Ο Γερμανός που τραγουδήθηκε στην Ελλάδα

15 Νοεμβρίου του 1936 γεννήθηκε ο Βολφ Μπίρμαν
«Παράξενη» η ιστορία του Γερμανού ποιητή και τραγουδοποιού Βολφ Μπίρμαν, γαλβανισμένη σε ζόρικους καιρούς, στις άπονες συμπληγάδες της ιστορίας. Με τον πατέρα να χάνει τη ζωή του στο Άουσβιτς, εκείνος διάλεξε το ’53 την Ανατολική απ’ τη Δυτική Γερμανία.

Μορφωμένος, ανατρεπτικός, δε χωρά σε καλούπια και το ’76 το Κόμμα του στερεί την υπηκοότητα. Πολλή κουβέντα μπορεί να γίνει για τις μετέπειτα επιλογές του, είδε πολλά, υπέφερε πολύ, έπραξε περισσότερα, μοιραία θα έκανε και λάθη.

Στη χώρα μας τον πέρασε στα καθημερινά και την «αιωνιότητα» ο Θάνος Μικρούτσικος με τα «Πολιτικά του τραγούδια» το 1975. Την προηγούμενη χρονιά ο Δημοσθένης Κούρτοβικ, είχε μεταφράσει ποιήματά του στην έκδοση «Βολφ Μπίρμαν, Στους παλιούς συντρόφους μου».

Ανάμεσα στα «Έτσι πρέπει να γίνει - έτσι θα γίνει», «Κομαντάντε Τσε Γκεβάρα», «Μπαλάντα για τους ασφαλίτες», «Η μπαλάντα του οπερατέρ», «Ο σύντροφος Χουλιάν Γκριμάου» και «Αυτούς τους έχω βαρεθεί», το τελευταίο κέρδισε περίτρανα τη μάχη με το χρόνο.

Ίσως, πέρα από την εξαιρετική πρώτη εκτέλεση της Μαρίας Δημητριάδη, να συνέβαλλε και η επαναπροσέγγιση του τραγουδιού από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.

Σίγουρα κομβικό ρόλο παίζει και ο τρόπος του Μικρούτσικου, τόσο στο συγκεκριμένο τραγούδι, όπου συνδυάζει μαεστρικά το λόγιο με το άμεσο, όπως και η γενικότερη ματιά του, αυτή του συνειδητοποιημένου δημιουργού με ολοκληρωμένες καταθέσεις και μελοποιήσεις.

Ο Μπίρμαν πάντως το 1977 ήρθε στην Ελλάδα για συναυλία στο γήπεδο του Πανιωνίου στη Νέα Σμύρνη. Ο ίδιος είχε γράψει το τραγούδι «Die hab' ich satt», δηλαδή το «Αυτούς τους έχω βαρεθεί» όπως εύστοχα και «αυθεντικά» μεταφράστηκε, νωρίτερα με τη δική του άποψη, το οποίο συμπεριέλαβε στο δίσκο του, «Chauseestrasse 131» που κυκλοφόρησε το 1968.

Η αλήθεια του όμως, που τρίζει κόκκαλα δεν αλλάζει… και δυστυχώς συνεχίζεται ακόμη πιο ανέντιμα, ύπουλα και… τραγικά.

Τις κρύες γυναίκες που με χαϊδεύουν,
τους ψευτοφίλους που με κολακεύουν,
που απ’ τους άλλους θεν παλικαριά
κι οι ίδιοι όλο λερώνουν τα βρακιά,
σ’ αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σκιστεί,
τους έχω βαρεθεί.

Και πέστε μου αξίζει μια πεντάρα,
των γραφειοκρατών η φάρα,
στήνει με ζήλο περισσό,
στο σβέρκο του λαού χορό,
στης ιστορίας τον χοντρό το κινητή,
την έχω βαρεθεί.

Και τι θα χάναμε χωρίς αυτούς όλους,
τους Ευρωπαίους, τους προφεσόρους,
που καλύτερα θα ξέρανε πολλά,
αν δε γεμίζαν ολοένα την κοιλιά,
υπαλληλίσκοι φοβητσιάρηδες, δούλοι παχιοί,
τους έχω βαρεθεί.

Κι οι δάσκαλοι της νεολαίας νταντάδες,
κόβουν στα μέτρα τους, τους μαθητάδες,
κάθε σημαίας πλαισιώνουν τους ιστούς,
με ιδεώδεις υποτακτικούς,
που είναι στο μυαλό νωθροί,
μα υπακοή έχουν περισσή,
τους έχω βαρεθεί.

Κι ο παροιμιώδης μέσος ανθρωπάκος,
κέρδος ποτέ μα από παθήματα χορτάτος,
που συνηθίζει στην κάθε βρωμιά,
αρκεί να έχει γεμάτο τον ντορβά
κι επαναστάσεις στ’ όνειρά του αναζητεί,
τον έχω βαρεθεί.

Κι οι ποιητές με χέρι υγρό,
υμνούνε της πατρίδας τον χαμό,
κάνουν με θέρμη τα στοιχειά στιχάκια,
με τους σοφούς του κράτους τα ‘χουνε πλακάκια,
σαν χέλια γλοιώδικα έχουν πουληθεί,
τους έχω βαρεθεί, τους έχω σιχαθεί.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates