Ο απαγορευμένος ύμνος του Βασίλη Τσιτσάνη

Εν μέσω της λαίλαπας του εμφύλιου έγραψε ένα υπέροχο τραγούδι που έμελλε να αγαπηθεί πολύ και να αποτελέσει σύμβολο ενότητας.
Το τραγούδι είναι το «Κάποια μάνα αναστενάζει» που γραμμοφωνήθηκε στις 31/5/1947 με ερμηνευτές την κορυφαία Στέλλα Χασκίλ,τον Μάρκο Βαμβακάρη και τον Βασίλη Τσιτσάνη και αποτέλεσε μια κραυγή απόγνωσης ενάντια στον αδελφοκτόνο πόλεμο που ρήμαξε ό,τι είχε απομείνει στον τόπο από την καταστροφική επέλαση των κατακτητών.

Κάποια μάνα αναστενάζει
μέρα νύχτα ανησυχεί
το παιδί της περιμένει
που έχει χρόνια να το δει

Πάνω στην απελπισιά της
κάποιος την πληροφορεί
ότι ζει το παλληκάρι
και οπωσδήποτε θα ’ρθει

Με υπομονή προσμένει
και λαχτάρα στην καρδιά
ο λεβέντης να γυρίσει
απ’ τη μαύρη ξενιτιά.

Η μάνα εδώ γίνεται σύμβολο ενότητας των εμπόλεμων «αδελφών». Η σιωπηρή αναμονή του παιδιού της,η διαρκής αγωνία για την ζωή του και το βουβό «γιατί;» αυτού του αποτρόπαιου πολέμου ξεπερνά ιδεολογίες και πολιτικές σκοπιμότητες και αντιπαρατάσσει την πιο ανιδιοτελή και άδολη αγάπη απέναντι στο απύθμενο μίσος των αντιπάλων.

Το σπουδαίο αυτό τραγούδι που υμνεί σε πρώτη ανάγνωση την αγάπη της μάνας γεφυρώνει το ορμητικό ποτάμι των πολιτικών παθών και γίνεται ένας ύμνος σύμβολο της χαμένης εθνικής ενότητας. Ένας ύμνος που τραγουδήθηκε και αγαπήθηκε εξίσου από τους πολεμιστές και των δύο αντιμαχόμενων μερών. Η «μαύρη ξενιτιά» υπαινικτικά αναφέρεται στο πεδίο της μάχης κι έπειτα στην αιχμαλωσία την εξορία και την προσφυγιά των ανταρτών στις χώρες που είχε εδραιωθεί ο κομμουνισμός.

Η λογοκρισία λίγους μήνες μόνο άργησε να αντιληφθεί τις αλληγορικές αναφορές του τραγουδιού και στις 6 Δεκεμβρίου του 1947 το απαγόρευσε ρητά με την αιτιολογία:«έχει αλληγορικήν σημασίαν, εξ’ ου δύνανται να δημιουργηθούν αντεγκλήσεις, επεισόδια και διασάλευσις της τάξεως». Το υπουργείο Δημοσίας τάξεως είχε και έναν επιπλέον λόγο να απαγορεύσει τη δημόσια εκτέλεση του τραγουδιού καθώς θεωρούσε ότι υπέσκαπτε το ηθικό και του κυβερνητικού στρατού. Ωστόσο παρά την απαγόρευση οι στρατιώτες εξακολούθησαν να το τραγουδούν, αγνοώντας τον κίνδυνο, όπως μας βεβαιώνει ο Ρένος Αποστολίδης, ο οποίος γράφει στην «Πυραμίδα 67» το 1950: «Στους νυχτερινούς δρόμους των πόλεων, μεθυσμένοι, στις ταβέρνες και στα καφενεία, στις παράγκες και στα βουνά, στ’ αμπριά των υψωμάτων και στα φυλάκια των γεφυρών, μια τριετία ολάκερη τούτη η σπαραγμένη χώρα, η ματωμένη, σε φριχτό βυθό πεσμένη, στην απόγνωση φτασμένη, δίχως ένα φέγγος από πουθενά, μήτ’ ελπίδα - παντού, όπου υπήρχε στρατός, παντού, όπου υπήρχε αντάρτικο, παντού, όπου υπήρχε καπνός, χαλασμός κι ερείπια! Η χώρα τούτη ολάκερη, μια ολάκερη τριετία, τραγούδησε ένα τραγούδι, το ίδιο, μ’ επιμονή, με άφατο πόνο, με σπαραγμό και δάκρυα σ’ όλα τα μάτια: Κάποιο απλό, λαϊκό, σερέτικο».

Χαρακτηριστική είναι και η αναφορά του Τάσου Βουρνά στο άρθρο του που δημοσιεύτηκε στην «Επιθεώρηση Τέχνης» τον Απρίλιο του 1961 με τίτλο «Το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι»: «Το τραγούδι "Κάποια μάνα αναστενάζει" κατέκτησε με τέτοια αστραπιαία ταχύτητα τις εργαζόμενες μάζες, λόγω του αντιπολεμικού του μηνύματος, ώστε έφτασε σε μια στιγμή να αποτελεί το συνδετικό κρίκο εθνικής επαφής ανάμεσα σ’ ένα λαό που βρισκόταν στη σκληρή δίνη του εμφυλίου πολέμου. Στρατιώτες και αντάρτες το τραγουδούσαν στα πεδία συγκρούσεων και μέσα στο κλίμα μιας εμφύλιας σύρραξης, "που από τη φύση της, όπως λέει ο Λένιν, είναι χίλιες φορές πιο σκληρή από έναν πόλεμο ανάμεσα σε δυο κράτη", έφερνε μια ημεράδα και μια γλύκα πρωτοφανέρωτη στις ψυχές των αντιπάλων. Αποτέλεσμα: η τότε κυβέρνηση το απαγόρεψε».

Ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσάνης σε συνέντευξή του στον Σταθη Γκώντλετ αναφέρει για το τραγούδι: «Επί ανταρτοπολέμου μου κόψανε το "Κάποια μάνα αναστενάζει". Το τραγούδι αυτό είχε κυκλοφορήσει σε δίσκους, δεν έφταιγε σε τίποτα, όμως είχε παραποιηθεί ο τρίτος στίχος, και οι μεν λέγανε «να γυρίσει ο λεβέντης απ’ τη μαύρη Ικαριά», οι δε «απ’ το τάγμα του Κρανιά», αντί του πραγματικού «απ’ τη μαύρη ξενητιά». Περιττόν είναι να υπενθυμίσω ότι η τεράστια επιτυχία αυτού του τραγουδιού οφείλεται στην «φανταστική», όπως γράψανε, μουσική του».

Υπάρχει και μία τέταρτη στροφή του τραγουδιού η οποία δεν συμπεριλήφθηκε στην ηχογράφηση αλλά διαδόθηκε από στόμα σε στόμα:

Πίκρες, πόνοι τηνε δέρνουν κι είναι πάντα σκεφτικιά,
Βασανίζεται η δόλια, μα το γιό της δεν ξεχνά.

Μετά την ήττα οι εξόριστοι στην Μακρόννησο παράλλαξαν την τελευταία στροφή και την προσάρμοσαν στην τραγική κατάσταση που βίωναν:

Με υπομονή προσμένει και λαχτάρα στη ψυχή
Ο λεβέντης να γυρίσει απ’ τη μαύρη φυλακή.

Το τραγούδι έγινε αιτία χρόνιας διαμάχης του Βασίλη Τσιτσάνη με τον Μπάμπη Μπακάλη. Ο Μπακάλης κατηγόρησε τον Τσιτσάνη ότι το «Κάποια Μάνα αναστενάζει» προέκυψε μετά από σημαντικές αλλαγές που έκανε ο συνθέτης στο τραγούδι που του έδωσε με τίτλο «Ζητά να μάθει που είναι ο γιός της». Η διαφορά διευθετήθηκε χρόνια αργότερα (1964) όταν ο Τσιτσάνης παραχώρησε στον Μπακάλη το 25% των δικαιωμάτων του τραγουδιού.

Η επίδραση του τραγουδιού ήταν τεράστια και σημάδεψε ανεξίτηλα την εποχή του, αποδεικνύοντας για μία ακόμα φορά ότι ένας λαός μπορεί να αντέξει τις συμφορές του, όχι όμως και το να μην τις τραγουδά.

Διαβάστε επίσης: Βασίλης Τσιτσάνης: Το τραγούδι της απαγορευμένης ελπίδας

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates