Ο Φοίβος Δεληβοριάς γράφει για το «παλιό πικάπ Dual» του Αλέξη Βάκη

Ο πρόλογος του Φοίβου Δεληβοριά στο πρώτο βιβλίο του μουσικού και ραδιοφωνικού παραγωγού Αλέξη Βάκη.

Σαν σήμερα…


Στις 24 Μαΐου 1961 γεννήθηκε στην Αθήνα ο μουσικός, ενορχηστρωτής, ραδιοφωνικός παραγωγός και μουσικογράφος Αλέξης Βάκης.

Μεγάλωσε τη δεκαετία του ’60 στο Παγκράτι. Στην οικογένειά του οι περισσότεροι, και ιδίως η μητέρα του (που μαθήτευσε πλάι στον Μάριο Βάρβογλη), ήταν λάτρεις της μουσικής. Έτσι, του κληροδότησαν αυτή την αγάπη με τον πιο φυσικό τρόπο, τραγουδώντας οι ίδιοι σχεδόν ανά πάσα στιγμή. Ταυτόχρονα, το παλιό πικάπ Dual του σπιτιού, που έμαθε να το χειρίζεται άψογα προτού καν αρχίσει να διαβάζει και να γράφει, γέμιζε ήχους την ατμόσφαιρα: Μπαχ, Μότσαρτ και Μπετόβεν που τον κοίμιζαν ως βρέφος, Θεοδωράκη, Ξαρχάκο, Χατζιδάκι (και αργότερα Σαββόπουλο), μα και ελαφρά τραγούδια (Αττίκ, Γιαννίδη, Σουγιούλ, Βέμπο, Κάκια Μένδρη, Γούναρη κ.ά.).

Λαϊκά τραγούδια δεν πολυακούγανε στο σπίτι τους. Μάλλον αυτός ήταν ο πρώτος που ενδιαφέρθηκε συστηματικά για την καθαρόαιμη λαϊκή μουσική στα χρόνια της μεταπολίτευσης όταν, παράλληλα με τον Λεοντή και τον Μαρκόπουλο, και λίγο πριν το επερχόμενο κύμα του ροκ, ανακάλυψε πως του άρεσε να ακούει τις λιγοστές τότε ραδιοφωνικές εκπομπές με ρεμπέτικα. Αργότερα, ως φοιτητής, μπήκε σιγά-σιγά και στο κλίμα του Τσιτσάνη, του Καλδάρα, του Καζαντζίδη, του Γαβαλά, της Πόλυς Πάνου, της Γιώτας Λύδια και των άλλων.

Το παιδί -ο Αλέξης Βάκης- μεγάλωσε, έγινε μουσικός (πιανίστας, συνθέτης και ενορχηστρωτής) και ραδιοφωνικός παραγωγός. Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώνει κείμενα μιας δωδεκαετίας που απηχούν κάποιες απόψεις του για τη μουσική και το τραγούδι. (1)
01.Vakiscover

«Ένα παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι»


Με τον Αλέξη τον Βάκη είμαστε φίλοι. Έχω την τιμή δηλαδή να με θεωρεί φίλο του και να γευτώ τους «καρπούς» της απλοχεριάς του. Έχουμε κάνει μαζί πολλές εκπομπές με διάφορα θέματα, κυρίως «Στο Κόκκινο», όπου με προσκάλεσε, αλλά και στο Εθελοντικό Ραδιόφωνο του Δήμου Θεσσαλονίκης. Έτσι χάρηκα πολύ όταν έμαθα πως κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Εύμαρος», το πρώτο του βιβλίο με τον ευφάνταστο τίτλο «Ένα παλιό πικάπ Dual με το ηχείο για καπάκι» με μια σειρά από κείμενα για τη μουσική και το τραγούδι που γράφτηκαν την περίοδο 2003-2015 και πρωτοδημοσιεύθηκαν στα περιοδικά ή στις ιστοσελίδες που συνεργάστηκε ο Αλέξης Βάκης για μεγάλο χρονικό διάστημα ή περιστασιακά.

Το βιβλίο προλογίζει ο Φοίβος Δεληβοριάς, με ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο…

«Μια εξαίρετη περίπτωση»


Γράφει λοιπόν ο Φοίβος:

Υπάρχει ένας πνευματικός χώρος που κάποιοι από μας αναγνωρίζουν ως τέτοιον, ζουν γύρω απ’ αυτόν, ανασαίνουν επειδή υπάρχει, κινδυνεύουν επειδή του ορκίστηκαν αιώνια αφοσίωση: ο χώρος αυτός είναι το Ελληνικό Τραγούδι.

«Κι είναι κάτι τραγικό», όπως θα έλεγε ο Άκης Πάνου, το γεγονός ότι τα κείμενα που αφορούν τον συγκεκριμένο χώρο, κείμενα σκέψης και πνοής, κείμενα που να τον τροφοδοτούν και να τον ανακατεύουν, κείμενα που να του επιστρέφουν με γραφή αποφασιστική και εμπνευσμένη τη ζωή που μας έδωσε, είναι ελάχιστα.

Το «Ντέφι» ήταν μια συντονισμένη πρώτη προσπάθεια αναζήτησης τέτοιων κειμένων. Το «Δίφωνο» καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα. Ο «Μετρονόμος», ο πολύτιμα επιμένων. Αλλά και μέσα σε περιοδικά χαϊφιντελίστικα, όπως η «Μουσική» και ο «Ήχος», ή εξειδικευμένα σε άλλες πνευματικές περιοχές της μουσικοφιλίας («Ποπ & Ροκ», «Jazz και Τζαζ» κ.ά.) έβρισκες πού και πού γραφές που εξερευνούσαν το Ελληνικό Τραγούδι, τολμηρά και παθιασμένα, με σπουδή και αναίδεια, με ημιλιπόθυμο φανατισμό και με φετιχιστική ακρίβεια. Μες στη ζωή δηλαδή και έξω απ’ αυτήν, όπως σου επιβάλλει κάθε σοβαρή αγάπη.

Αργότερα -και όταν η ζωή μας άλλαξε και το Ελληνικό Τραγούδι βρέθηκε κι αυτό, όπως και τόσοι άλλοι βραχίονες του δικού μας σώματος, ριγμένο ανάσκελα ανάμεσα στην επέλαση της οικιακής υψηλής τεχνολογίας και της προδιαγεγραμμένης χρηματοπιστωτικής κρίσης- κείμενα τέτοια και νέους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, μπορούσες να βρεις πια κυρίως στο διαδίκτυο, στο musicpaper αίφνης ή στο ogdoo, στο e-orfeas ή στα Μουσικά Προάστια.

Τι συνδέει τους ανθρώπους που κινήθηκαν γύρω απ’ αυτή τη λίμνη και πρόσφεραν σ’ αυτήν σκέψεις και κείμενα; Τι συνδέει π.χ. τον Γιώργο Νοταρά με τον Βασίλη Αγγελικόπουλο, τον Γιώργο Τσάμπρα με τον Γιώργο Κοντογιάννη, τον Τάσο Φαληρέα με τον Σπύρο Αραβανή, τον Γιώργο Παπαδάκη με τον Τάσο Καραντή, τον Στέλιο Ελληνιάδη με τον Ηρακλή Οικονόμου, την Στέλλα Βλαχογιάννη με τον Σταύρο Καρτσωνάκη, τον Μάκη Γκαρτζόπουλο με τον Σιδερή Πρίντεζη, τον Κώστα Μπαλαχούτη με τον Θανάση Γιώγλου;

Νομίζω η αγάπη ενός οργανωμένου ήχου που να προκύπτει από την ελληνική γλώσσα, όπως αυτή μιλιέται και αναπλάθεται από το 1900 και μετά.

Δεν είναι κείμενα μόνο μουσικολογικά τα κείμενά τους: είναι κείμενα για μια μουσική που προκύπτει απ’ τη γλώσσα.

Είναι άνθρωποι που χτυπήθηκαν στο μέτωπο από το μουσικό παιχνίδι του «Κέλομαί σε Γογγύλα», από τον ήχο του πιάνου στο «Με το λύχνο του άστρου», από το αίνιγμα του «Αγίου Φεβρουαρίου», την ακρίβεια του «Η πιο μεγάλη ώρα», τα τοπωνύμια στα τραγούδια του Μάρκου, το «περπατοπετά» του Ρασούλη, το «Βρώμικο ψωμί» που τρώνε όσοι αγαπούνε, την ποιητική τόλμη του ευρήματος της Νικολακοπούλου, τα τυπωμένα αινίγματα της «Αμοργού» και του «Μαραμπού», που στοίχειωσαν κάποια πιάνα και κάποιες κιθάρες.

Ο Αλέξης Βάκης είναι μια εξαίρετη περίπτωση -και πρέπει να τονίσουμε και το «περίπτωση» και το «εξαίρεση»- στον υδροβιότοπο αυτό. Πρώτα επειδή είναι συνθέτης τραγουδιών. Έχει δηλαδή ολοκληρώσει τη σχέση του με την ακατάστατη αυτή Μούσα, έχει βρει λύσεις δικές του στα τετράδια της αρμονίας και στα χειρόγραφα με τις λέξεις που είναι γραμμένες για ν’ ακουστούν.

Κι αυτό τον κάνει ακόμα πιο παθιασμένο, ακόμα πιο σκληρό εραστή της από κάποιον που την προσεγγίζει μόνο μέσα από τον λόγο ή τη σκέψη. Είναι άνθρωπος που έσπασε το κεφάλι του στον έρωτά της. Δικαιούται λοιπόν να της μιλάει με τρυφερότητα σαν παλιός της γνώριμος, αλλά και με ξαφνική σκληρότητα σαν έφηβος που την διεκδικεί.

Η ιδιότητα του συνθέτη είναι άλλωστε αυτή που τον κάνει να κινείται άνετα στη μελέτη περιπτώσεων που λίγοι έχουν ως τώρα αγγίξει, όπως ο Μαμαγκάκης ή ο Κουνάδης. Μπορεί να καταλάβει την αξία ενός ενορχηστρωτικού ευρήματος τόσο στον Πλέσσα και στον Καπνίση όσο και στον Ζαμπέτα και στον Βαγιόπουλο.

Μπορεί όμως και να καταλάβει τι είναι αυτό που κάνει μέγιστους στιχουργούς τόσο τον Σακελλάριο όσο και τον Κηλαηδόνη, ακριβώς γιατί η ποιητική τους ξεκινάει από έναν ήχο που ονειρεύονται και όχι μόνο από τις λέξεις.

Ανεκδοτολόγος όπως όλοι μας σ’ αυτή την περιοχή, ιστοριοδίφης και κάτοχος επιμελημένων σκληρών δίσκων, καβγατζής και έτοιμος για αιφνίδιες συμφιλιώσεις, άνθρωπος που πρόλαβε την ανθισμένη γειτονιά, την πλούσια ανανεωτική Αριστερά και τους ανθρώπους της, μαθητής που περίμενε στην αίθουσα αναμονής τόσο του πιο προχωρημένου Ωδείου, όσο και του σαλονιού στο Αιγάλεω Σίτυ που ο Δάσκαλος ηχογραφούσε τις τελευταίες εισαγωγές του φορώντας τον αναπνευστήρα.

Έχω την απόλυτη βεβαιότητα πως το βιβλίο αυτό -οι λέξεις, που έκρυβε πίσω του τόσον καιρό ο Αλέξης- είναι από τα σημαντικότερα που αφορούν την περιοχή για την οποία μιλάμε. Έχει δροσιά και χιούμορ που υπονομεύουν όταν χρειάζεται την σοβαρότητά του. Κοιτάει το πράγμα από πολλές πλευρές, ιστορικά και πολιτικά, αλλά και αριστοκρατικά, εστετίστικα. Το υπέδαφός του έχει χωνέψει και τον Βάρναλη και την γενιά του ’30, και τον Φλόκα του Χατζιδάκι και τη θεοδωρακική Μακρόνησο - και την φαντεζί μοναξιά του Αττίκ και τη ζεστή διάρκεια του Παπαϊωάννου.

Και σήμερα, που για ακόμα μια φορά προσπαθούμε να σηκωθούμε στα πόδια μας ξανακοιτώντας πίσω σε ό,τι αξίζει και προσπαθώντας να ξεφορτωθούμε ό,τι ήταν άχρηστο φορτίο, βιβλία όπως αυτό έρχονται ήσυχα, χωρίς τυμπανοκρουσίες, να μας δείξουν έναν πλούτο που ακόμη δεν εξαντλήθηκε, έναν πολύχρωμο καμβά, μια πάλη των τάξεων μέσα στους ήχους και στους στίχους που δεν κατέληξε ακόμα, που δεν είπε την τελευταία της λέξη. Ίσως γιατί δεν είναι μόνο λέξη. Αλλά και ήχος που γεννήθηκε από λέξη.

Φοίβος Δεληβοριάς | Νοέμβριος 2018

1) Από το σημείωμα στο οπισθόφυλλο του βιβλίου.

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates