Νίκος Καρβέλας - Άννα Βίσση: Τα θεατρικά τους έργα

Παρότι έχουν υπηρετήσει ένα ρεπερτόριο εμπορικό, χάρισαν έργα που εφάμιλλά τους βλέπουμε στις θεατρικές σκηνές του Λονδίνου.
Νίκος Καρβέλας - Άννα Βίσση: Τα θεατρικά τους έργα Φωτογραφίες; NDP Photo Agency
Γράφει ο Δημήτρης Βαγενάς

Η πρώτη ελληνική ροκ όπερα παρουσιάστηκε το 1975 με τον Ρόμπερτ Ουίλιαμς, την Ελπίδα, το Δάκη και άλλους εκπρόσωπους της τότε ελληνικής ποπ σκηνής στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Θέμα της ο τρωικός πόλεμος, όπως τιτλοφορείται άλλωστε, και δημιουργοί της ο Γιάννης Κοζάτσας και ο Γιάννης Πετρίτσης. Δεκαπέντε και πλέον έτη μετά, ένας επιτυχημένος συνθέτης και μια ποπ τραγουδίστρια θα παρουσιάσουν μία ακόμη ροκ όπερα που κατά πολλούς μνημονεύεται ως η πρώτη στην ιστορία της ελληνικής μουσικής. Ο λόγος για το Νίκο Καρβέλα και την Άννα Βίσση.

Στο μακρινό 1991, ο Νίκος Καρβέλας δεν ήταν παρά ο συνθέτης του «Κοντού με τη γραβάτα» και η Μούσα του η τραγουδίστρια επιτυχημένων μεν, εύπεπτων δε κομματιών. Οι «Δαίμονες», όπως τιτλοφορείται το πρώτο τους θεατρικό έργο, παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά το Νοέμβριο του 1991 στο θέατρο Αττικόν, σε λιμπρέτο Σταύρου Σιδερά και συμπληρωματικούς στίχους του συνθέτη, ενώ τη μουσική διεύθυνση ανέλαβε ο Μιχάλης Ροζάκης και τη σκηνοθεσία ο Ρότζερ Ουίλιαμς. Η πρώτη πράξη διαδραματίζεται στο Μεσαίωνα, όπου μια Μάγισσα πραγματοποιεί μια σατανιστική τελετή. Ένας Ιεροεξεταστής τη συλλαμβάνει και ζητάει από τη Βασίλισσα να τη θανατώσει. Στη συνέχεια μεταφερόμαστε στη Νέα Υόρκη του ’91, όπου βλέπουμε την πρόβα ενός θιάσου. Η πρωταγωνίστρια, Ροζάννα, έχει σχέση με το σκηνοθέτη, Ντάνιελ, προκαλώντας τη ζήλια της συναδέλφου της, Λόα. Εκείνη αποφασίζει να εκδικηθεί το ερωτευμένο ζευγάρι, κάνοντας μαύρη μαγεία.

Αν και το θέμα παραπέμπει κάπως στο «Φάντασμα της όπερας», το ύφος της μουσικής θυμίζει περισσότερο το «Jesus Christ Superstar». Οι διάλογοι καταλαμβάνουν ελάχιστα λεπτά, με αποτέλεσμα καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του έργου ν’ ακούμε τις προσεγμένες συνθέσεις του Νίκου Καρβέλα, που έχουν ως αφετηρία τους τη συμφωνική μουσική και τις κλασσικές όπερες, με τα ροκ και ποπ στοιχεία να κάνουν αισθητή την παρουσία τους όποτε χρειάζεται. Η επιτυχία ήταν τέτοια που το επικό κομμάτι «Δαίμονες» κατάφερε ν’ αποδεσμευτεί από το πλαίσιο της παράστασης και να διαγράψει τη δική του πορεία.

Οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι αποδόθηκαν από την Άννα Βίσση (Βασίλισσα - Ροζάννα), τη Μαριάνθη Σοντάκη (Μάγισσα - Λόα), το Γιάννη Σαμσιάρη (Ντάνιελ) και τον Τζων Μοδινό (Ιεροεξεταστής). Ο διεθνούς φήμης βαρύτονος αρχικά δίσταζε να συμμετάσχει σε μια σύγχρονη όπερα κι αυτός που τον έπεισε ήταν ο Λουτσιάνο Παβαρόττι, με τον οποίο είχαν παίξει πάνω από 200 φορές το «Ριγκολέττο» στα μεγαλύτερα θέατρα όλου του κόσμου, λέγοντάς του πως ένα τέτοιο έργο θα ωθούσε τους νέους ν’ ανακαλύψουν το μαγικό κόσμο της όπερας. Ο αείμνηστος βαρύτονος αντάλλαξε μοναδικούς μουσικούς διαξιφισμούς με την Άννα Βίσση, που μέσα απ’ τους «Δαίμονες» κατάφερε ν’ αναδείξει τη λυρική χροιά της φωνής της και το εύρος των φωνητικών της δυνατοτήτων. Αξιομνημόνευτες οι οπερατικές κορώνες της στο «Κάψτε την», καθώς και η θεατρική της ερμηνεία στο συναισθηματικά φορτισμένο «Κλείνω τα μάτια». Όσο για Γιάννη Σαμσιάρη, έχοντας ήδη ενσαρκώσει τον Ιησού στο πρώτο ανέβασμα του «Jesus Christ Superstar» στην Ελλάδα, απέδειξε πως γνωρίζει πολύ καλά την τέχνη του μιούζικαλ, ενώ η Μαριάνθη Σοντάκη κατάφερε να εντυπωσιάσει με την ολοκάθαρη και καλλιεργημένη φωνή της.
Τη θεατρική σεζόν 1992-1993 ο Τζων Μοδινός αντικαταστάθηκε από τον έμπειρο Γιώργο Μούτσιο και η Μαριάνθη Σοντάκη από την πολλά υποσχόμενη Μπέσυ Μάλφα. Είχε ήδη προηγηθεί ο δίσκος με τα τραγούδια της παράστασης, όπου οι ρόλοι του Ιεροεξεταστή και της Μάγισσας - Λόας αποδόθηκαν από τους πρώτους διδάξαντες και ο ρόλος του Ντάνιελ από τον Καρβέλα, που υπογράφει, επίσης, την ενορχήστρωση και παίζει τα πλήκτρα. Χωρίς συμφωνική ορχήστρα ή έστω φυσικά όργανα, τα τραγούδια των «Δαιμόνων» φαντάζουν κάπως φτωχά, ενώ η προχειρότητα του δίσκου ενισχύεται από τα χορικά, που μοιάζουν απροβάριστα και διεκπεραιωτικά, διατηρώντας, ωστόσο, τη μελωδικότητα και το ροκ παλμό τους.

Είκοσι δύο χρόνια μετά, οι «Δαίμονες» ανέβηκαν ξανά στη σκηνή του Παλλάς με σκηνοθέτη το Γιάννη Κακλέα και μαέστρο τον Αλέξιο Πρίφτη. Η Άννα Βίσση παρέμεινε στο βασικό ρόλο με συμπρωταγωνιστές τους Εβελίνα Παπούλια (Μάγισσα - Λόα), Παναγιώτη Πετράκη (Ντάνιελ) και Νικόλαο Καραγιακούρη (Ιεροεξεταστής). Η παράσταση του 2013 ήταν αναβαθμισμένη τόσο οπτικά, με τον Κακλέα να προσθέτει ειδικά εφέ και να εκμεταλλεύεται στο έπακρο τη μεσαιωνική ατμόσφαιρα του έργου, όσο και μουσικά: ο Καρβέλας προσέθεσε το «Ίσως είμαστε το ίδιο», δίνοντας στην ιστορία του Μεσαίωνα το βάθος που της έλειπε, και ο Πρίφτης εισήγαγε τις δικές του ιδέες. Στους τρομαχτικούς «Δαίμονες» του Κακλέα, η Λόα είναι πέρα για πέρα ανατριχιαστική, όπως ακριβώς την είχε οραματιστεί ο σκηνοθέτης, κι ο Καραγκιαούρης βαδίζει πάνω στα βήματα του Μοδινού - κι ας μην έχει ακόμα το πλούσιο βιογραφικό του. Ο Πετράκης, που κατά τα λεγόμενά του είχε δει δεκαπέντε φορές τους «Δαίμονες» του ’91 όταν ήταν μικρός, καταθέτει οπερατικές ερμηνείες και η Μαρίνα Σάττι, πριν ακόμα γίνει γνωστή με τη «Μάντισσα», τραγουδάει τα γλυκόπικρα «Ουράνια τόξα». Όσο για την πρωταγωνίστρια, αν και δεν διαθέτει πια τις ίδιες φωνητικές ικανότητες, επιστρατεύει τα υποκριτικά της μέσα καταφέρνοντας να συγκινήσει. Είχε, άλλωστε, ήδη μεσολαβήσει η «Μάλα», συστήνοντάς μας για πρώτη φορά, ουσιαστικά, την ηθοποιό Άννα Βίσση.
9917 PETRAKIS VISI PANTELIDAKIS KAKLEAS KARVELAS 27032013
27-03-2013 Παλλάς. Πρεμιέρα παράστασης «Δαίμονες». Παναγιώτης Πετράκης, Άννα Βίσση, Μανώλης Παντελιδάκης, Γιάννης Κακλέας, Νίκος Καρβέλας

Η «Μάλα: Η μουσική του ανέμου», όπως είναι ο πλήρης τίτλος της παράστασης, ανέβηκε στη σκηνή του Παλλάς το 2002 σε μουσική και λιμπρέτο Νίκου Καρβέλα σκηνοθεσία Γιάννη Κακλέα και μουσική διεύθυνση Γιώργου Νιάρχου. Η παράσταση αναφέρεται στην αληθινή ζωή της Εβραίας Μάλα Ζίμετμπαουμ (1918 - 1944), που κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού της στο Άουσβιτς γνώρισε κι ερωτεύτηκε τον πολιτικό κρατούμενο Έντεκ Γκαλίνσκι (1923 - 1944). Αυτό που προξενεί εντύπωση δεν είναι το ότι ένας μεγάλος έρωτας άνθισε μέσα σ’ ένα κολαστήριο, αλλά το ότι η φυσική ευγένεια και καλοσύνη της Μάλα κατάφερε να συγκινήσει, έστω και πρόσκαιρα, ακόμα και τους Ναζί: ως διερμηνέας και αγγελιοφόρος του στρατοπέδου η νεαρή κοπέλα έτυχε προνομιακής μεταχείρισης, έχοντας το δικαίωμα να φροντίζει την ατομική της υγιεινή, να ντύνεται με πολιτικά ρούχα και να έχει μακριά μαλλιά. Εκμεταλλευόμενη τη θέση της, η Μάλα κατάφερε αφενός να βοηθήσει πάρα πολλές συγκρατούμενές της, αφετέρου ν’ αποδράσει μαζί με τον αγαπημένο της. Ωστόσο, η μοίρα στάθηκε σκληρή για τους δύο ερωτευμένους…
Η «Μάλα» θεωρείται μέχρι και σήμερα η μεγαλύτερη παραγωγή που έγινε ποτέ στην Ελλάδα, με το θίασο ν’ αποτελείται από 60 ηθοποιούς και 40 μουσικούς. Σε αντίθεση με τους «Δαίμονες», από το εν λόγω έργο απουσιάζουν παντελώς τα ροκ στοιχεία και στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στην πρόζα - ενδεικτικό το ότι ο πρωταγωνιστής Έντεκ (Λεωνίδας Κακούρης) δεν τραγουδάει ούτε μία νότα. Η ίδια η Βίσση είχε παραδεχτεί πως στους «Δαίμονες» κατάφερε να «κρυφτεί» πίσω απ’ τα τραγούδια, καλύπτοντας τις υποκριτικές της αδυναμίες, κάτι που εδώ δεν θα μπορούσε να συμβεί. Παρόλα αυτά, αποδεικνύεται ικανότατη ηθοποιός στα χέρια του Κακλέα, καταφέρνοντας να ξεδιπλώσει το ταλέντο της μέσα από έναν απαιτητικό ρόλο σ’ ένα κατά βάση προσωποκεντρικό -όπως φαίνεται κι απ’ τον τίτλο του- έργο. Οι κλασικίζουσες συνθέσεις του Καρβέλα ξεχειλίζουν από λυρισμό κι ευαισθησία, ερμηνευμένες αισθαντικά από τη Μούσα του. Ξεχωρίζουν τα «Έντεκ», «Μια αγάπη φωτιά» και «Ω έρωτα», καθώς και ο βαγκνερικός «Μονόλογος του Μπόγκερ», ερμηνευμένος από το Μιχάλη Άνθη. Τα τραγούδια της παράστασης ηχογραφήθηκαν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, σε ενορχήστρωση Γιώργου Νιάρχου, και κυκλοφόρησαν σε CD.
7634 KAKLEAS VISI KARVELAS 2592014
Γιάννης Κακλέας, Άννα Βίσση, Νίκος Καρβέλας

Οι «Καμπάνες του Εντελβάις» (2015) αρχίζουν ουσιαστικά στο χρονικό σημείο που τελειώνει η «Μάλα». Η λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου θα συνδεθεί με το βιασμό χιλιάδων Γερμανίδων από τους Σοβιετικούς στρατιώτες. Ανάμεσα σ’ αυτές και η Άννα, που ο Ναζί σύζυγός της, Βέρνερ, «διάλεξε μέσα απ’ τις ανήλικες του ορφανοτροφείου», όπως εξομολογείται η ίδια, γερασμένη πια μέσα απ’ τη φυλακή. Ο βιασμός της θα έχει ως αποτέλεσμα τη γέννηση ενός αγοριού, που η κακοποιημένη κοπέλα θα εγκαταλείψει στο βάναυσο Βέρνερ για να καταφύγει στην Αμερική. Είκοσι και πλέον χρόνια μετά, τη βρίσκουμε παντρεμένη με τον ευκατάστατο, αλλά όχι και τόσο ηθικό, Ντέιβιντ Ορλάντο. Τις πληγές του παρελθόντος δεν μπορούν να γιατρέψουν ούτε τα πλούτη του άντρα της, ούτε η δεκαεννιάχρονη κόρη τους. Η ζωή της Άννας Ορλάντο θ’ αλλάξει ριζικά, όταν ερωτευτεί τον Τζούλιαν, ένα νεαρό ροκ σταρ που έχει την ηλικία του εγκαταλελειμμένου της γιου…

Για μία ακόμη φορά, ο Καρβέλας γράφει το λιμπρέτο κι εμπιστεύεται στον Κακλέα τη σκηνοθεσία και στον Πρίφτη τη μουσική διεύθυνση. Στο τρίτο του έργο απουσιάζει η πρόζα, με εξαίρεση τις αφηγήσεις της πρωταγωνίστριας μέσα απ’ τη φυλακή, και ο ροκ ήχος ακούγεται μόνο όταν εμφανίζεται στη σκηνή η θορυβώδης μπάντα «Σκουπίδια». Κατά τ’ άλλα, πρόκειται για ένα βαγκνερικό -αν όχι ως προς το περιεχόμενο σίγουρα ως προς της μορφή- έργο, με το μουσικό μοτίβο ν’ αλλάζει συνεχώς, ακόμα και κατά τη διάρκεια του ίδιου διαλόγου. Οι συμφωνικές συνθέσεις δεν καλούνται να περιγράψουν τον τρυφερό έρωτα της Μάλα και του Έντεκ, γι’ αυτό και είναι άλλοτε επικές, άλλοτε σπαραχτικές και πάντα σκοτεινές. Από τα πιο χαρακτηριστικά μουσικά μέρη, το ερωτικό «Ας μην πούμε τίποτα», το μελαγχολικό «Δεν ξέρω πώς να σ’ αγαπήσω» και η ατμοσφαιρική «Ηρωίνη».

Η εν λόγω άρια αποτέλεσε και την οντισιόν του Αιμιλιανού Σταματάκη για το ρόλο του Τζούλιαν. Ο πρωτοεμφανιζόμενος ηθοποιός άφησε θετικότατες εντυπώσεις, καταφέρνοντας στη συνέχεια να πρωταγωνιστήσει σε κλασσικά μιούζικαλ στις θεατρικές σκηνές τόσο της Αθήνας όσο και του Λονδίνου. Αντιστοίχως, ο Θανάσης Αλευράς εντυπωσιάζει με τη φωνή του και αποδίδει όλες τις σκοτεινές πτυχές του Ντέιβιντ, ενώ η Τάνια Τρύπη, αν και μένει ελάχιστη ώρα επί σκηνής, κάνει αισθητή την παρουσία της μέσα από έναν ρόλο - κλειδί. Όσο για την Άννα Βίσση, παίζοντας ένα ρόλο που συνάδει με τη βιολογική της ηλικία και τις τωρινές φωνητικές της ικανότητες, καταφέρνει για μία ακόμη φορά ν’ αποδείξει πως τα εύκολα σουξέ δεν είναι ικανά ν’ αλλοιώσουν ένα γνήσιο ταλέντο. Άλλωστε, είναι πλέον εμφανές πως εκτός από τα φυσικά της χαρίσματα διαθέτει και σκηνική εμπειρία, καταφέρνοντας ως Άννα Ορλάντο να τραγουδήσει συγκινητικά και να κλάψει φυσικότατα.
Οι «Καμπάνες του Εντελβάις» δεν είχαν, ωστόσο, την εισπρακτική επιτυχία των δύο προηγούμενων έργων. Χαρακτηριστικό είναι το ότι όχι μόνο δεν ηχογραφήθηκαν σε studio, αλλά δεν κυκλοφόρησε καν CD με ζωντανή ηχογράφηση από την παράσταση, όπως συνέβη με τους «Δαίμονες» του 2013, και το ψηφιακό single «Ας μην πούμε τίποτα» αποτελεί μέχρι και σήμερα τη μοναδική επίσημη καταγραφή του έργου. Ίσως αυτό να οφείλεται στο ότι οι «Καμπάνες» δεν αποτελούν ένα πανάκριβο υπερθέαμα με εντυπωσιακά σκηνικά, ενώ το ίδιο το θέμα τους θεωρήθηκε άκρως σοκαριστικό. Ίσως κι οι θαυμαστές της Βίσση ν’ απογοητεύτηκαν βλέποντας την «Απόλυτη Ελληνίδα Σταρ» να υποδύεται μια γυναίκα που αναπολεί τη ζωή της γερασμένη και περπατάει υποβασταζόμενη - κι ας αποτελεί η εν λόγω σκηνή μία από τις πιο δυνατές υποκριτικές της στιγμές!

Ενδεχομένως στο μέλλον ο Νίκος Καρβέλας και η Άννα Βίσση να δώσουν μία δεύτερη ευκαιρία στις «Καμπάνες του Εντελβάις» ή -ακόμα καλύτερα- να μας χαρίσουν ένα ακόμη έργο. Προς το παρόν, ίσως πρέπει ν’ αρκεστούμε στο ότι ο αμφιλεγόμενος δημιουργός και η Μούσα του, παρότι έχουν πολλάκις υπηρετήσει ένα ρεπερτόριο κραυγαλέα έως χυδαία εμπορικό, κατάφεραν να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους και να μας χαρίσουν έργα που εφάμιλλά τους βλέπουμε μόνο στις θεατρικές σκηνές του Λονδίνου. Όπως είχε γράψει κι ο Γιώργος Χρονάς για τους «Δαίμονες»: «Η παράσταση είναι μάθημα για ν’ αγαπήσεις την όπερα. Το ιταλικό προϊόν βαπτισμένο, μέσα στην ροκ μέθη»!

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates