Κωνσταντίνος Νικολάου: O σπουδαίος άγνωστος ζωγράφος

(PHOTOS) Ένα αφιέρωμα -το πρώτο που δημοσιεύεται - σε έναν σπουδαίο ζωγράφο και άνθρωπο.
Τα πρώτα δείγματά του ως καλλιγράφος μετουσιώθηκαν στα συνθήματα των πανό του ΕΑΜ - ΕΛΑΣ στη διάρκεια της αντίστασης την περίοδο της κατοχής. Ως γραμματέας του ΕΛΑΣ Καλλιθέας έδωσε το δικό του αγώνα κατά των Γερμανών. Ο πόλεμος τον βρήκε στην Αθήνα, σπουδαστή της Αρχιτεκτονικής, να νοικιάζει ένα προσφυγικό σπίτι στην Καλλιθέα. Το 1938 είχε έρθει με τα πόδια από τη γενέτειρά του, το Λεοντάριο Θηβών, καθώς δεν είχε χρήματα για να πληρώσει το εισιτήριο του λεωφορείου. Μια πολύ δύσκολη εποχή για να κάνει το παιδικό όνειρο του να γίνει ζωγράφος πραγματικότητα, λόγω μεγάλης φτώχειας.

Ο Κωνσταντίνος Νικολάου, αρβανίτικης καταγωγής, εκείνη την περίοδο παράλληλα με τις σπουδές του αρχίζει να ζωγραφίζει τα πρώτα του σκίτσα με μολύβι. Το πρώτο του ολοκληρωμένο έργο εντοπίζεται το 1949 στο πορτραίτο της αγαπημένης του και ανερχόμενης τότε Αγγλίδας ηθοποιού Κλαιρ Μπλουμ. Την ίδια εποχή θαυμάζει το ποδοσφαιρικό ίνδαλμα της Καλλιθέας Κώστα Νεστορίδη που αγωνιζόταν στον Πανιώνιο (1948-55) και τον ακολουθεί μετά στην ΑΕΚ (1955-65), την οποία συμπαθούσε λόγω Νεστορίδη. Δεν ήταν ο μόνος, καθώς ο διεθνής επιθετικός είναι από τις σπάνιες περιπτώσεις του ελληνικού ποδοσφαίρου, ίσως και ο μόνος που είχε τόσους προσωπικούς θαυμαστές που ακολουθούσαν την ΑΕΚ λόγω αυτού. «Εγώ είμαι με τον Νεστορίδη», έλεγε.
clair bloom
Η αντιστασιακή του δράση κάνει τον Κ. Νικολάου ενσυνείδητο κομμουνιστή, έναν νέο με ιδανικά και αξίες που καταφέρνει μέσα στις δυσκολίες της εποχής και της οικονομικής του κατάστασης να πάρει το πτυχίο και να αρχίσει να δουλεύει ως Πολιτικός Μηχανικός. Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 βρίσκει δουλειά στο Βασιλικό Εθνικό Ίδρυμα, εποχή Φρειδερίκης, όπου διδάσκει επί σειρά ετών, έχοντας πολλούς μαθητές στους οποίους ήταν ιδιαίτερα αγαπητός.

Στη δεκαετία του 60 και 70 αναλαμβάνει πολλές δουλειές ως Πολιτικός Μηχανικός και μετά τα μέσα της δεκαετίας του 70 αρχίζει να ασχολείται πιο εντατικά με τη ζωγραφική χρησιμοποιώντας μολύβι και πενάκι, μέθοδος ιδιαίτερα δύσκολη για τη ζωγραφική. Τα αγαπημένα του θέματα ήταν πορτραίτα πολιτικών και καλλιτεχνών ευρείας γκάμας, τα οποία αντλούσε από την εφημερίδα που διάβαζε (Τα Νέα και αργότερα την Πρώτη, αλλά και στον Ριζοσπάστη), επίσης παλιά παραδοσιακά αρχοντικά και θέματα από την αρχαία Ελλάδα. Παράλληλα διαβάζει μετά μανίας βιβλία, κυρίως κλασσικά μυθιστορήματα, τους Ρώσους κλασσικούς και πολιτικά έργα. Τα έργα αυτά, όπως και τα σχέδια της δουλειάς του τα δημιουργεί στο μικρό αυτόνομο γραφείο του σπιτιού του στη Νέα Σμύρνη, που σχεδίασε και έχτισε ο ίδιος με τη βοήθεια των μαθητών του ιδρύματος όταν αγόρασε γη στην περιοχή αυτή στις αρχές της δεκαετίας του ’50. Εκεί έμεινε με τη σύζυγό του, Όλγα Σεμπελίδου, γεννημένη στο Σότσι της Ρωσίας, μια πολύ δυναμική γυναίκα, που ήρθε επίσης το 1938 στην Ελλάδα ως πρόσφυγας και διέμενε αρχικά στα προσφυγικά της Καλλιθέας, εκεί που διέμενε και ο ίδιος ως φοιτητής. Η Όλια, ποντιακής καταγωγής, να σημειωθεί ότι υπήρξε αλεξιπτωτίστρια ως τα 18 της στη Ρωσία, κάτι που είναι ιδιαίτερα σπάνιο σε γυναίκα και δείχνει το δυναμικό της χαρακτήρα.

Ο Κ. Νικολάου δεν υπήρξε ποτέ οργανωμένος στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας, αλλά πάντα ενίσχυε οικονομικά όσο μπορούσε το κόμμα. Η σχέση του με το ΚΚ έφθασε στο σημείο να φιλοτεχνήσει με μεγάλα ολόσωμα πορτραίτα αριστερών πολιτικών και αγωνιστών το Σπίτι του Λαού στο Περισσό, φυσικά αφιλοκερδώς, τα οποία υπάρχουν έως σήμερα. Ήταν ένθεος.

Τη διάρκεια 1977-80 δούλεψε στην εταιρία Elco Βαγιωνής, από τις μεγαλύτερες εταιρίες κατασκευής οικιακών κατασκευών στην Ελλάδα. Μετά το τέλος της συνεργασίας του με την εταιρία αυτή, αφοσιώθηκε ακόμη περισσότερο στη ζωγραφική και στη δεκαετία του ’80 δημιούργησε τα έργα της πιο ώριμης και δημιουργικής περιόδου του.

Επίσης λάτρευε τη μουσική και το αγαπημένο του τραγούδι ήταν το «Ένα Δειλινό» του Μίκη Θεοδωράκη με την ανεπανάληπτη ερμηνεία του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το 1977 φιλοτέχνησε το πορτραίτο του Μίκη Θεοδωράκη με μολύβι, ενώ είχε προηγηθεί το πορτραίτο του Γιάννη Μαρκόπουλου, φιλοτεχνημένο με πενάκι, στον οποίο επίσης είχε ιδιαίτερη εκτίμηση. Τα δύο αυτά πορτραίτα, όπως και του Βασίλη Τσιτσάνη - το οποίο κοσμούσε τον τοίχο του σπιτιού του - είναι και τα μοναδικά Ελλήνων συνθετών που ζωγράφισε. Επίσης ζωγράφισε το πορτραίτο του Νίκου Ξυλούρη, αλλά και του Γιάννη Ρίτσου που θαύμαζε ιδιαίτερα και ως στιχουργό σημαντικών ελληνικών τραγουδιών. Παράλληλα του άρεσε η κλασική μουσική και ιδιαίτερα το Bolero του Ravel. Τα πορτραίτα των Μπετόβεν και Τζουζέπε Βέρντι ξεχωρίζουν στην εργογραφία του.

Ο Κωνσταντίνος Νικολάου, ή Ντίνος όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι και σύντροφοί του, απεβίωσε σε ηλικία 72 ετών, τον Νοέμβριο του 1989 μετά από εγχείρηση που υπέστη λόγω μετάστασης του καρκίνου στον πνεύμονα.

Η δύσκολη εποχή που μεγάλωσε και η φτώχεια δεν του επέτρεψαν να έχει τη ζωγραφική ως κύριο επάγγελμα γι’ αυτό η κύρια επαγγελματική του δραστηριότητα ήταν αυτή του Πολιτικού Μηχανικού. Αυτό δεν μειώνει σε καμία περίπτωση την αξία των έργων του, το αντίθετο μάλιστα. Δεν πουλούσε ποτέ τα έργα του, αλλά ήταν πρόθυμος να ζωγραφίσει αντίγραφο έργων του, κυρίως παλιά παραδοσιακά αρχοντικά, και να τα δωρίσει σε φίλους που εκτιμούσε.

Ο Κωνσταντίνος Νικολάου τυγχάνει παππούς μου, ήταν ο πατέρας της μητέρας μου και φέτος με αφορμή τη συμπλήρωση 30 ετών από την χρονιά που απεβίωσε - η ημέρα εκείνη με βρήκε ως νεοσύλλεκτο στρατιώτη στην Κόρινθο και πήρα άδεια να έρθω στην Αθήνα λόγω του συμβάντος - του έκανα ένα αφιέρωμα, το πρώτο που δημοσιεύεται. Ένα αφιέρωμα σε ένα σπουδαίο ζωγράφο και άνθρωπο, αλλά και επιδραστική προσωπικότητα στη ζωή μου. Μεγαλώσαμε μαζί καθώς μετά σχεδίασε τον από πάνω όροφο του σπιτιού του για να μείνω με την οικογένειά μου από το 1972 και παρακολούθησα μεγαλώνοντας όλη την καλλιτεχνική δράση του. Του άρεσε να αφηγείται ιστορικά γεγονότα και μάχες, από την αρχαιότητα, την ελληνική επανάσταση ως τη νεότερη ιστορία. Ήταν ανοιχτόμυαλος κομμουνιστής που δεν προσπαθούσε σε καμία περίπτωση να επιβάλλει τις πολιτικές του θεωρίες και μάλιστα του άρεσε και η κριτική. Του οφείλω μια έκθεση ζωγραφικής με τις σπουδαίες προσωπογραφίες που έκανε, πολλές από τις οποίες ήταν επιθυμίες μου ή τις έκανε από αγάπη προς εμένα, όπως τα πορτραίτα των Elvis Presley, Marylin Monroe, James Dean, Beatles. Με τα χρήματα που μου έδωσε για να πάρω τον πρώτο μου δίσκο, μόλις έφερε ο πατέρας μου ένα πικάπ Dual σπίτι, έτρεξα κι αγόρασα από το δισκάδικο της γειτονιάς μας, την «Πυραμίδα», το Who Are You των Who, έναντι 230 δρχ. το Δεκέμβριο του 1979. «Πόσο κάνουν οι πλάκες; Πάρε μία να δούμε πώς παίζει το πικάπ…».
MARYLIN MONROE

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates