Σταύρος Καμπάνης: «Το λαϊκό τραγούδι δεν ξεριζώνεται…»

(Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΟΛΗ & VIDEO) Remaster μιας συνέντευξης του Σταύρου Καμπάνη για τους «μυημένους» στο καλό λαϊκό τραγούδι.

Μια κουβέντα με τον Σταύρο Καμπάνη


Δεν ήταν ποτέ στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας. Όμως, oι 78 δισκογραφημένες καταθέσεις και οι συνεργασίες του με τους σημαντικότερους λαϊκούς δημιουργούς, μας θυμίζουν πως ο Σταύρος Καμπάνης (ή Ψωμάς όπως είναι το κανονικό του επώνυμο), άφησε ισχυρό το «χνάρι» του στο καλό λαϊκό τραγούδι…

Τον Γενάρη του 2010 τον επισκέφθηκα στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη… Το «κουβάρι» των αναμνήσεων ξετυλίχθηκε με τη συνοδεία γνωστών αλλά και ανέκδοτων μουσικών ντοκουμέντων, όπως οι αδισκογράφητες ερμηνείες του στις «Άπονες εξουσίες» των Θεοδωράκη - Κακογιάννη ή το «Έφυγες μ’ έναν άλλονε» των Τατασόπουλου - Ρούτσου…

Τα πρώτα χρόνια στη Σαλονίκη και ο Πασχάλης Τερζής


Κύριε Σταύρο θα ήθελα να ξεκινήσουμε από τα πρώτα χρόνια της ζωής σας στη Θεσσαλονίκη…
Γεννήθηκα στα τέλη του 1937 στην Πυλαία*…

Καμτσίδα δεν την έλεγαν τότε;
Ναι Καμτσίδα ή Καπουτζήδα… Ξέρεις τι σημαίνει Καπουτζήδα στα τούρκικα; Καπουτζήδες είναι οι πύλες της πόλης.

Υπάρχει κάποια σχέση με τον Πασχάλη Τερζή που γεννήθηκε επίσης στην Πυλαία;
Του Πασχάλη εγώ του έδωσα πρώτη φορά μικρόφωνο και τραγούδησε. Βρισκόμαστε κάπου, κάπου. Πέρσι ή πρόπερσι ανταμώσαμε σ’ ένα καφενείο, το «Μακεδονικόν». Και του είπα «Ρε συ, τόσες συνεντεύξεις έχεις δώσει, δε σ’ άκουσα καμιά φορά να πεις μια κουβέντα για μένα και να σου πω και το λόγο. Ο Διονυσίου είπε, ο Καζαντζίδης είπε, η Καίτη Γκρέυ, έχω και την κασέτα με την Γκρέυ, όλοι έχουνε πει». «Σοβαρά δεν είπα τίποτα;» μου λέει. «Εγώ δεν ήθελα να πεις για μένα, για να γίνω φίρμα τώρα, ότι ήταν να κάνω το έκανα. Θυμάσαι όμως ποιος σου έδωσε πρώτη φορά μικρόφωνο και τραγούδησες;» του απάντησα. «Πώς δεν θυμάμαι; Εσύ». «Θα ξεχάσω εγώ ποιος μου έδωσε να τραγουδήσω για πρώτη φορά που ανέβηκα στο πατάρι;» «Δίκιο έχεις» μου λέει…

Εσείς πότε ξεκινήσατε το τραγούδι;
Εγώ Θανάση ξεκίνησα σ’ ένα μαγαζί στου Παπαγιάννη, γύρω στο ‘56-57. Εκεί έπαιζαν δυο παιδιά απ’ την Πυλαία. Μια μέρα ο κιθαρίστας με τον μπουζουξή είχαν λογοφέρει κι ο κιθαρίστας έφυγε. Ήρθε στο σπίτι μου ο μπουζουξής, ο Βαγγέλης ο Σιώπης, και μου λέει «Ρε Σταυράκο μπορείς να έρθεις το βράδυ στο μαγαζί γιατί έφυγε ο κιθαρίστας;» Εγώ ντρεπόμουν αλλά μου λέει «Έλα μην ντρέπεσαι». Κι η μάνα μου, η κυρά Όλγα, που ήταν άγια γυναίκα μου είπε «Τράβα παιδί μου, ευκαιρία είναι». Τελικά με «ψήσαν» και πήγα.

Στην κιθάρα ήσασταν αυτοδίδακτος;
Βεβαίως. Πήγα λοιπόν, ήταν και κάποιοι άλλοι απ’ την Πυλαία, τριαντάρηδες που με συμπαθούσαν. «Κάτσε ρε Σταύρο, πιες κι ένα ουζάκι». Ήπια 2-3 ουζάκια, φτιάχτηκα. Ανέβηκα πάνω, είχαν κάτι μεγάφωνα σαν κόρνες κι ένα μικρόφωνο σαν μανιτάρι με κάψα. Αν δεν είχες φωνή, δεν μπορούσες να τραγουδήσεις τότε. Θυμάμαι πως το πρώτο τραγούδι που είπα, ήταν ένα σουξέ του Μητσάκη που είχε πει ο Καζαντζίδης το «Άσε με γιατρέ μου, θέλω να πεθάνω»,  αλλά όπως κάθε τραγουδιστής που μιμείται κάποιον στην αρχή, το έλεγα ακριβώς σαν τον Καζαντζίδη. Όπως μιμήθηκε κι αυτός τον Τσαουσάκη στα πρώτα. Μαζεύτηκε έξω απ’ την τζαμαρία κόσμος, «Ποιος είναι αυτός;» κλπ. Έτσι ξεκίνησε η δουλειά… Μετά πήγα και σ’ ένα άλλο θερινό μαγαζί που είχε ο Παπαγιάννης, κοντά στο πρώην δημαρχείο της Πυλαίας. Πέρασε πολύς κόσμος από κει. Ο Τσιτσάνης, η Γιώτα Λύδια κ.α. Σε κάθε γιορτή του Προφήτη Ηλία γινόταν μεγάλο πανηγύρι. Από κει γνωρίστηκα με κάτι παιδιά απ’ τη Χαριλάου, κάναμε ένα τρίο και δουλεύαμε σ’ ένα μαγαζί στου Βότση, στην περιοχή που λέει ο Τσιτσάνης για τον «ασύρματο».

Γνωριμία με τον Τσιτσάνη…


Εκεί που ήταν το «Τάγμα τηλεγραφητών», στο παλιό στρατόπεδο Φαρμάκη;
Ναι… Πέτρο το λέγανε το αφεντικό, το όνομα του μαγαζιού δεν το θυμάμαι. Εκείνο το διάστημα είχε έρθει ο Τσιτσάνης με τη Γιώτα Λύδια σ’ ένα κέντρο το «Πανόραμα» στη Νέα Ελβετία. Πολλοί πέρασαν από κει. Κι ο Καζαντζίδης τραγούδησε. Πήγα ένα βράδυ λοιπόν να μ’ ακούσει ο Τσιτσάνης. Ήταν κι ο Διονυσίου, με τον οποίο γνωριζόμαστε από ένα μαγαζί  το «Φαληράκι», για να τον ακούσει ο Τσιτσάνης. «Πες μας κανένα τραγούδι» μου λέει ο Τσιτσάνης. Μπουζούκι ήταν ο Στέλιος Ζαφειρίου. Μου λέει «Το Άσπρο πουκάμισο το λες;» «Βέβαια». Εν τω μεταξύ επειδή είναι και λίγο δύσκολο τραγούδι, λέει ο Τσιτσάνης στον Ζαφειρίου να το παίξει και μόλις ξεκίνησα τον πρώτο στίχο αρχίζει και γελάει ο Τσιτσάνης. «Ο Καζαντζίδης έκανε ένα μήνα να το πει. Το κεφάλι του χτύπαγε. Είχε μια στροφούλα που τον δυσκόλευε. Πες κι ένα, ότι γουστάρεις εσύ» μου λέει. Και του είπα ένα του Χιώτη «Θλιβερά χτυπά η καμπάνα τα γλυκοχαράματα», δύσκολο τραγούδι. Οπότε μου λέει «Αύριο θα ’ρθεις εκεί που μένει ο πεθερός μου, λίγο πιο κάτω απ ’τη Νέα Ελβετία, να τα πούμε από κοντά». Πήγα λοιπόν και περάσαμε «Της ταβέρνας το ρολόι», «Στερνό μου γλυκοχάραμα», «Μητέρα, αχ μητέρα»…Και μου λέει «Θα σου στείλω γράμμα, πότε να κατέβεις κάτω». Στο μαγαζί του Πέτρου που δούλευα τότε, ήρθε κάποιος που είχε το μαγαζί «Πλάτανος» στις Σέρρες , που είχε ακούσει για μένα και σ’ ένα διάλειμμα μου λέει «Έχω ένα μαγαζί στις Σέρρες, θες να έρθεις; Μ’ αρέσεις, είσαι πολύ καλός». «Εξαρτάται» του λέω. «Τι μεροκάματο θες;» με ρώτησε. Τότε έπαιρνα 30 δραχμές που είχαν κάποια αξία. Και του ζήτησα 80. Έτσι έφυγα για τις Σέρρες, έκατσα λίγο καιρό, το μαγαζί ήταν φουλ. Εκεί δουλεύανε κάποιοι τραγουδιστές που ήταν φίρμες τότε, ο Τσανάκας, ο Στέλιος ο Χαλιάρης, ο οποίος ζήλευε. Και δεν μου δίναν μικρόφωνο. Τα αφεντικά μου λέγαν «Ρε Σταύρο τι γίνεται, ο κόσμος εσένα ήρθε ν’ ακούσει». «Δεν μου δίνουν μικρόφωνο» τους είπα. Πήραν το μικρόφωνο λοιπόν, το βάλαν μπροστά μου και είπαν «Θα τραγουδάει όσο γουστάρει». Ούτε χαρτούρα μου δίναν… Τέλος πάντων… Μετά από καμιά 15-20 μέρες μου έστειλε η μάνα μου ένα γράμμα, γιατί τότε δεν υπήρχαν και πολλά τηλέφωνα και μου λέει «Ο Τσιτσάνης έστειλε γράμμα να κατέβεις κάτω». «Παιδιά λυπάμαι αλλά πρέπει να φύγω, πρόκειται για καριέρα», τους είπα. «Εντάξει ρε Σταύρο…» Καλά παιδιά, τρεις συνέταιροι ήταν. Ήρθα εδώ, πήρα και μια βαλίτσα, «αλά Ξανθόπουλο», ξέρεις εκείνες τις καρό (γέλια), μπήκα στο τρένο, τον «μουντζούρη», έκανε τότε 12-14 ώρες…

Δεν έχει και μεγάλη διαφορά σήμερα. Κι εγώ τις προάλλες κατέβηκα στην Αθήνα, μέσω Ελασσόνας κι έκανα 9 ώρες με το αυτοκίνητο, λόγω των προβλημάτων με τις κατολισθήσεις στα Τέμπη…
Κατάλαβα… Ρώταγα λοιπόν «Ρε παιδιά είναι μακριά η Αθήνα;» δεν είχα ξαναπάει. «Ακόμα ρε παιδιά;» Βαρέθηκα, αγανάκτησα… Κατέβηκα στο Σταθμό Λαρίσης, πήρα το λεωφορείο και πήγα στην Αχαρνών που έμενε ο Τσιτσάνης. Σχεδόν δυο χρόνια έμεινα σπίτι του. Είχε πάρει τότε κι ένα Φολκσβάγκεν, «σκαραβαίο» κι είχε κι έναν οδηγό-ταξιτζή και το βράδυ επειδή πήγαινα κι εγώ στο μαγαζί για να τον ακούσω, με πήγαινε πρώτα βόλτα για να ξεσκάω. Δούλευε τότε στη «Λουζιτάνια» στη Λεωφόρο Συγγρού, απέναντι από την «Τριάνα του Χειλά».

Στο σχήμα του μαγαζιού θυμάστε ποιοι άλλοι ήταν;
Ήταν ο  Γιώργος Κοινούσης, ακορντεόν, τον οποίο εγώ έβαλα στην Columbia, όταν αρρώστησε ο Χαλκιάς, ο Αντώνης Μουστάκας κιθάρα, ο Τουρκάκης που έπαιζε μπουζούκι, η Βαγγελιώ η Μαργαρώνη, πιάνο και ακορντεόν, ο άντρας της ο Λουκάς ο Καρμανιόλας που έπαιζε βιολί, ο Γαβαλάς, η Δούκισσα και μια κοπέλα η Μπέμπα.

Η Μπέμπα Φινέτη μήπως;
Δεν θυμάμαι… Μετά ήρθε κι η Γκρέυ μου φαίνεται. Εκείνη την εποχή, το 1959, κάναμε πρόβα με τον Τσιτσάνη «Τα καβουράκια» και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» με τη Σεβάς Χανούμ, σ’ ένα στούντιο, στου Σήφη. Μια μέρα είχα πάει στον κουρέα και γυρίζοντας βλέπω στο σπίτι του Τσιτσάνη τον Καζαντζίδη, με τον οποίο είχαμε συναντηθεί μια φορά εδώ στη Θεσσαλονίκη, την μάνα του, τη Μαρινέλλα και τον Ατταλίδη, τον άντρα της Γιώτας Λύδια.. Ο Στέλιος τότε δεν τραγούδαγε, είχε σταματήσει για λίγο. Τον χαιρέτησα αλλά δεν μου μίλησε…

Είχατε ηχογραφήσει ήδη τα πρώτα σας τραγούδια του Τσιτσάνη, «Στης ταβέρνας το ρολόι», «Στερνό μου γλυκοχάραμα» κλπ;
Βέβαια… Αυτά ήταν τα πρώτα. «Της ταβέρνας το ρολόι» κι απ’ την άλλη το «Μητέρα, αχ μητέρα»…

Δυο τραγούδια με τον ίδιο τραγουδιστή και μάλιστα νεότατο, σε ένα δίσκο ήταν μεγάλη υπόθεση τότε…
Ακριβώς. Στο «Ρολόι» μου κάνει δεύτερη φωνή η Γιώτα Λύδια. Γνώρισε αρκετές επανεκτελέσεις. Το είπε κι η Αλεξίου πριν από λίγα χρόνια. Μετά απ’ αυτό μου λέει μια μέρα ο Τσιτσάνης «Ρε Σταύρο, έτσι κι αλλιώς εδώ κάθεσαι. Δεν πας στη Θεσσαλονίκη και θα σε ειδοποιήσω εγώ». Έφυγα, ήρθα εδώ και μετά από ένα μήνα ακούω τα τραγούδια γραμμένα με τον Καζαντζίδη.

Καμπάνη σας βάφτισε ο Τσιτσάνης, έτσι δεν είναι;
Ναι, το πραγματικό μου επίθετο είναι Ψωμάς. Ο Τσιτσάνης με πήγε στην Columbia μ’ έναν άλλον τραγουδιστή. Μικές λεγόταν, είχε καλή φωνή αλλά  ήταν λίγο τσιβδός. Ήταν εκεί ο Μηλιόπουλος ο πατέρας και τραγουδάω εγώ το «Μητέρα, αχ μητέρα». Είπε κι ο άλλος ένα τραγούδι και λέει ο Μηλιόπουλος για μένα «Αυτόν θέλω». Κι ο Τσιτσάνης συμφώνησε «Κι εγώ αυτόν έχω για πρώτο». Όταν έκανα φωνοληψία λοιπόν, μου κάνουν μέσα απ’ το στούντιο «Στοπ, στοπ!..» «Τι συμβαίνει ρε παιδιά έκανα καμιά ζημιά;» «Θα μας σπάσεις τα ηχεία ρε παιδάκι μου!» Οπότε μου λέει ο Τσιτσάνης «Επειδή το Ψωμάς δεν είναι και πολύ καλλιτεχνικό, θα σε βγάλω Καμπάνη, μια και η φωνή σου είναι καμπάνα». Κι έτσι έμεινε…

Μάρκος, Χιώτης, Καλδάρας


Με τους άλλους λαϊκούς συνθέτες πότε συνεργάζεστε;
Μετά τον Τσιτσάνη είπα τραγούδια του Μπάμπη Μπακάλη, του Μητσάκη, του Καλδάρα, του Πετσά, του Καραπατάκη, του Μαλλίδη, του Χιώτη, του Καπλάνη, του Δερβενιώτη και τρία τραγούδια του Βαμβακάρη. Τον «Διπρόσωπο», «Αυτούς τους αναστεναγμούς» κι ένα χασάπικο το «Μέσα στη νύχτα προχωρώ».

Με τον Μάρκο συνεργαστήκατε μετά την επανεμφάνισή του, με τα τραγούδια που είπε ο Μπιθικώτσης;
Δεν θυμάμαι ακριβώς αλλά τον Μάρκο τον είχα φέρει εδώ μαζί με το Στράτο και τη Μπέλλου και δουλέψαμε μαζί, στο μαγαζί του Σταυράκη, κοντά στο στρατόπεδο του Παύλου Μελά στη Σταυρούπολη. Υπάρχει και μια φωτογραφία στο βιβλίο του Πετρόπουλου για τα ρεμπέτικα. Είχε κι άσθμα τότε ο Μάρκος.

Με τον Καλδάρα τι είχε γίνει και διαφωνήσατε για ένα τραγούδι που τελικά το είπε ο Διονυσίου;
Ο Αποστόλης ήταν καλό παιδί και μ’ αγαπούσε. Εγώ τότε ήμουν παντρεμένος, με την Εύα Καμπάνη, αν έχεις ακουστά…

Σας είχε κάνει και σεγόντο σε κάποια τραγούδια…
Ναι, Θεός σχωρέστην πέθανε… Νεαροί ήμασταν, τσακωνόμασταν λίγο και μια μέρα που είχα φωνοληψία με το Χιώτη, τσατίστηκα με τη γυναίκα μου και δεν πήγα, γιατί δεν ήμουν σε καλή ψυχολογική κατάσταση. Πούλησα και παραμύθι ότι ήμουν στη Ρόδο με γκόμενα κλπ.  Από κει στράβωσε η δουλειά. Κάποια στιγμή που πήγα για φωνοληψία με τον Καλδάρα, μου λέει «Σ’ έχουν στη μπούκα, κοίτα να τα πεις καλά τα τραγούδια».

Με τον Χιώτη είχατε γράψει άλλα τραγούδια πριν απ’ αυτό το περιστατικό;
Ναι, είχα γράψει το «Γρήγορα ή αργά», «Σιγά, σιγά», «Με τις πρώτες τις ψιχάλες», «Σκότωσα τον έρωτά μας»… Τότε, εγώ ήμουν στην Columbia και η Μαίρη Λίντα στην Odeon. Έτσι ο Χιώτης που κι αυτός ήταν στην Columbia, έδωσε δυο τραγούδια στη Δούκισσα σε δυο δίσκους. Το «Σβήσε τη φλόγα» και το «Απότομα» κι από την άλλη μεριά των δίσκων τραγουδάω εγώ. Στο ένα το «Με τις πρώτες τις ψιχάλες» και στο άλλο το «Γρήγορα ή αργά». Αργότερα όταν υπήρξε η τριβή με την εταιρεία, βγάλανε τα δικά μου και βάλανε τη «Φλόγα» μαζί με το «Απότομα», κι έτσι θάφτηκαν.

Και με τον Καλδάρα;
Με τον Καλδάρα είπα τα «Ούτε αγάπη ούτε μίσος», «Ξενιτεμένος μακριά από σένα», σ’ αυτό μου έκανε ο ίδιος β’ φωνή, «Τη φτωχολογιά ρωτήστε», «Πέρα στο Γεντί Κουλέ»…Μια μέρα θα ηχογραφούσα το τραγούδι «Του πατέρα η συμβουλή» κι ο Διονυσίου τη «Ζεμίρα». Ο Αποστόλης το’ θελε από Ντο. Μου ήταν λίγο ψηλά και του είπα να το κατεβάσει. «Καλά είναι» μου λέει. «Ρε Αποστόλη, καταλαβαίνω, από Σι μπεμόλ έχει πιο πολλή απόδοση». Είμαι κι εγώ λίγο νευρικός, τσατίστηκα «Ας το ρε Αποστόλη, δεν μπορώ, ψυχολογικά δεν είμαι εντάξει». «Τι να σου κάνω ρε Σταύρο, πέρασε το στο Στράτο».Και το είπε εκείνος. Του Στράτου του είχε πει ο Τσιτσάνης, όταν πήγαμε για ακρόαση «Θα σε ειδοποιήσω». Αλλά δεν τον φώναξε κι έτσι κατέβηκε μόνος του και είπε «Παράγκες και παλάτια» του Νίκου Μαύρου. Ήταν μεγάλος τραγουδιστής αλλά μπορεί και να είχε άλλη πορεία,  αν εγώ ήμουν πιο συνεπής. Γιατί αυτοί που θα βγάζαν με μένα τραγούδια, «πλακώσανε» το Στράτο και του τα δώσανε. Είχε πει το «Εγώ δεν είμαι ένοχος» του Κολοκοτρώνη κι έκανε επιτυχία, μετά «Το ηλεκτρόφωνο κοιτάζω» κλπ.

«Με γέλιο και με δάκρυ»


Τελικά, η μεγάλη επιτυχία ήρθε με το «Με γέλιο και με δάκρυ» του Μπακάλη που πούλησε γύρω στα 50.000 45άρια…
Ναι έχει και μια ιστορία αυτό. Είχα μια φωνοληψία εκείνη τη μέρα μαζί με τον Αγγελόπουλο, την Πόλυ Πάνου και την Γκρέυ. Εν τω μεταξύ στην πρόβα μου άρεσε πολύ ένα τραγούδι που θα ’λεγε ο Αγγελόπουλος με βιολιά κλπ, το «Λατρεία μου» νομίζω και του λέω «Ρε Μπάμπη μ' αρέσει το τραγούδι αυτό». «Πες αυτό που σου λέω, είναι τραγούδι καλό, άκου και μένα» μου λέει. Δεν το πήγαινα και πολύ. Τελικά το είπα κι ενώ το είχε περασμένο από Μι, του είπα να το ανεβάσει λιγάκι, το έκανε Φα, Φα δίεση, στο τέλος το κάναμε Σολ. Το είπα κι έφυγα, ήρθα εδώ. Οπότε κάποια στιγμή με ειδοποιεί ο Μπακάλης «Κατέβα, χαλάει ο κόσμος, μεγάλη επιτυχία».

Εσείς πηγαίνατε στην Αθήνα, γράφατε και ανεβαίνατε πάλι στη Θεσσαλονίκη;
Εγώ Θανάση είμαι άρρωστος με τη Θεσσαλονίκη. Όταν έφευγα από δω αρρώσταινα. Δεν την πήγαινα καθόλου την Αθήνα. Μόλις έφευγα μ’ έπιανε μελαγχολία. Αυτό μ’ έφαγε πιο πολύ…Την αγαπώ πάρα πολύ τη Θεσσαλονίκη.

«Αντίλαλοι» και «Μαύρος ήλιος»


Θα ’θελα να πούμε δυο λόγια και για τους «Αντίλαλους», τα  έξι πολύ ωραία τραγούδια του Γιώργου Μαλλίδη και του Θάνου Σοφού που διέφεραν κάπως από τα άλλα λαϊκά που είπατε. Ήταν ένα κράμα του πιο «έντεχνου», ας το πούμε έτσι, λαϊκού τραγουδιού με στοιχεία από το δημοτικό τραγούδι… Πώς προέκυψαν αυτά; Το 1978 τα ξαναηχογραφήσατε στη Music Box στο μοναδικό μεγάλο δίσκο σας «Μαύρος Ήλιος».
Ήταν σε ηπειρώτικο στυλ. Του είχε πει η Columbia του Μαλλίδη να κάνει ένα στυλ αλλιώτικο. Στα παλιά έπαιζε ο Λεμονόπουλος. Στο «Μαύρο Ήλιο» παίζουν ο Θανάσης Πολυκανδριώτης και ο Παλαιολόγου, τον οποίο τον είχα μαζί μου και μου έλεγε «Ρε συ πόσο θέλω να παίξω μια φορά μαζί σου σε δίσκο…» Aλλά κι όταν ήρθε ο Σοφός στη Music Box και τα ξαναγράψαμε το ‘78, ούτε που βρεθήκαμε με τον Παλαιολόγου. Play back ήταν. Να σκεφτείς ότι εγώ δεν τον έχω αυτό τον δίσκο. Τον είχα δώσει κάποτε στον αδερφό του Κουρή που έχει το σταθμό, όταν δούλευα τότε στη «Στοά των αθανάτων».

Το τραγούδι «Μαύρος ήλιος» το είχε πει κι ο Γαβαλάς το 1963.
Ναι, δεν το ήξερα και μου το είπε πρόσφατα ένας φίλος απ ’την Κύπρο.

Κι ο Μπιθικώτσης επίσης, όπως και το «Θυμάρι». Απλά τα είχε πει σαν χασάπικα στο δίσκο «Επιλογή» το ’68, όχι σαν «μπαγιό» που τα είπατε εσείς.
Κι ο Κόκοτας μου φαίνεται είπε ένα.

Το «Οι βράχοι της ακρογιαλιάς» κι αυτό σαν χασάπικο.
Το «Θυμάρι» στην πρώτη του εκτέλεση πούλησε γύρω στα 50.000 δισκάκια.

Σοβαρά; Δυστυχώς όμως δεν τα έχουν ξαναβγάλει από τότε…
Έχουν άλλα να βγάλουν τώρα…

Τα χρόνια της Οdeon


Τελικά τι μεσολάβησε και φύγατε απ’ την Columbia και μάλιστα σχεδόν την ίδια περίοδο με τον Καζαντζίδη,  το 1963;
Πήγα στην Odeon μετά από τις ιστορίες που σου είπα στην Columbia, αλλά δεν είπα και πολλά τραγούδια και στη συνέχεια πήγα στη Μusic Box. Άκου μια σύμπτωση. Έκανα πρόβα με το Δερβενιώτη στην Οdeon και βλέπω τον Καζαντζίδη με το Λαύκα και το Στέλιο τον Πελαγίδη. Μου λέει ο Καζαντζίδης «Τι έγινε ρε, πού είσαι συ;» «Δεν ξέρεις πού είμαι; Εκεί που είσαι κι εσύ» του λέω.

Στην Odeon γράψατε και δικές σας συνθέσεις;
Ναι, τέσσερα τραγούδια. Είχαν μουσική και στίχους δικούς μου και μου λέει ο Μάτσας «Θα με φάνε, βάλε τον Βίρβο». Και μού ‘βαλε ο Βίρβος στίχους. Έγραψα τα «Λάθος βαρύ», «Εσύ με εγκατέλειψες», «Πού βρίσκεσαι» και «Υπάρχει και Θεός», που τα λέω με την Εύα Καμπάνη. Μετά έβγαλε ο Μάτσας ένα άλλο «Υπάρχει και Θεός» με τον Καζαντζίδη.

Από το 1964-65 που ηχογραφήσατε για τελευταία φορά στην Οdeon μέχρι το 1978 μεσολάβησαν σχεδόν 13 χρόνια. Γιατί αυτή η αποχή σας;
Είχα συμβόλαιο στο Μάτσα και με είχε στο «ψυγείο». Δεν μου έδινε τραγούδια. Οπότε κάποια στιγμή αγανάκτησα και πήγα στην εταιρεία και το ζήτησα. Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε, κάπου στις αρχές ή στα μέσα της δεκαετίας του ’70. Στην αρχή δεν με δεχότανε αλλά μετά, έβαλα τις φωνές, με άκουσε και βγήκε από το γραφείο και τελικά μου το έδωσε.

Όλα αυτά τα χρόνια δουλεύατε σε μαγαζιά;
Βέβαια. Κι εδώ και στην Αθήνα και στο εξωτερικό, στη Σουηδία έχω πάει. Πριν δέκα χρόνια ήμουν στη «Στοά Αθανάτων», με το Χοντρονάκο. Δούλεψα επίσης στο «Σκοπευτήριο» στην Καισαριανή, στη «Λουζιτάνια», στην «Τριάνα του Χειλά» και αλλού.

H κατεδάφιση της Columbia               


Ήθελα να μου πείτε τη γνώμη σας για την κατεδάφιση του ιστορικού εργοστασίου της Columbia στον Περισσό.
Επιτρέπονται τέτοια πράγματα; Αυτά είναι μουσεία. Όλη η ιστορία. Ήταν ανάγκη να το ρίξουν για να πάρουν το οικόπεδο και να βγάλουν λεφτά; Έπρεπε να γίνει μουσείο εκεί. Και ποιος δεν έχει περάσει από κει μέσα; Τύχαινε τότε σε μια μέρα να πάνε για να γραμμοφωνήσουν 2-3 συνθέτες. Αυτός που πήγαινε πρώτος έγραφε και πρώτος. Είχε κι ένα μπαράκι εκεί. Μια μέρα είχαμε πάει πρώτοι με τον Καραπατάκη και πίναμε τον καφέ μας. Ήρθε λοιπόν κι ο Νίκος Γούναρης. Ήταν να πάει στην Αμερική εκείνη τη μέρα και παρακάλεσε τον Καραπατάκη αν γίνεται να γράψει πρώτος για να φύγει. «Και βέβαια, το ρωτάς; Δέκα φορές να γράψει» του λέω. Πρόσφατα βρήκα κάποια τραγούδια που δεν είχαν κυκλοφορήσει, απ’ αυτά που πετάξανε στα καρούλια, στα ερείπια του εργοστασίου της Columbia. Tην «Ζαμπάλα» και το «Έδειξες ποια ήσουνα» του Μπακάλη που είχε πει κι ο Αναγνωστάκης.

Γιατί από τότε που φύγατε από την Odeon, εκτός από το «Μαύρο Ήλιο» και την επανεκτέλεση του «Με γέλιο και με δάκρυ» που είπατε το 1980 σε μια συλλογή του Μπάμπη Μπακάλη, δεν κάνατε κάτι περισσότερο;
Δυστυχώς άλλαξαν τα πράγματα. Δεν βλέπεις τι γίνεται; Όλοι βγάζουν videoclips κλπ, μεγαλώσαμε λίγο κι εμείς… Θέλουν να το ξεριζώσουν το λαϊκό τραγούδι αλλά δεν ξεριζώνεται. Και τώρα πάλι τα παλιά ακούνε…

Tα δικά του τραγούδια 


Έχετε ακυκλοφόρητες δικές σας συνθέσεις στο συρτάρι; Yπάρχει προοπτική να τις βγάλετε;
Έχω κάποια τραγούδια, στίχο και μουσική αλλά δεν ξέρω αν πρόκειται να γίνει κάτι. Ένα απ’ αυτά λέει:

«Μου έλεγε η μάνα μου, άκου μικρέ να μάθεις
μ’ όποιον δάσκαλο να κάτσεις, τέτοια γράμματα θα μάθεις.

Μα εγώ που ήμουν άμυαλο και άσωτο παιδί
δεν έδωσα στης μάνας μου τα λόγια προσοχή.

Πού μ’ έχανες, πού μ’ έβρισκες, Εξάρχεια, Περαία
γιατί είχα μπλέξει άσχημα με μια παλιοπαρέα».

Έχω κι άλλα πολλά. Έγραψα κάποια που αν ζούσε τώρα ο Γιώργος Ζαμπέτας, με τον οποίο είμαστε και φίλοι, για να τα πει, θα γινόταν μεγάλες επιτυχίες. Έδωσα κάποια και στο Γιώργο Μαργαρίτη, που είχε πει σε επανεκτέλεση το «Με γέλιο και με δάκρυ»… Θα δούμε…

Υ.Γ: Πρωτοδημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Όασις» (τεύχος 16, Φεβρουάριος 2010)

*Πυλαία, Χαριλάου, Βότση, Νέα Ελβετία, Σταυρούπολη: Συνοικίες της Θεσσαλονίκης

Πηγές
1) Συνέντευξη του Σταύρου Καμπάνη στο Θωμά Κοροβίνη στο περιοδικό «Λαϊκό τραγούδι» (τεύχος 8 - Ιούνιος 2004)
2) Συνέντευξη του Σταύρου Καμπάνη στον Πάρη Μήτσου στην εκπομπή «Τα παντελόνια είναι περίεργα ρούχα» στον 902 (30-6-2009)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates