Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου - Mεγάλο αφιέρωμα

Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή το μεγαλύτερο κεφάλαιο της στιχομυθίας του λαικού τραγουδιού...
Ο χαρακτήρας του έργου της είναι ανθρωποκεντρικός. Η γραφή της χαρακτηρίζεται από μια ιδιότυπη φιλοσοφημένη γλώσσα στην οποία συχνά παρεμβάλλεται μια παράξενη σκιά και αίσθηση ματαιότητας που είναι διάχυτη στο έργο της. Δεν είναι άσχετο το γεγονός, πως, όταν ήρθε στην Ελλάδα το 1922 γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή και εργάστηκε ως δασκάλα. Ουσιαστικά, ήταν λόγια, ποιήτρια και προσέδωσε στο λαϊκό τραγούδι μεγάλη ωριμότητα.
Γεννήθηκε στο Αϊδίνι της Μικράς Ασίας το 1893 όπου και έβγαλε το Γυμνάσιο. Στην Ελλάδα εργάστηκε και ως ηθοποιός σε βαριετέ και θιάσους, πλάι στην Κοτοπούλη κ.λ.π. Παντρεύτηκε δύο φορές και απέκτησε δύο κόρες. Εκείνος που την έβαλε στο δρόμο του τραγουδιού ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, ο οποίος της δίδαξε τον κανόνα του τραγουδιού, κουπλέ, ρεφρέν, επωδό. Εκείνη μέχρι τότε έγραφε πιο ποιητικά και ελεύθερα. Από το 1950 όμως, οπότε και έδωσε τους πρώτους στίχους της, καταπιάστηκε αποκλειστικά με τη στιχουργία. Στίχους της, μελοποίησαν οι περισσότεροι λαϊκοί συνθέτες της περιόδου 1950-1970, κυρίως όμως οι: Απόστολος Καλδάρας, Βασίλης Τσιτσάνης, Στέλιος Χρυσίνης, Μανώλης Χιώτης, Θόδωρος Δερβενιώτης, Στέλιος Καζαντζίδης, Κώστας Καπλάνης, Γιώργος Μουφλουζέλης, Αντώνης Κατινάρης, Κώστας Καρουσάκης, Πάνος Πετσάς, Γιάννης Βέλλας, και ακόμη ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Σταύρος Ξαρχάκος και ο Τόνης Μαρούδας.

Ήταν μεγάλη μαστόρισσα και ήταν οργανωμένη. Είχε ένα μεγάλο βιβλίο στο οποίο είχε γραμμένες λέξεις και δίπλα όλες τις ρίμες τους, όλες τις λέξεις, δηλαδή, με τις οποίες η κάθε λέξη ξεχωριστά έκανε ρίμα. Όσο κι αν αυτό της έδινε μια τεχνικής φύσεως διευκόλυνση, δεν μπορούσε να την διευκολύνει ουσιαστικά. Στιχουργικά, κεντράρισε περισσότερο από τον καθένα. Υπήρξε ξεχωριστή και έντονη προσωπικότητα. Ίσως αυτό να βοήθησε την υστεροφημία της, η ακόμη η γοητεία της μυθοπλασίας, που την ακολούθησε, γύρω από τα χαμένα διαμάντια, μιας και η ίδια δεν έδωσε και μεγάλη σημασία στο έργο της. Υπήρξαν μεγάλοι στιχουργοί. Ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης, ο Κώστας Βίρβος, ο Χρήστος Κολοκοτρώνης, ο Δημήτρης Γκούτης, ο Κώστας Μάνεσης, ο Κώστας Κοφινιώτης και άλλοι. Τόσο ισχυρό και αναγνωρίσιμο στιχουργικό σήμα, μόνο η Παπαγιαννοπούλου είχε και σε μικρότερο, ίσως, βαθμό ο Χρήστος Κολοκοτρώνης.

Είναι από τις ελάχιστες γυναίκες που έγραψαν λαϊκά τραγούδια, αν και ο στιχουργικός της λόγος δεν προδίδει φύλο, πουθενά. Θαύμαζε τον Παπαδιαμάντη, τον Κρυστάλη και τον Καββαδία. Από τους νεότερους πίστευε τον Λευτέρη Παπαδόπουλο, τα πρώτα τραγούδια του οποίου είχαν την αγαπημένη θέματογραφία της Ευτυχίας: τη «φτωχολογιά» και τη ματαιότητα της «άπονης ζωής». «Ο νέος αυτός ποιητής, μπορεί να πει κανείς ότι ήδη ξεπέρασε όλους εμάς και δημιούργησε νέα κατάσταση, προσφέροντας πολύτιμες υπηρεσίες ως στιχουργός στο λαϊκό τραγούδι».

Η σχέση της με την ποίηση, τη λογοτεχνία και τη δημοτική παράδοση σε απόλυτη ζύμωση και εναρμόνιση με τη φιλοσοφική της πνοή έθεσαν τις βάσεις του έργου της. Ενός έργου που υπακούει όχι μόνο στα εξωτερικά ερεθίσματα του αντικειμενικού «γυάλινου» κόσμου, αλλά και στον παλμό του εσωτερικού της κόσμου. Τραγούδια αποκαλυπτικά, αιρετικά, κοινωνικά και αντικοινωνικά, στοχαστικά, αντιπροσωπευτικά της μεταπολεμικής Ελλάδας, αλλά και της τέχνης μιας σπουδαίας γυναίκας που έζησε με περιπετειώδη τρόπο τη ζωή της. Μια ζωή που έκλεισε τον κύκλο της στις 7 Ιανουαρίου του 1972.

Φωτό 2: Από την παράσταση που βασίστηκε στο βιογραφικό βιβλίο της Ρέας Μανέλη, «Η γιαγιά μου η Ευτυχία». Στο ρόλο της Ετυχίας η Νένα Μεντή.

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates