Μανώλης Φάμελλος: Αν δεν βάλουν οι καλλιτέχνες το χέρι τους στη φωτιά, ποιος θα το βάλει;

Μια «ηλεκτρονική» συνέντευξη που αποτέλεσε «τροφή για σκέψη» πάνω σε πολλά ζητήματα γύρω από το τραγούδι, την εποχή μας και την καθημερινότητα.
Την Πέμπτη 19 και την Τετάρτη 25 Απριλίου, ο Μανώλης Φάμελλος εμφανίζεται στο Σταυρό του Νότου. Στις «αποσκευές» του θα έχει δώδεκα καινούργια τραγούδια από τον δωδέκατο προσωπικό του δίσκο που κυκλοφόρησε πριν από μερικές μέρες με το γενικό τίτλο «Η εποχή των Σκουπιδιών».

Με αφορμή αυτές τις εμφανίσεις, αλλά και την κυκλοφορία της νέας δουλειάς, είχαμε μια εξαιρετική ηλεκτρονική κουβέντα που αποτέλεσε για μένα «τροφή για σκέψη» πάνω σε πολλά ζητήματα γύρω από το τραγούδι, την εποχή μας και την καθημερινότητα. Ελπίζω να πυροδοτήσει και σε σας σκέψεις, συμφωνίες και διαφωνίες και ακόμα περισσότερο να οδηγήσει τα βήματά σας στο Σταυρό του Νότου για να ακούσετε το Μανώλη Φάμελλο.

Πέμπτη (19/4) και Τετάρτη (25/4) στο Σταυρό του Νότου. Γιατί όχι δυο Πέμπτες ή δυο Τετάρτες; Υπάρχει κάποιο μυστικό πίσω από αυτή την επιλογή;
Υπάρχει ένα μυστικό πίσω από κάθε επιλογή αλλά δεν πρόκειται για αυτό... Είναι αλήθεια πως ο ειρμός έχει χαθεί και μας κατατρέχει η ανακολουθία… Όμως υπάρχουν συνεργάτες που δεν μπορώ να αποχωριστώ... Έτσι ακολουθώ τη διαθεσιμότητά τους και σώζομαι από την καλοσύνη τους.

Η εποχή που διανύουμε δεν δίνει τη δυνατότητα στους καλλιτέχνες για συχνές επαναλαμβανόμενες εμφανίσεις. Παίζεις όσο συχνά θα ήθελες να παίζεις; Και τι επιπτώσεις έχει στο live, αλλά και στη δημιουργία, η αραιότερη επαφή με τη σκηνή και τον κόσμο;
Φυσικά δεν μου δίνεται συχνά η δυνατότητα να παίξω με τους όρους μου και η αναγκαστική αποχή προκαλεί μοιραία και ένα σχετικό μούδιασμα, αλλά παράλληλα γυμνάζεται κανείς στην ανηφόρα και τελειοποιεί τα όπλα του δοκιμάζοντας ρόλους που δεν φανταζόταν ότι θα μπορούσε να υποστηρίξει. Όπως είπε και ο Bob Dylan στην επί του Nobel ομιλία, είναι ίσως δυσκολότερο να κερδίσεις 50 (ίσως και ανυποψίαστους) ακροατές με μια φωνή και μια κιθάρα από τα αλαλάζοντα πλήθη μιας γιγάντιας συναυλίας. Άλλωστε αυτό που έκανα δεν συνάντησε ποτέ μαζική αποδοχή και αναγκαστικά έμαθα να παίζω με τις σκιές... Όχι βέβαια πως συνεχίζω από ηρωισμό... Μάλλον από απερισκεψία...
mikriFAMELLOSSSS
Πόσο διαφορετική είναι σήμερα η διαδικασία κυκλοφορίας ενός καινούργιου δίσκου και τι σε κάνει να επιμένεις να κυκλοφορείς δίσκους όταν από παντού ακούγεται ότι έφτασε το «τέλος της δισκογραφίας»;
Το τέλος της δισκογραφίας όπως την γνωρίζουμε. Το μέλλον είναι ήδη εδώ κι εμείς μοιάζουμε με απαρχαιωμένες πλατφόρμες που χρειάζονται ενημέρωση. Γιατί πια εκατομμύρια εικόνες και ήχοι ανταγωνίζονται για το ενδιαφέρον του φτωχού ακροατή που τελικά μένει να κοιτάζει το κενό απαθής. Και όλες οι μόδες ανακυκλώνονται και επιστρέφουν και φυσικά στην αγορά έχουμε προσφορές κάτω του κόστους όλο τον χρόνο. Δύσκολο να επιμείνουμε στην γλώσσα μας που είναι ένα είδος νοηματικής, ένας κώδικας ψιθύρων, σχεδόν ενοχλητικός. Χρειάζεται όμως και αυτή για να είναι ο κόσμος ολόκληρος. Αυτό είναι το δόγμα μου. Είναι αξιοπερίεργο πάντως το πως η μουσική βρίσκεται παντού ως επένδυση, αλλά γίνεται όλο και πιο δύσκολο να της δοθεί κανείς, ενώ παράλληλα μπορεί να ξοδεύει ώρες ατέλειωτες για να παρακολουθεί σειρές σε συνδρομητικά κανάλια. Κατά τα άλλα, το συνάφι μας μαθαίνει στην πράξη την αλληλεγγύη και με το να ανταλλάσσουμε χάρες κι εξυπηρετήσεις τα βγάζουμε πέρα. Ίσως και να γινόμαστε μια μετανεωτερική κοινότητα που επιστρέφει σε κάποιο σύστημα αντιπραγματισμού.

Τι νοσταλγείς από τις παλαιότερες εποχές και τι δεν θα ήθελες να ξαναζήσεις από εκείνες;
Θυμάμαι, αλλά όχι με πόνο. Μέσα στη διαδρομή όλα έχουν θέση ακόμη και το κενό έχει λόγο. Όταν ξεκινά κανείς, βέβαια, όλα μοιάζουν να έρχονται μέσα από ένα μύθο, οι στιγμές είναι μαγικές. Αλλά τα πράγματα είναι αυτά που είναι επειδή τα φωτίζουμε εμείς, τους χαρίζουμε μια λάμψη δική μας. Και μέσα σε όλα τα παράδοξα του χρόνου, υπάρχει και αυτό: το ότι δηλαδή βρίσκουμε το νόημα μόνο αναδρομικά και κυρίως μέσα στις εξαιρέσεις του που αποκαλύπτουν τελικά τον προορισμό μας. Πέρασα κι εγώ όπως όλοι και ωραία και στενάχωρα. Και πάντα τα σύννεφα θα μαζεύονται, τα σύννεφα θα σκορπούν, αλλά τελικά ο δρόμος θα φεύγει μόνο εμπρός και αν υπάρχει επιστροφή θα βρίσκεται και αυτή κάπου στο μέλλον.

Πόσο διαφορετικά λειτουργείς όταν γράφεις τραγούδια για κάποιον άλλο και όταν τα κάνεις για τον εαυτό σου ως ερμηνευτή;
Πάλι κάτι που ανακάλυψα στο δρόμο, σε ένα σημείο όπου δεν είχα πια δισταγμούς και πήρα αυτό το μονοπάτι, που τελικά με οδήγησε, χωρίς να το ξέρω, σε μια πιο θηλυκή μου πλευρά, πιο δοτική ίσως... αλλά και πιο απρόβλεπτη. Ίσως για αυτό δεν αντέχω τους τρίτους σε αυτές τις σχέσεις. Αλλά ενώ πάντα υπάρχει πλεονάζον υλικό δεν το επιχειρώ τόσο συχνά... πρέπει να δω σε κάποιον, έναν άλλο εαυτό. Κάτι δικό μου, χαμένο που πρέπει να ξανακερδίσω. Κι αυτό είναι ένας πληγωμένος ανδρισμός φυσικά.

Ακούγοντας τον τελευταίο σου δίσκο, μου δόθηκε η εντύπωση ότι διασταυρώνεις συχνά έναν dark στίχο με μια πιο φωτεινή μουσική. Ισχύει;
Ναι, μου αρέσει να παίζω με αυτή την αντίθεση, μέσα από αυτή την «ασυμφωνία» οι λέξεις φωτίζονται και εξηγούνται αλλιώς.

Πώς γράφτηκαν τα τραγούδια της «Εποχής των Σκουπιδιών»; Πρώτα η μουσική και μετά ο στίχος ή το ανάποδο; Πώς συνηθίζεις να γράφεις ένα τραγούδι;
Μια πόρτα ανοίγει για μια μικρή στιγμή και πιάνω ένα μυστικό ρεύμα μέσα στον χώρο. Έπειτα κλειδώνει για πάντα. Συνήθως είναι μια εικόνα που με καθοδηγεί. Ή πιάνω λέξεις ασύνδετες μεταξύ τους και συμπληρώνω τα κενά. Κάπως όπως φανταζόμαστε τους αστερισμούς και τις μορφές στα σύννεφα. Σαν ένας ορίζοντας από σημεία. Υπάρχουν βέβαια και οι φορές (λίγες αυτές) όπου το τραγούδι φτάνει έτοιμο σαν δέμα με το ταχυδρομείο.

Η «Εποχή των Σκουπιδιών» είναι ένας δίσκος που μοιάζει με καταγραφή της εποχής, τόσο σε φυσικό, όσο και σε μεταφυσικό επίπεδο.
Υπάρχουν τόσα πράγματα μέσα μας θαμμένα, καθένας έχει τον δικό του «σκουπιδότοπο». Είναι μια τρομακτική συσσώρευση, αλλά πάντα από πάνω του θα δείτε να πετούν πουλιά. Εδώ δεν θα ήθελα να δώσω ένα πρόσημο, ποιοτικά μιλώντας για το τι είναι σκουπίδι ή όχι, αλλά περισσότερο να συζητήσω για την αναλωσιμότητα των πραγμάτων, για το γίγνεσθαι που επιταχύνεται διαρκώς. Κι εμείς αντί να απογειωθούμε γινόμαστε νάρκισσοι που μας καταπίνει η λίμνη.

Τα τραγούδια είναι γραμμένα την ίδια εποχή; Είχες την πρόθεση αυτής της σύνδεσής τους;
Τα τραγούδια είναι από την τελευταία σοδειά τα περισσότερα. Δυο - τρία μόνο έρχονται από μακριά αλλά ωρίμασαν παρέα κι έκοψαν το νήμα μαζί.

Ποιος ο ρόλος της τέχνης στις δύσκολες εποχές, στις εποχές κοινωνικών αναταραχών και στην σημερινή εποχή; Μήπως έχουμε υπερβολικές απαιτήσεις από το τραγούδι μας;
Η τέχνη ακολουθεί την ανθρώπινη περιπέτεια και την διηγείται δίνοντάς της σχήμα και νόημα. Άρα πάντα αξίζει να πασχίζει για την ομορφιά κανείς και να την διεκδικεί. Οφείλουμε να έχουμε, λοιπόν, ως κοινό υπερβολικές απαιτήσεις και από το τραγούδι• να ζητάμε τα πάντα. Και να μην μας αρκεί η αυτοεπιβεβαίωση και το να χαϊδευόμαστε μέσα στις σταθερές και την ασφάλεια μιας «παράδοσης» είτε του φτωχού φαντασιακού μας. Αλλά τελικά αν δεν βάλουν οι καλλιτέχνες το χέρι τους στην φωτιά ποιος θα το κάνει;

Σε ποιες περιστάσεις ακούς μουσική; Έχεις ακούσει κάτι καλό τελευταία;
Μα η μουσική δημιουργεί τις περιστάσεις. Και πάντοτε σου χαρίζει μια απόσταση από τον θόρυβο για να ονειρεύεσαι μέσα στη μέρα. Έτσι κι εμένα με τη μουσική (των άλλων) ησυχάζουν οι φωνές μέσα στο κεφάλι μου και κάποτε γίνονται και τραγούδια. Όπως με το πρόσφατο (ομώνυμο) των Cigarettes after sex.

Ο Ράινε Μαρία Ρίλκε, στα «Γράμματα σε ένα νέο ποιητή», έλεγε πως το χειρότερο πράγμα που συνέβη ποτέ στην τέχνη είναι η κριτική. Συμμερίζεσαι αυτή την άποψη; Σου έχει τύχει να διαβάσεις αποθεωτική κριτική μιας εμφάνισής σου που, κατά τη γνώμη σου, δεν ήταν καλή και το αντίθετο;
Φυσικά καιρό πριν... αλλά δεν με πείθουν οι κριτικές ούτε εγώ βέβαια, ιδιαίτερα στις εμφανίσεις. Δεν ξέρω τι θα σκεφτόταν ο αγαπημένος Ρίλκε αν ξυπνούσε από τον αιώνιο ύπνο του σήμερα. Ίσως να τρόμαζε αν βρισκόταν ξαφνικά σε έναν κόσμο χωρίς διαμεσολάβηση άνευ διαλόγου επί της ουσίας. Βλέπεις, η γιορτή των τρελών πια κρατάει όλο τον χρόνο κι ο καθένας μπορεί να ντύνεται όπως του καπνίσει: μάγος, καλλιτέχνης, βασιλιάς (συνήθως αιμοσταγής), αλλά πάντως παντογνώστης. Ο κριτικός, εκτός από κάποιες περγαμηνές, μια ευρυμάθεια, ένα ένστικτο και ένα κατακτημένο αισθητήριο, είχε και αγάπη και πάθος. Έτσι και το λάθος του και οι εμμονές του είχαν ενδιαφέρον. Ο μέσος σχολιαστής των δικτύων, οχυρωμένος στην ψηφιακό εαυτό του, απολαμβάνει απλά να αποδομεί. Ή ούτε καν αυτό, απλά να χλευάζει. Θα μου πεις πάντα συνέβαινε και ο μέτριος ή ο ημιμαθής να δημιουργεί σχολή. Σήμερα, όμως, θα ήταν δύσκολο να συναγωνιστεί τον κρετίνο που έχει εκατομμύρια ακολούθους.

Θυμάσαι την πρώτη φορά που άκουσες ένα τραγούδι σου στο ραδιόφωνο; Πότε και πού βρισκόσουν;
Τελικά βρήκες κάτι που θα ήθελα να έχω ξεχάσει. Τα πρώτα μου τραγούδια έφτασαν με έναν τρόπο στο αθηναϊκό ραδιόφωνο, εκείνη την εποχή όμως ζούσα στην Θεσσαλονίκη. Έτυχε να ακούσω κάτι πολύ αργότερα και πικράθηκα. Δεν ήμουν εγώ ή δεν ήμουν πια εγώ.

Στις δύσκολες αυτές εποχές που διανύουμε, όπου όλα τα επαγγέλματα και μαζί με αυτά και η μουσική βιομηχανία αντιμετωπίζουν την κρίση, κατά πόσο μπορεί να βιοπορίζεται ένας μουσικός από αυτή καθεαυτή την βασική του ιδιότητα;
Κατά καθόλου σχεδόν! Πρέπει να είναι διαρκώς επινοητικός, να ανοίγει τις δυνατότητές του. Ίσως έτσι να θρέφεται τελικά και να ωφελείται και η βασική του ιδιότητα. Πάντα η ισορροπία θα είναι επικίνδυνη αφού για να εξασφαλίσει κάποιος τα αναγκαία, πρέπει να ξοδεύεται σε πράγματα μάλλον περιττά. Αλλά πρέπει κι εμείς να ξαναβρούμε το μύθο στον μικρόκοσμο μας νομίζω. Ένα μύθο σημερινό δικό μας, πιο ζωντανό και πειστικό. Από τον παλιό ας κρατήσουμε το πείσμα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates