Βασίλης Τσιτσάνης: Το τραγούδι της απαγορευμένης ελπίδας

Στα τέλη του 1948 ο Βασίλης Τσιτσάνης γράφει το «Κάνε λιγάκι υπομονή» ή αλλιώς «Μην απελπίζεσαι»
Αρχικά όλοι νομίζουν ότι είναι ερωτικό τραγούδι. Ένας ερωτευμένος λαχταρά το γυρισμό του αγαπημένου προσώπου που λείπει μακριά. Ένα τρίτο πρόσωπο, πιθανόν φιλικό, τον παρηγορεί συμβουλεύοντάς τον να κάνει υπομονή και να πιστέψει στην πολυπόθητη επιστροφή.

Μην απελπίζεσαι και δε θ' αργήσει
κοντά σου θα 'ρθει μια χαραυγή
καινούργια αγάπη να σου ζητήσει
κάνε λιγάκι υπομονή

Διώξε τα σύννεφα απ' την καρδιά σου
και μες στο κλάμα μην ξαγρυπνάς
τι κι αν δε βρίσκεται στην αγκαλιά σου
θα 'ρθει μια μέρα μην το ξεχνάς

Γλυκοχαράματα θα σε ξυπνήσει
και ο έρωτας σας θ' αναστηθεί
καινούργια αγάπη θα ξαν' αρχίσει
κάνε λιγάκι υπομονή
tsitsanis3
Ωστόσο η εξουσία της εποχής αναγνωρίζει στο τραγούδι πολιτικό μήνυμα και το απαγορεύει με επαναλαμβανόμενες διαταγές της αστυνομικής αρχής.

Είναι χαρακτηριστικό του μένους των χωροφυλάκων το γεγονός ότι έψαχναν και έσπαγαν επιδεικτικά τις «πλάκες» που περιείχαν το τραγούδι, όπου τις ανακάλυπταν.

Η διαταγή της απαγόρευσης συνέχισε να ισχύει και μετά το τέλος του εμφυλίου, μια και το τραγούδι είχε καταχωρηθεί στα αρχεία της αστυνομίας ως άκουσμα των ηττημένων αριστερών που ονειρεύονταν ακόμα την αλλαγή των πολιτικών πραγμάτων στη χώρα.

Ο νόμος 509 της 27ης Σεπτεμβρίου 1947, θέτει εκτός νόμου το ΚΚΕ και ο νόμος 516 της 8ης Ιανουαρίου 1948 θεσμοθετεί τα «πιστοποιητικά νομιμοφροσύνης. Η ελευθερία της έκφρασης καταργείται και οι εμπλεκόμενοι στα αριστερά μέσα ενημέρωσης της περιόδου της Κατοχής οδηγούνται στα στρατοδικεία. Όλοι θεωρούνται εν δυνάμει ύποπτοι εκτέλεσης παράνομων πράξεων.

Χιλιάδες Έλληνες οδηγούνται στην παρανομία και το μίσος δηλητηριάζει τη χώρα.

Το 1950 το «Κάνε λιγάκι υπομονή» μπήκε εκ νέου στη λίστα των απαγορευμένων τραγουδιών, από την Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών, με τον τίτλο «Ο Υπομονετικός».

Το 1951 περιλαμβάνεται στον κατάλογο των απαγορευμένων ρεμπέτικων που εξέδωσε η Γενική Ασφάλεια Αθηνών. Ο φόβος και οι πολιτικές διώξεις δεσμεύουν τον τύπο και οι εφημερίδες της εποχής καλλιεργούν τον έντονο αντικομμουνισμό. Οι πολίτες της πολύπαθης πατρίδας χωρίζονται σε εθνικόφρονες και κομμουνιστές.

Τα ερωτήματα που αφήνει αναπάντητα το τραγούδι για το μυστηριώδες αγαπημένο πρόσωπο για το οποίο δεν αναφέρει ούτε όνομα ούτε φύλο, ούτε και το λόγο της απουσίας του οδηγεί τους λογοκριτές στο συμπέρασμα, ότι ο Τσιτσάνης δημιούργησε το τραγούδι για να παρηγορήσει τους αγαπημένους των εξόριστων αριστερών ή να δώσει την ελπίδα στους εξόριστους για την μελλοντική επιτυχή έκβαση του αγώνα τους: «…θα 'ρθει μια μέρα μην το ξεχνάς…», η ελευθερία άραγε;

Ο συνθέτης αφήνει αναπάντητα τα ερωτήματα για να αποφύγει, μάταια από ότι αποδείχτηκε, την απαγόρευση του.

Αυτός είναι ο δεύτερος απαγορευμένος «ύμνος» του Τσιτσάνη στη διάρκεια του εμφυλίου μετά το περίφημο «Κάποια μάνα αναστενάζει».

Ο ίδιος ο Τσιτσάνης δίνει απαντήσεις στους μύθους που είχαν δημιουργηθεί γύρω από το αριστουργηματικό τραγούδι του:

«Τότε, με τα τραγικά γεγονότα του εμφυλίου πολέμου, ήταν πολύ δύσκολο να γράψεις εκείνο που ήθελες. Υπήρχε η λογοκρισία που δεν έδινε εύκολα άδεια για να γραμμοφωνήσεις τραγούδι. Εννοώ εκείνα που είχαν κατά τη γνώμη τους ύποπτους στίχους και έβλεπαν κάποια πολιτική σκοπιμότητα.

Δε μπορώ να ξέρω με τι σκεπτικό αποφάσιζαν, πάντως τραγούδι που θα είχε έστω και μα λέξη γύρω από την πολιτική ή τα γεγονότα της εποχής έπρεπε στα σίγουρα να το απορρίψουνε. Τότε, το 1949 ή λίγους μήνες νωρίτερα, έγραψα μέσα στα άλλα, και ένα που του έβαζα αλληγορικά λόγια, ακριβώς από το φόβο της λογοκρισίας, αλλά η σημασία του φαίνεται καθαρά....»

Οι μελετητές θεωρούν ως κλειδί για την αποκρυπτογράφηση του τραγουδιού τη λέξη «χαραυγή». Γιατί ο δημιουργός διαλέγει αυτή τη συγκεκριμένη στιγμή για την επιστροφή του αγαπημένου; Μήπως το πρώτο ελπιδοφόρο φως της ημέρας θα έρθει για να διαλύσει το πυκνό σκοτάδι ανελευθερίας; Μήπως τελικά η «χαραυγή» της ελευθερίας του είναι αυτή που περιμένει ο απελπισμένος και όχι ένας χαμένος έρωτας;

Έναν από τους ελάχιστους τρόπους ελεύθερης δημόσιας έκφρασης μέσα από κρυπτογραφημένα μηνύματα αποτελεί το ρεμπέτικο τραγούδι. Το ρεμπέτικο αποτελεί το καταφύγιο των κατατρεγμένων, το αντίδοτο στο φόβο και τη βία.

Αρκετά από τα «απαγορευμένα ρεμπέτικα» που ήδη έχουν απαγορευθεί πριν ακόμα από τον πολέμο, έρχονται πάλι στην επικαιρότητα στα τέλη του εμφυλίου πολέμου και στα πρώτα μετεμφυλιοπολεμικά χρόνια.

Υπάρχουν δεκάδες εκτελέσεις του τραγουδιού. Κυκλοφόρησε όμως σε πρώτη και αξεπέραστη κατά τη γνώμη μου, εκτέλεση με την Σωτηρία Μπέλλου και τον Βασίλη Τσιτσάνη στις 11 Νοεμβρίου του 1948.


Σε αυτή την εκτέλεση ακούγεται στην εμβληματική ταινία «Θίασος» του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

Η Μπελλου δεν ηχογράφησε για δεύτερη φορά αυτό το τραγούδι έως το τέλος της καριέρας της.

Σύμφωνα με αφήγηση του καλού φίλου Γιώργου Οικονόμου, όταν ήταν παιδί την δεκαετία του ‘60 και έπαιζε μπάσκετ στο ανοιχτό γήπεδο του Ηροδότου, που βρισκόταν δίπλα στις φυλακές της Νέας Αλικαρνασσού, οι φυλακισμένοι πολιτικοί κρατούμενοι, όταν έπεφτε το δειλινό αφού φώναζαν το γνωστό σύνθημα «αμνηστία γενική», με ρυθμό που κρατούσαν με τα τσίγκινα σκεύη τους χτυπώντας τα στα κάγκελα της φυλακής, τραγουδούσαν συγκλονιστικά το «Μην απελπίζεσαι» δίνοντας κουράγιο στους συντρόφους τους που βρίσκονταν στην απομόνωση, αποδεικνύοντας τη δύναμη και τη διαχρονικότητα του τραγουδιού που έγινε ο ύμνος της απαγορευμένης ελπίδας.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates