ξεκινήσαμε τη συνεργασία. Είναι μια πάρα πολύ ωραία σχέση. Πλέον έχουμε περάσει σε ένα άλλο επίπεδο, όπου βεβαίως, πάντα πρέπει να υπάρχουν τα όρια. Η φιλική σχέση είναι άλλες ώρες και την ώρα της δουλειάς, του στούντιο και της εργασίας η σχέση είναι καθαρά επαγγελματική. Αυτά είναι διακριτά. Από αυτόν τον άνθρωπο έχω μάθει πάρα πολλά πράγματα.

Έχει ακουστεί ότι είναι απαιτητικός στις συνεργασίες του.
Νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει είναι ότι, είναι ανυπόμονος. Δηλαδή, αυτό που οραματίζεται να ακούσει πρέπει να το καταλάβεις πριν το πει. Αυτό αν το καταλάβεις από την αρχή, είναι τέλεια η συνεργασία.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates