«Ο Μάρκος είχε μέσα του τον ρυθμό, όπως οι νέγροι τα μπλουζ»

Ο Στέλος Βαμβακάρης σκιαγραφεί τον το πατέρα του και «Πατριάρχη» του Ρεμπέτικου.

Ο ξεχωριστός παίκτης του μπουζουκιού και ωραίος, ανατρεπτικός, δημιουργός (συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής) παραχώρησε συνέντευξη στον Δημήτρη Ν. Μανιάτη και ΤΑ ΝΕΑ.

Εκεί ο Στέλιος Βαμβακάρης στάθηκε αναπόφευκτα στο… Δρόμο του Μάρκου!

Σας μεταφέρουμε χαρακτηριστικό απόσπασμα της συνομιλίας του με τον ικανό δημοσιογράφο

Πώς έγινε αυτό;
Μπήκε στη φάρα του μπουζουκιού, μπήκε μέσα στις λατέρνες, στα καφενεία στη Σύρα όπου χόρευαν οι μάγκες ζεϊμπέκικα, μέσα στους τεκέδες. Αυτή η ζωή τού δημιούργησε και τις φωτογραφίες μέσα στην ψυχή του. Επλασε τον κόσμο του. Ηταν ένα σενάριο. Τα τραγούδια του όλα είναι καραντουζένια, έχουν βάθος. Μέσα σε ένα στιχάκι του λέει την ελληνική Ιστορία.

Γιατί είναι δύσκολος;
Έπαιζε με την ψυχή του. Αυτά που έλεγε τα φανέρωνε μουσικά, είχε μέσα του τον ρυθμό, όπως οι νέγροι τα μπλουζ. Αυτό παίζει μεγάλο ρόλο. Δεν γίνεται να γράψεις ζεϊμπέκικο και να μην ξέρεις ζεϊμπέκικο. Ο Μάρκος ήταν καραζεϊμπεκάς, είχε δει σούφηδες, είχε δει νησιώτες να χορεύουν ζεϊμπέκικο. Εχεις δει Μυτιληνιούς να χορεύουν;

Περισσότερο τι τον επηρέασε, αλήθεια; Η Σύρος ή ο Πειραιάς;
Και τα δύο ήταν πολύ σοβαρά μέσα του. Εκεί όπου γεννήθηκε ανακάλυψε πως ήταν ποιητής. Η Σύρα είναι ένα μέρος με ρομάντζες, είναι ένα μέρος όπου πας και την αράζεις και ακούς, φλώρια, καρδερίνες, πουλιά, ακούς νερά να τρέχουν, καλάμια, ήταν, είναι ένας κόσμος παραδεισένιος. Γύρναγε με τον πατέρα του, μάζευε κλαδιά, ήταν συνέχεια στο γυρολόι. Αυτός που ανακαλύπτει τον εαυτό του από πιτσιρικάς φαίνεται τι θα γίνει. Εγώ άνοιξα τα μάτια μου και είδα μπουζούκια και μπαγλαμάδες.

Πρώτη εικόνα που θυμάστε;
Μουσικοί γίναμε από την πρώτη μέρα που γεννηθήκαμε. Κι εγώ και ο αδελφός μου ο Δομένικος. Ηταν πάντως πολύ δύσκολη η ζωή. Οταν μεγάλωνα εγώ, ο Μάρκος ήταν κάτω. Το 1951 είχε πει το «πολλά είδαν τα μάτια μου» και μετά ήλθε η καθίζηση.

Πώς;
Τον στύψανε και τον πετάξανε. Ποτέ όμως στη ζωή του δεν σταμάτησε να ασχολείται με τη δουλειά του. Πάντα μέσα στο μυαλό του είχε τα ποιήματα. Πρωί πρωί είχε ασχολία με κότες, με κουνέλια, αγαπούσε πολύ τα ζώα, είχε πουλιά, καρδερίνες. Και το κυριότερο είναι ότι πάντοτε μας είχε κοντά του, μας αγαπούσε πολύ. Ο Δομένικος ήταν αυτός που συνοδεύει (στη μουσική). Κι εγώ ήμουν ο εκτελεστής και η αβάντα του. Όταν μας έβλεπε να παίζουμε δεν το πίστευε, γούσταρε. Γιατί είχε μέσα στο σπίτι του έναν άνθρωπο να τον συνοδεύει και να 'ναι το παιδί του.

Πρώτη δουλειά που πήγατε μαζί του;
Το γυρολόι. Πηγαίναμε Σύρο, Μύκονο. Το 1957 ήμουν πιτσιρικάς. Πήγαμε και αντί να πάμε να κοιμηθούμε σε ξενοδοχείο στη Σύρο, κοιμηθήκαμε σε καρέκλες σε καφενείο. Πέρασα δύσκολα με τον πατέρα μου. Όταν τέλειωνα το σχολείο, το καλοκαίρι, ο Μάρκος πήγαινε σε ένα μαγαζί στην παλιά Κοκκινιά, σε κάνα ταβερνάκι. Περίμενε να του πει κανένας να παίξει κάνα τραγουδάκι.

Θυμάστε τα μαγαζιά;
Του Ξύδη στην παλιά Κοκκινιά. Ενα άλλο του Σοφιάδη στου Αϊ-Γιάννη του Ρέντη στα τρένα. Ηταν ταβέρνες. Μόλις σχόλαγαν τα μπουρδέλα, όλη η Τρούμπα, όλη η παρανομία, πήγαιναν εκεί και τρώγανε πατσά και κοτόπουλο. Αλλά και χασάπηδες και μανάβηδες. Μετά πηγαίναμε και στο Πέραμα.

Video

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates