Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια...

Πολύ αργά τη νύχτα, ή μάλλον πολύ νωρίς το πρωί, την ώρα που οι πενιές του μπουζουκιού ράγιζαν τους τοίχους...
...και τα ζεϊμπέκικα δίνανε και παίρνανε στην πίστα, η Μαριώ η Σαλονικιά, με το μπεγλέρι της στο ένα χέρι και το άλλο χέρι στο μικρόφωνο, τραγουδούσε ύστερα από «γενική απαίτηση στο Περιβόλι Τ’ Ουρανού, στην Πλάκα: Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια/ μπάτσοι κλάστε μας τ’ αρχίδια!

 

Γινόταν χαλασμός! Σηκωνόντουσαν απ’ τις θέσεις τους και χόρευαν δέκα-δώδεκα άντρες, μερικές φορές και γυναίκες, αυτό το τραγούδι το μόρτικο, που κανείς δεν ξέρει από πού ξεφύτρωσε, αλλά πάρα πολλοί το γουστάρουν, γιατί μιλάει απερίφραστα, βλάσφημα, για την αιώνια έχθρα του πολίτη με τον αστυνόμο.

 

Ρώτησα κάποια μέρα τη Μαριώ από ποιον έμαθε αυτό το τραγούδι και τίνος είναι. «Τίνος είναι δεν ξέρω», μου απάντησε. «Εγώ το έμαθα από τον Χοντρονάκο, που δούλευα μαζί του στη Θεσσαλονίκη. Θα ήταν το 1969-΄70. Κι αυτός δεν ήξερε ποιος συνθέτης το είχε γράψει. […] Μα την εποχή αυτή, στην Ελλάδα είχαμε δικτατορία, και τραγούδια τέτοιου είδους αν σ’ ακούγανε να τα λες, θα σε στέλνανε στο φρέσκο. […] Εμένα θα στέλνανε στο φρέσκο; Ποιοι; Οι καραβανάδες; Εδώ κάνανε την πάπια μπροστά στην παλιά ρεμπέτισσα τη Λιλή, που έβριζε συνεχώς, καθώς βρισκόταν στο πατάρι κι άνοιγε και τα μπούτια τη ένα μέτρο, για να την βλέπουν από κάτω οι θαμώνες και να γλαρώνει –όσο γλάρωνε- το μάτι τους…»

Ρώτησα τον Παναγιώτη Κουνάδη, ξακουστό ρεμπετολόγο. Μου είπε: «Δεν είναι ρεμπέτικο αυτό το τραγούδι. Δεν έχει φωνογραφηθεί. Θα είναι ένα απ’ αυτά τα τραγουδάκια της συμφοράς που μουρμουρίζανε καμιά φορά στους τεκέδες…» Ότι δεν είναι ρεμπέτικο αυτό το τραγούδι μου το επισήμανε κατηγορηματικά και ο Πάνος Σαββόπουλος, που ασχολείται εδώ και χρόνια με τα τραγούδια αυτού του είδους. «Δεν υπάρχει ρεμπέτικο τραγούδι με βωμολοχίες», μου τόνισε. «Οι συνθέτες του ρεμπέτικου προσέχανε τους στίχους που χρησιμοποιούσαν …» Ο γνωστός στιχουργός και συλλέκτης ρεμπέτικων Λευτέρης Χαψιάδης, όμως, έχει διαφορετική άποψη: «Είναι τραγούδι της φυλακής», μου υπογράμμισε, «το ‘λεγαν οι φυλακισμένοι. Όπως κα το άλλο: Μπάτσοι και χωροφυλάκοι/ μου ξυρίσαν το μουστάκι. Αυτά τα τραγουδάκια της φυλακής δεν κυκλοφορούσαν σε δίσκους. Διαδίδονταν από στόμα σε στόμα…»

Τείνω να δεχτώ την άποψη του Χαψιάδη. Γιατί έχω να παραθέσω και μερικά άλλα παραδείγματα. Ο Νίκος Μάθεσης, αίφνης, διάσημος λαϊκός στιχουργός και νταής του Πειραιά, μου έλεγε πριν μισό αιώνα, και το έχω ηχογραφήσει: «Οι Έλληνες στρατιώτες που λιποτακτούσαν το 1922 στο Αφιόν Καραχισάρ, μουρμουρίζανε συνοδεία μπουζουκιού, το τραγουδάκι: Παποράκι της Μπουρνόβα και καρότσα της στεριάς/ πόσα τάλιρα γυρεύεις στον Περαία να με πας; Στον Περαία έχω σπίτι και στο Πέραμα κυρά

Ο Γιάννης Παπαϊωάννου από την άλλη μεριά, όποτε ανταμώναμε μου ψιθύριζε μερικά τραγουδάκια αυτής της μορφής. Ας πούμε: Βάρκα μου μπογιατισμένη/ κάργα μάγκες φορτωμένη ή Σου ‘χει λάχει, σου ‘χει λάχει/ να σε κυνηγάνε βλάχοι; Ο ίδιος μου εξηγούσε πως γράφονταν οι στίχοι των ρεμπέτικων τραγουδιών, εκεί γύρω στη δεκαετία του ’30: «Άνθρωποι του περιθωρίου, κλέφτες, χασικλήδες, κ.λπ., μπαίνανε στους τεκέδες για να φουμάρουνε, αράζανε δίπλα στο μαγκάλι για να ζεσταθούνε, και πίνανε έναν αργιλέ. Αν κάποιος απ’ όλους ήξερε να γρατζουνάει ένα μπουζούκι, το κατέβαζε από τον τοίχο, όπου κρεμόντουσαν δυο-τρία και άρχισε να παίζει. Βαρούσε τις χορδές άναρχα και μονότονα, και πάνω σ’ αυτή τη μουσική διάφοροι θαμώνες κολλάγανε στιχάκια, που τα μοντάρανε εκείνη την ώρα… Τέτοιο είναι και το Μάγκες πιάστε τα γιοφύρια. Το έχω ακούσει κι εγώ, αλλά δεν το τραγουδάω…»

Γιατί, όμως οι «παραγγελιές» και η τόσο θετική αντίδραση για ένα τραγούδι που ελάχιστοι το γνώριζαν, του οποίου η μουσική ήταν συμβατική, χωρίς κάτι το ξεχωριστό, και τα λόγια του κλασικές αισχρολογίες; Νομίζω, πρώτον, ότι μεγάλο ρόλο έπαιζε το ότι το παρουσίαζε μια λαϊκή τραγουδίστρια ιδιαίτερα δημοφιλής. Και, δεύτερον, γιατί υπάρχουν στη μέση «μάγκες» και κυρίως «μπάτσοι», που αντιμετωπίζονται με ύβρεις και απέραντη περιφρόνηση.

Χρειάζεται να πω εδώ ότι, προτού γράψω το βιβλίο, είχα την εντύπωση ότι η λέξη μπάτσος είναι ελληνική και προέρχεται από τους μπάτσους: τις σφαλιάρες που έδιναν –και δίνουν ενίοτε- οι αστυνομικοί στους κρατούμενους για να τους σπάσουν τον τσαμπουκά και να τους υποχρεώσουν να «ομολογήσουν» ή να «δώσουν» ανθρώπους του περιθωρίου, που βαρύνονταν για κλοπές, διαρρήξεις, λαθρεμπόριο, εκβιασμούς ,κ.λπ.
Όχι, η λέξη δεν είναι ελληνική! Είναι τουρκική και σημαίνει «χωροφύλακας»,«φοροεισπράκτορας» (Λεξικό Μπαμπινιώτη). Την ίδια ερμηνεία θα βρούμε και στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών), μαζί με τη λέξη φόβος, που είναι αποτέλεσμα, φυσικά, του σκαμπιλιού. Στο Λεξικό της Πιάτσας (Εκδόσεις Κάκτος), ο Ζάχος γράφει για τη λέξη μπάτσος: «Αρχικά ο χωροφύλακας. Από το ότι στην ύπαιθρο ο χωροφύλακας έδερνε ασύδοτα, μέχρι τελευταία. Από την ώρα που οι υπαίθριοι πλημμύρισαν την πρωτεύουσα, μπάτσος ονομάστηκε ο αστυνομικός».

Θα πρέπει να προσθέσω, αν και δεν είναι ανάγκη, ότι οι αστυνομικοί ουδέποτε αντιμετωπίζονταν φιλικά από τον κόσμο. Ήταν εκπρόσωποι της κρατικής εξουσίας, που έχει το προνόμιο της βίας. Σε άλλες εποχές, δύσκολες, που έζησα εγώ ως έφηβος κι ως νέος, ο αστυνομικός δεν ήταν ένας ένστολος κρατικός υπάλληλος, αλλά αυτός που «παρακολουθούσε», κατέγραφε, είχε περίστροφο και χειροπέδες, συλλάμβανε, κατά κανόνα, αριστερούς και «συμπαθούντες», και όχι παραβάτες του κοινού ποινικού δικαίου, για να τους οδηγήσει στο Τμήμα, κατόπιν στο δικαστήριο, με την κλούβα, και τελικά να τους συνοδέψει στο καράβι για το ξερονήσι ή να τους μπουζουριάσει σιδηροδέσμιους στη φυλακή. Τα τελευταία χρόνια, σε πολλούς τοίχους διαβάζουμε το σύνθημα: «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι».

Θυμάμαι ένα ποίημα του Λόρκα για τον τσιγγάνο «Αντόνιο Τόρρες Ερέδια», που περπατάει καμαρωτά, μελαχρινός και όμορφος, στο δρόμο για τη Σεβίλλη, κόβει λεμόνια και τα πετάει στο νερό της λίμνης, και ξάφνου ορμάνε οι χωροφύλακες, τον πιάνουν και τον ρίχνουν στο κελί, όπου τον δέρνουν αλύπητα. Τι έγκλημα είχε διαπράξει; Δεν μας το αποκαλύπτει ο ποιητής. Χρειάζεται όμως; Η εξουσία των γαλονιών είναι πάντοτε εξουσία, και στην προπολεμική Ισπανία και στην Ελλάδα και στη Ρωσία και στην Κούβα και στην Τουρκία και παντού.

Πέρασαν, ευτυχώς, εκείνα τα χρόνια που η χώρα μας ήταν το «βασιλίκι των πολιτσμάνων», όπως έγραφε ο Βάρναλης. Οι περισσότεροι αστυνομικοί, πλέον, είναι πολίτες, όπως όλοι μας. Συνδικαλίζονται και απεργούν, μάλιστα, όταν το κρίνουν αναγκαίο, για αυξήσεις και ανθρωπινότερους όρους δουλειάς. Ωστόσο ο κόσμος δεν έχει συμφιλιωθεί μαζί τους. Με το παιχνίδι «κλέφτες κι αστυνόμοι» μεγάλωσε η δική μου γενιά. Γι’ αυτό το παιχνίδι μιλάω και σε δύο τραγούδια μου: «[…] Πάιζαν οι μικρότεροι κλέφτες κι αστυνόμους/ κι ήταν αρχηγός η Αργυρώ […]» και «Χωματένιοι δρόμοι/ κλέφτες κι αστυνόμοι/ κι ήσουν πάντα ο κλέφτης/ μάτια μου./ Κι όποτε σε πιάναν / κλάματα με πιάναν/ ράγιζε ο καθρέφτης/ μάτια μου». Κανείς από τους παιδικούς μου φίλους δεν ήθελε να είναι αστυνόμος.
Χρόνια τώρα, κάθε μέρα, εκτός από τα κείμενά μου για τα Νέα, γράφω στίχους ή ηχογραφώ σ’ ένα μαγνητοφωνάκι ιστορίες, χωρίς αρχή και τέλος, από τα πάρε-δώσε μου με συνθέτες, στιχουργούς, δισκάδες, ρεμπέτες, τραγουδιστές – ότι μου έρχεται στο νου. Το υλικό αυτό το μαζεύω και κάποια ώρα το αξιοποιώ: βγάζω βιβλία, δίνω σε συνεντεύξεις, δημοσιεύω «κομμάτια» σε εφημερίδες και περιοδικά. Έτσι, δεν χάνεται μέσα στα συρτάρι μου.

Αυτή τη φορά, το κύριο μέρος του βιβλίου προέρχεται από δημοσιευμένα κείμενά μου στο περιοδικό Όασις, επίσης από την εφημερίδα όπου δουλεύω, αλλά και από ομιλίες μου. Υπάρχει και ένα ανέκδοτο κείμενο. Στο εξώφυλλο συμφωνήσαμε με τον Θανάση Καστανιώτη να μπει αυτή η καταπληκτική φωτογραφία του μοναδικού Γιάννη Παπαϊωάννου, που παίζει μπουζούκι και τραγουδάει, μερακλωμένος, έχοντας γείρει πάνω σ’ ένα «χαλί» από σπασμένα πιάτα. Είναι φωτογραφία μιας άλλης εποχής. Μιας εποχής όπου η διασκέδαση στα μπουζούκια άρχιζε στις 9 το βράδυ και τελείωνε στις 7 το πρωί.
Τώρα τα μπουζουκόκεντρα, όσα απομείνανε, δουλεύουν δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, με πολύ λίγο κόσμο. Και, φυσικά, ούτε κουβέντα για λουλουδοπόλεμους και σπάσιμο πιάτων. Η Ελλάδα βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού και αστερισμό του Δ.Ν.Τ.


Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου του Λευτέρη Παπαδόπουλου, Μάγκς Πιάστε Τα Γιοφύρια (Εκδόσεις Καστανιώτης, 2010)

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates