Βαγγέλης Κορακάκης: «Αν κάνω κάτι άλλο, θα είμαι σα γαϊδούρι με σέλα αλόγου»

(VIDEO - AKOΥΣΤΕ) Μεγάλη συνέντευξη - αφιέρωμα με video, τραγούδια και δυο εκπομπές, με αφορμή τα γενέθλιά του.

Σαν σήμερα… 55 χρόνια πριν


Στις 25 Αυγούστου 1961 γεννήθηκε στην Καισαριανή της Αθήνας ο Βαγγέλης Κορακάκης. Ένας αυθεντικός δημιουργός που σκέφτεται, ζει, και γράφει λαϊκά. Ένας από τους συνεχιστές των μεγάλων του λαϊκού τραγουδιού, όπως αυτό διαμορφώθηκε στη μεταπολεμική Ελλάδα, από τους λίγους που έχουν απομείνει σήμερα…

Με αυτή την αφορμή, σκέφτηκα να επαναφέρω στην επικαιρότητα μια μεγάλη, εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη που μου παραχώρησε στις 19 Σεπτεμβρίου 2008 στο «καμαράκι» του στην Καισαριανή… Στο χώρο που γράφει τα τραγούδια του… Είναι χαρακτηριστικό πως από τότε υπήρχε η σκέψη της συνεργασίας με τον Γιώργο Νταλάρα, που υλοποιήθηκε με το δίσκο «Θαλασσινά παλάτια», που κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από το Ogdoo Music Group.

Για να μην δημιουργηθεί σύγχυση στους αναγνώστες, αφαιρέθηκαν σκόπιμα κάποια μικρά σημεία που σχετίζονται με την επικαιρότητα της εποχής.

Βαγγέλη καταρχάς σε ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία, σε αυτό τον υπέροχο χώρο. Κάνοντας ένα μικρό ταξίδι στο χρόνο, θέλω να σταθούμε αρχικά στο δισκογραφικό σου ξεκίνημα, που έγινε το 1985 με μια συμμετοχή στο δίσκο «Σε στρατόπεδα και πλοία». Εκεί έδωσες τρία τραγούδια γραμμένα για τους φαντάρους, σε στίχους Τάσου Σαμαρτζή, σ’ ένα νέο τραγουδιστή, τον Κώστα Αντωνόπουλο.

Ναι αυτό ήταν μια συμμετοχή που είχα κάνει με τρία τραγούδια σε στίχους του Τάσου Σαμαρτζή… Στη συνέχεια το 1988, πριν είκοσι χρόνια δηλαδή, έκανα τους «Άρχοντες» τον πρώτο ολοκληρωμένο μου δίσκο. Είχε κάνει την παραγωγή ο Άγγελος ο Σφακιανάκης και τραγουδήσαμε εγώ και ο Γιώργος ο Τζώρτζης.

Ήταν η εποχή που η Lyra έκανε διάφορες παραγωγές με το σήμα «Νέο λαϊκό τραγούδι», που υπήρχε και στο εξώφυλλο του δίσκου με τον Αντωνόπουλο. Πώς βλέπεις αυτή την κίνηση μετά από είκοσι και πλέον χρόνια;

Ήτανε κάτι που μετά από τόσα χρόνια, που μπορείς πλέον να βλέπεις τα αποτελέσματα των πραγμάτων, αποδείχθηκε ότι τελικά έφερε αποτελέσματα. Βγήκαν άνθρωποι καινούργιοι, βγήκαν μουσικοί, διάφορα παιδιά, ο Μανώλης ο Πάππος, ο Σπύρος ο Γκούμας και άλλοι πολλοί. Ήταν κάτι το οποίο ήταν καλό για όλους μας. Είχαμε κι εμείς τη δυνατότητα να γράψουμε τα τραγούδια μας σε δίσκους και μέχρι τώρα τα πράγματα τραβάνε, συνεχίζουν. Υπάρχει ακόμα δρόμος…

Ταλαιπωρήθηκες πολύ μέχρι να μπεις στη δισκογραφία;

Ο άνθρωπος ο οποίος μου έκανε την τιμή να με βάλει στη δισκογραφία ήταν ο Σφακιανάκης ο Άγγελος που, ακούγοντας τα τραγούδια από τα «Στρατόπεδα και πλοία», μου ζήτησε να μπω στη διαδικασία να γράψω ένα δίσκο. Αν δεν υπήρχε αυτός ο άνθρωπος, δεν ξέρω πώς θα είχαν εξελιχθεί τα πράγματα.

Αν δεν κάνω λάθος, είσαι τοπογράφος.

Ναι, δεν είμαι του Πολυτεχνείου αλλά είμαι εμπειροτέχνης. Παντρεύτηκα μικρός και έπρεπε να έχω μια δουλειά, μια ασφάλεια. Εντάξει όμως, όλα καλά…

Στους «Άρχοντες» υπήρχαν μερικά από τα πιο γνωστά σου τραγούδια που γνώρισαν πολλές επανεκτελέσεις αργότερα…

Bέβαια, το «Πρώτο φθινόπωρο», η «Σκέψη της τρελής», το «Έρχονται βράδια», τραγούδια που έγιναν μεγάλες επιτυχίες.

Τα τελευταία χρόνια αυτοί οι παλιοί δίσκοι, επανεκδίδονται σιγά, σιγά σε cd. Noμίζω πως είναι μια καλή κίνηση, έτσι ώστε να συνεχίσουν να κυκλοφορούν τα τραγούδια, να υπάρχουν και να τα μαθαίνει ο κόσμος… Εσύ τι πιστεύεις;

Οπωσδήποτε, καλό είναι αυτό αλλά το θέμα είναι να βγουν τώρα και καινούργια τραγούδια. Σκέφτομαι διάφορα πράγματα, θα δούμε…

Το 1993 συμμετείχες σε ένα αφιέρωμα που έγινε για το ρεμπέτικο τραγούδι στο «Μετρό» μαζί με κάποιους «Βετεράνους του ρεμπέτικου» όπως είναι και ο τίτλος του δίσκου που κυκλοφόρησε στη συνέχεια. Τι θυμάσαι από τότε;

Εκείνη την περίοδο, νομίζω πως ηχογραφούσα το «Λαύριο»… Είχαμε κάνει λοιπόν μια συμμετοχή με κάποια τραγούδια, όπως «Το ποτηράκι της καρδιάς» και το «Σαν της βροχούλας το νερό» που είπε η Χρυσούλα Χριστοπούλου, το «Πρώτο φθινόπωρο» που το λέει ο Γεράσιμος Ανδρεάτος και τους «Άρχοντες» που είπα εγώ.

Σ’ αυτό το αφιέρωμα συμμετείχαν κάποιοι από τους εκπροσώπους του ρεμπέτικου και παλιού λαϊκού τραγουδιού, όπως ο Τάκης Μπίνης, ο Κώστας Καπλάνης, η Άννα Χρυσάφη… Τι θυμάσαι απ’ αυτούς τους καλλιτέχνες;

Βέβαια, ήταν ο Μπίνης, μεγάλος καλλιτέχνης, μεγάλος τραγουδιστής και πολύ αγαπημένος μου άνθρωπος, ήτανε ο Καπλάνης, άλλος «μπαξές» αυτός, ήτανε και η Άννα Χρυσάφη… Ο Μπάμπης Τσέρτος και τα παιδιά από την «Οπισθοδρομική Κομπανία», ο Θοδωρής ο Παπαδόπουλος και ο Άγγελος Σφακιανάκης…

Εσύ μεγάλωσες μ’ αυτούς, με ρεμπέτικα και παλιά λαϊκά τραγούδια;

Εγώ είμαι γεννημένος το ’61, τα τραγούδια που μεγάλωσα είναι τα τραγούδια που άκουγα όταν ήμουνα παιδάκι από το ραδιόφωνο…

Εδώ στην Καισαριανή;

Εδώ, σ’ αυτό το σπίτι που είμαστε τώρα… Καλδάρας, «Πετραδάκι, πετραδάκι» κλπ. Είμαι από μια προσφυγική οικογένεια. Από παιδάκι λοιπόν άκουγα τραγούδια του κλασικού ρεπερτορίου του λαϊκού τραγουδιού, που τα τραγουδούσανε οι άνθρωποι οι δικοί μου στις γιορτές και τα γλέντια.

Ο Μίκης Θεοδωράκης πότε μπήκε στη ζωή σου;

Με τον Θεοδωράκη μπήκα στη διαδικασία στη μεταπολίτευση, όντας μαθητής και φτιάχνοντας ένα συγκρότημα στο Λύκειο παίζοντας τραγούδια του πλέον. Τον αγαπάω πάρα πολύ, τον εκτιμώ και τον θεωρώ έναν κολοσσό κι ένα εθνικό κεφάλαιο, αυτόν το μεγάλο δημιουργό, αυτόν το μεγάλο άνθρωπο. Γενικά νομίζω ότι αυτή η ιστορία με τη λαϊκή μουσική είναι στην ουσία η εμφάνιση του «στίγματός» μας μέσα σ’ αυτό τον αιώνα, που πήρε «σάρκα και οστά» με τα μπουζούκια. Παραβρέθηκα πριν από λίγους μήνες στην παρουσίαση του βιβλίου «Ο αινιγματικός κύριος Μίνως» του Παναγιώτη Κουνάδη. Κάποια στιγμή άκουσα ένα περιστατικό για τη στιγμή που πήγε ο Βαμβακάρης να παίξει τα τραγούδια του στον Μάτσα, που τον άκουσε και του είπε «Πέρασε μετά από ένα μήνα» και τον έβαλε να ηχογραφήσει. Αυτή είναι μια πολύ συνταρακτική στιγμή μέσα στην ιστορία, γιατί φαντάζεσαι να μην είχε γίνει αυτό; Φαντάζεσαι να μην είχαν μπει τα μπουζούκια στη δισκογραφία; Αυτό λοιπόν ήταν η αρχή…

Άνοιξε η λακκούβα και μπήκαν τα θεμέλια…

Κάπως έτσι… Αυτό ήταν η αρχή… Υπήρχαν βέβαια και κάποιες ηχογραφήσεις από την Αμερική, λίγο πιο παλιά, όπως το «Μινόρε του Χαλκιά», αυτό το οργανικό νομίζω πως είναι ότι μεγαλύτερο υπάρχει. Θυμάμαι, σ’ αυτή την αφήγηση που κάνανε στην παρουσίαση του βιβλίου, είπαν ότι ήρθε ο Μάρκος μ’ ένα καινούργιο όργανο και ήταν το μπουζούκι, οπότε καταλαβαίνεις ότι εδώ έχουμε ένα γεγονός, έχουμε κάτι το οποίο γεννιέται, κάτι το οποίο υπήρχε, ας πούμε, σε μια μορφή «αχνού» και σιγά, σιγά παίρνει «σάρκα και οστά». Αυτό το πράγμα άρχισε να εξελίσσεται μ’ όλους αυτούς τους ανθρώπους που ακολουθήσανε, αυτούς τους μεγάλους δημιουργούς. Χωρίς να είμαι απαισιόδοξος, ούτε έχω την κακιά μανία ορισμένων ανθρώπων, να αισθάνονται το «τελείωμα» και να νιώθουν ότι είναι οι «τελευταίοι των Μοϊκανών», πιστεύω πως αυτό το πράγμα και αυτή η δημιουργία συνεχίζει μέχρι και σήμερα και υπάρχει. Το λαϊκό τραγούδι, τα μπουζούκια ήτανε το «στίγμα» της Ελλάδας, ήτανε ο σύνδεσμός μας με τους προγόνους μας, με την αρχαιότητα, με τα πάντα… Γραφτήκανε τόσο μεγάλα τραγούδια, χωρίς να υποτιμώ ούτε το δημοτικό τραγούδι, ούτε τίποτα, αλλά αυτό το τραγούδι βλέπεις ότι ακόμα και σήμερα περνάει στις ψυχές όλων των ανθρώπων, από την Κρήτη μέχρι τον Έβρο… Οπουδήποτε υπάρχουν Έλληνες τους ενώνει το μπουζούκι. Αυτή η μουσική η οποία είναι η δικιά μας μουσική. Τι να πω, να μιλήσω για τους συνθέτες, να μιλήσω για τους στιχουργούς, είναι κολοσσιαία μεγέθη, νομίζω, αξεπέραστα. Η Ελλάδα ήταν πάντα ένας τόπος που έβγαιναν μεγάλοι άνθρωποι στις τέχνες, στην καλλιτεχνία. Δεν πρέπει να υπάρχει ούτε απαισιοδοξία, ούτε να λένε ότι γράφονται σκουπίδια. Πάντα γράφονταν πράγματα τα οποία ήταν εφήμερα και ευκαιριακά, όμως το λαϊκό τραγούδι ακόμα υπάρχει, ζει και θα υπάρχει. Και βέβαια αισθάνομαι ότι έρχεται καινούργια γενιά…

Πιστεύεις ότι υπάρχει νέα γενιά που θα συνεχίσει το λαϊκό τραγούδι;

Χθες το βράδυ ήμουν στο φεστιβάλ της ΚΝΕ. Είναι κάτι παιδιά όπως οι γιοι του Ξηντάρη ή κι ο γιος μου ακόμα που σιγά σιγά «τσιμπάνε» τη σκυτάλη… Βλέπεις ότι κάτι γίνεται… Αυτό το πράγμα τι άλλο μπορεί να είναι από ελπίδα; Αυτό που έχει σημασία είναι να καταλάβει ο κόσμος ότι αν το λαϊκό τραγούδι μπει στο μουσείο, μέσα στη «φορμόλη», είναι κάτι που δε συμφέρει κανέναν. Είναι κάτι που το μόνο που δημιουργεί είναι μια ανάμνηση και μια νοσταλγία, ενώ όταν είναι ζωντανό και «βράζει», ας πούμε, είναι ελπίδα, που την έχουμε όλοι ανάγκη.

Ένα χαρακτηριστικό της δουλειάς σου, που πρέπει να ομολογήσω πως μου αρέσει ιδιαίτερα, είναι πως έχεις αποφύγει τους διάφορους νεωτερισμούς με «περίεργους» ηλεκτρονικούς ήχους, λούπες κλπ., που έχουν κατακλύσει τα σημερινά λαϊκά τραγούδια… Φαινόμενο που παρατηρείται ακόμα και στις δουλειές κλασσικών λαϊκών τραγουδιστών της νεότερης γενιάς, όπως ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, ο Δημήτρης Μπάσης, η Ελένη Τσαλιγοπούλου, ο Κώστας Μακεδόνας κ.α.

Αυτό είναι κάτι που δεν μπόρεσα ποτέ μου να οικειοποιηθώ. Ίσως αυτοί οι άνθρωποι το αισθάνθηκαν δικό τους και το οικειοποιήθηκαν. Είναι κάτι που δεν θα μπορούσα ποτέ να το κάνω, γιατί εμένα προσωπικά, σαν ηχόχρωμα και σαν ηχητικό αποτέλεσμα δεν με εκφράζει… Δεν εκφράζει αυτό το οποίο θέλω να πω. Εγώ είμαι υπέρμαχος του μπουζουκιού, ανήκω στην οικογένεια των μπουζουξήδων, αγαπάω όλους τους μπουζουξήδες, τους θεωρώ ανθρώπους δικούς μου, συγγενείς μου και όπως βλέπεις και σήμερα υπάρχουν παιδιά που είναι εξαίρετα, πάρα πολύ καλά «όργανα», που πραγματικά αισθάνεσαι υπερήφανος… Να σου πω για τον Μανώλη τον Πάππο; Για τον Καραντίνη; Αυτά τα παιδιά τα βλέπεις και σε γεμίζουνε χαρά, τους καμαρώνεις… Εγώ εκεί ανήκω, αυτός είναι ο χώρος μου… Δεν μπαίνω στη διαδικασία να ασκήσω κριτική ούτε να κατηγορήσω, απλά λέω ότι είναι κάτι που δεν μου «μιλάει» μέσα μου… Προτιμώ αυτό το πράγμα το οποίο και το γνωρίζω άλλωστε και ίσως αν κάνω κάτι άλλο να γελοιοποιηθώ, θα είμαι σαν ένα γαϊδούρι με σέλα αλόγου…

Είσαι και «φανατικός» του τρίχορδου μπουζουκιού… Υπάρχουν σήμερα κάποιοι μπουζουξήδες που παίζουν τρίχορδο και δεν αναγνωρίζουν καν το τετράχορδο σαν μπουζούκι. Το θεωρούν άλλο όργανο. Γιατί υπάρχει αυτός ο διαχωρισμός;

Προηγουμένως σου ανέφερα έναν μπουζουξή τον Καραντίνη, ο οποίος παίζει τετράχορδο. Δεν παύει όμως να είναι ένας τόσο μεγάλος «παίκτης». Κι ο Ζαμπέτας δεν έπαιζε τετράχορδο; Ή κι ένας άνθρωπος τον οποίο αγαπούσα πάρα πολύ που κι αυτός έπαιζε τετράχορδο, ήταν ο Γιώργος Μητσάκης. Απλά θεωρώ ότι ίσως αυτό το κάνανε οι παλαιότεροι, γιατί ήθελαν να μπουν σε μια διαδικασία πιο μοντέρνα, πιο εξελιγμένη. Λίγοι άνθρωποι ήτανε «ψυλλιασμένοι» με το τρίχορδο όργανο και το κρατήσανε σε πολύ υψηλά επίπεδα, «βλέπε» τον Κώστα Παπαδόπουλο, έναν τεράστιο «παίκτη» ή τον Λάκη Καρνέζη. Και δεν ξέρω πόσοι άλλοι θα υπήρχαν… Όπως και τώρα στις μέρες μας που εμφανίστηκε ο Βαγγέλης ο Τρίγκας, που παίζει τρίχορδο μπουζούκι. Απλά το τρίχορδο είναι μια άλλη λογική, νομίζω πως έχει μια άλλη ψυχολογία, για τη δικιά μου αισθητική και πολύ απλά μπορώ και γουστάρω πιο πολύ μ’ αυτό το όργανο. Άλλος μπορεί να τη «βρίσκει» πιο πολύ με το τετράχορδο και πρόβλημα κανένα… Δεν μπαίνω σ’ αυτή τη διαδικασία…

Είναι σίγουρο πως θα ήταν προτιμότερο να έλειπαν αυτά τα «δίπολα» που υπήρχαν πάντα στη μουσική… Τρίχορδο ή τετράχορδο, Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης, Θεοδωράκης ή Χατζιδάκις… Πάντα υπήρχε μια αντίληψη που θύμιζε το «Ολυμπιακός ή Παναθηναϊκός»…

Εντάξει, αυτό τώρα έχει και την πλάκα του… Να σου πω κάτι; Πώς μπορείς να μη θαυμάζεις έναν «παιχταρά» κι ας παίζει «πενηντάχορδο»… Είναι αυτό που είπες, σα να τσακωνόμαστε για τον Παναθηναϊκό ή τον Ολυμπιακό. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει όμως την αξία του Παναθηναϊκού ή το αντίθετο; Συχνά πυκνά ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη. Αισθάνομαι ότι πηγαίνω στο σπίτι κάποιου καλού μου συγγενή, ενός θείου μου, του αδερφού του πατέρα μου ας πούμε… Έρχονται τα παιδιά πάνω, τα οποία είναι τόσο αγαπημένοι μου φίλοι και αισθάνομαι πως έχουμε πράγματα τα οποία μόνο μας ενώνουν… Όπως έχουν γίνει τα πράγματα δεν μας παίρνει να έχουμε τέτοια «κόμματα»… Πόσοι είμαστε; Μια σταλιά είμαστε… Μια μεγάλη οικογένεια… Εδώ, στην Κοζάνη, στη Θεσσαλονίκη, εγώ έτσι το βλέπω, με μια πολύ απέραντη αγάπη και νομίζω πως ένας άνθρωπος που αρχίζει και δημιουργεί με εμπάθειες και «στραβώνει», κατηγορεί κλπ., είναι κάτι που και δεν είναι ωραίο και το χαλάει το πράγμα… Οτιδήποτε κι αν γίνει δηλαδή, για να βγει ένα αποτέλεσμα πρέπει πάνω απ’ όλα να περιβάλλεται με αληθινή αγάπη.

Να επιστρέψουμε στη δισκογραφία σου... Το 1993 κυκλοφόρησε το «Λαύριο» με πολύ σημαντικές συμμετοχές τραγουδιστών όπως ο Γεράσιμος Ανδρεάτος, η Ελένη Τσαλιγοπούλου, η Αφεντούλα Ραζέλη και ο Άλκης Μαύρος. Το 1992 είχε προηγηθεί ο δίσκος «Μπουζουξήδες και πυξίδες» και πάλι με συμμετοχές όπως της Τσαλιγοπούλου, της Ραζέλη, του Κώστα Μάντζιου αλλά και της Ρένας Στάμου.

Το «Λαύριο» είναι ένας πολύ σημαντικός δίσκος μου, ίσως ο σημαντικότερος. Εκεί πια εμφανίζεται στη δισκογραφία ο Γεράσιμος Ανδρεάτος.

Πώς γνωριστήκατε;

Ψάχνοντας εγώ έναν τραγουδιστή να πει κάποια τραγούδια, είχα στο μυαλό μου να βρω τον Γιώργο Χατζηαντωνίου, τον οποίο τον γούσταρα πάρα πολύ. Ένας φίλος μου μουσικός, ο Ανδρέας ο Τσεκούρας μου λέει «υπάρχει ένα παιδί που τραγουδάει, πήγαινε να τον ακούσεις». Πηγαίνω λοιπόν και τον ακούω… Είχα ένα μικρό μαγαζάκι που έπαιρνε πενήντα άτομα, εδώ λίγο παρακάτω, τον πήρα τηλέφωνο του είπα να έρθει από εκεί… Εμφανίστηκε λοιπόν και κάναμε τα τραγούδια πρόβα… Ήδη είχε έρθει η Ελενίτσα (Τσαλιγοπούλου) και μου είχε πει ένα τραγούδι στο δίσκο «Μπουζουξήδες με πυξίδες» το «Της βροχούλας το νερό». Πήγα βρήκα και την Ελένη, τραγούδησα εγώ, η Αφεντούλα η Ραζέλη που παίζαμε και μαζί κι ένα φιλαράκι μου ο Άλκης ο Μαύρος. Ήταν βέβαια μια πολύ μεγάλη συγκυρία, εγώ ήμουνα πάρα πολύ τυχερός άνθρωπος, από την πρώτη στιγμή. Όταν έκατσα να γράψω τα πρώτα μου τραγούδια, μου ’φερε ο Άγγελος ο Σφακιανάκης τον Σπύρο τον Γκούμα με την κιθάρα του και τον Μανώλη τον Πάππο… Όλα αυτά τα πράγματα που είχα γράψει, οι εισαγωγές κλπ., παίζοντας μ’ αυτούς τους ανθρώπους, αυτομάτως πήρανε «σάρκα και οστά» και μουσική αξία, με την έννοια του ότι παιχτήκανε πολύ ωραία. Βρεθήκαμε και με ένα συμμαθητή μου, τον Αλέξη τον Βάκη, ο οποίος είχε την εταιρεία «Τροχός» και μου πρότεινε να κάνουμε το δίσκο. Ήρθε ο Μανώλης έπαιξε μπουζούκι, έπαιξα κι εγώ μπουζούκι, ο Γκούμας έπαιξε κιθάρα, ο Σοφράς μπάσο κι ένα παιδί φαινόμενο τότε, από τα μέρη σου, ο Ηρακλής Βαβάτσικας με το ακορντεόν του. Κάτσαμε, κάναμε τις πρόβες και βγήκε αυτός ο καταπληκτικός δίσκος, με την καταπληκτική ηχογράφηση του Σπύρου Χατζηνικολάου στο στούντιο «Συν ένα».

Αν δεν απατώμαι είχε και μια μικρή περιπέτεια αυτός ο δίσκος. Είχε βγει αρχικά σε 1000 αντίτυπα και μετά εξαντλήθηκε. Κάπως έτσι δεν έγινε;

Ναι στην αρχή βγήκαν λίγα κομμάτια, μετά εξαντλήθηκε, τον πήρε η Fm Records, ήτανε 4-5 χρόνια εκτός κυκλοφορίας, είχε μια διαδικασία αυτός ο δίσκος…

Κι ένα χρόνο μετά έρχεται η ολοκληρωμένη συνεργασία με τον Γεράσιμο, με το «Πικρό φιλί»…

Ο Γεράσιμος τραγουδούσε στο «Χάραμα» εκείνη την εποχή. Είπαμε να κάνουμε ένα δίσκο… Την τελευταία στιγμή βάλαμε και την επανεκτέλεση από τη «Σκέψη της τρελής»…

Δεν υπήρχε στην αρχική επιλογή των τραγουδιών του δίσκου;

Όχι, μπήκε την τελευταία στιγμή. Κι εκεί έγινε το εξής φοβερό. Αυτός ο δίσκος, όπως και ο τελευταίος που έκανα στη «Μαγιοπούλα» είναι γραμμένοι ζωντανά. Στη «Μαγιοπούλα» οι φωνές είναι Play back. Είναι ζωντανά γραμμένη όλη η ορχήστρα και οι φωνές μπήκαν εκ των υστέρων. Ενώ στο δίσκο «Πικρό φιλί» όλη η ορχήστρα είναι ζωντανή, αλλά και ο Γεράσιμος. Εκεί λοιπόν παίζω μπουζούκι εγώ μαζί με το Μανώλη τον Πάππο, κιθάρα ο Αργύρης ο Σταμούλος, συνεργάτης μου χρόνια, μπάσο ο Σοφράς, ακορντεόν έχει παίξει ο Ηρακλής ο Βαβάτσικας, κρουστά έχει παίξει ο Βαγγέλης Καρίπης, στη «Σκέψη της τρελής» μπαγλαμά ο Κοσμάς ο Κοκκόλης. Είχε μείνει το φινάλε για να γίνει το τελείωμα του τραγουδιού. Αυτό το τραγούδι στην ουσία έχει την προεισαγωγή, την εισαγωγή και στο τέλος έχει μια τελευταία εισαγωγή, η οποία στην πρώτη εκτέλεση παίζεται με ακορντεόν. Στο δίσκο έπαιζε κι ένας καταπληκτικός μουσικός, ο οποίος είχε και την επιμέλειά του, ο Θόδωρος Κοτεπάνος. Του είπα να παίξει με το πιάνο το τελευταίο θέμα του τραγουδιού. Κι έκατσε πραγματικά πολύ ωραία το τραγούδι… Και πήγε πάρα πολύ καλά…

Μετά από το «Πικρό φιλί», το 1996 προχωράς και πάλι σε πολυσυλλεκτικό, όσον αφορά τους τραγουδιστές, δίσκο, το «Εκεί που σβήνει ο άνεμος».

Ναι εκεί τραγουδούν ο Γεράσιμος και πάλι, η Νίκη Τσαϊρέλη, η Χαρά Πομώνη κι εγώ… Η Χαρά Πομώνη είναι μια πολύ μεγάλη τραγουδίστρια, η οποία όμως δεν επεδίωξε ποτέ τίποτα… Είναι αυτό που είναι… Δεν προσπάθησε ποτέ ούτε να κάνει μαγκιές, ούτε να το «παίξει»… Λέει ένα τραγούδι και τη «βρίσκεις»… Είναι ένας δίσκος που έχει πάρα πολύ καλά τραγούδια… Δεν είχε βέβαια την απήχηση που είχαν το «Λαύριο» ή το «Πικρό φιλί»…

Ώσπου το 1998 συμμετέχεις σε δυο δουλειές, στο δίσκο «Φυσάει τρελός βοριάς» της Κατερίνας Κούκα και στα τραγούδια «Του έρωτα και της φυγής» με τον Δημήτρη Μητροπάνο.

Εκείνη τη χρονιά έκανα ένα συμβόλαιο με τη Minos, έδωσα έξι τραγούδια στην Κούκα στο δίσκο της «Φυσάει τρελός βοριάς» και βέβαια πραγματοποιήθηκε ένα μεγάλο μου όνειρο που συνεργάστηκα με τον Δημήτρη Μητροπάνο, μ’ αυτόν τον τόσο μεγάλο τραγουδιστή που τον γουστάρω και τόσο πολύ.

Σ’ αυτό το δίσκο υπάρχει κι ένα «ιδιαίτερο» τραγούδι, που το λες πολύ συχνά εσύ στις ζωντανές εμφανίσεις, το «Μάνα που ζω»…

Το «Μάνα που ζω» είναι για μένα ένα από τα πολύ καλά μου τραγούδια… Είναι τραγουδάρα… Κι είναι ένα τραγούδι που το αγαπάω πάρα πολύ, βιωματικό δικό μου και το είπε ο Μήτσος και «το ‘σκισε»… Το  είπε τρομερά… Για μένα ήταν πολύ συγκλονιστική η συνεργασία μου με το Μητροπάνο και πάνω απ’ όλα θυμάμαι ότι ακριβώς εδώ που κάθεσαι εσύ είχε κάτσει ο Μήτσος όταν κάναμε τα τραγούδια πρόβα και είχα πάθει «πλάκα»… Ήθελα πολύ να πει κάποια τραγούδια μου ο Μήτσος. Τα τραγούδια μου τα είπε, τα είπε πάρα πολύ καλά, έπαιξα εγώ μαζί με το Σπύρο τον Γκούμα μπουζούκια, ο Σπύρος έπαιξε και κιθάρα, ο Θανάσης ο Σοφράς έπαιξε μπάσο, ο Αντώνης ο Κουλούρης έπαιξε τύμπανα… Τώρα να πω για το Μήτσο; Είναι ένας τραγουδιστής ο οποίος είναι κορυφαίος, αγαπημένος μου, συνεργάστηκα μαζί του ένα χρόνο και μακάρι να τα είχε φέρει έτσι η ζωή να ξανασυνεργαστούμε… Μεγάλη στιγμή για μένα… Είναι ίσως και η πρώτη φορά που ένας μεγάλος τραγουδιστής λέει τραγούδια μου…

Από το δίσκο με την Κούκα ακούστηκαν πολύ «Οι μεγάλες αγάπες»…

Κοίταξε έχει πολύ καλά τραγούδια αυτός ο δίσκος, απλά «Οι μεγάλες αγάπες» ακούστηκαν περισσότερο…

Χρειάστηκε να περάσουν πάνω από τρία χρόνια για να ξανακούσουμε καινούργια σου τραγούδια, κάτι που έγινε το 2002 με το δίσκο «Κρύπτη» που κυκλοφόρησε από το «Δίκτυο».

Όντως αυτή η συνεργασία κρατάει μέχρι και σήμερα μ’ ένα φίλο μου, τον οποίο έπεισα να κάνει και δισκογραφική εταιρεία κι έγραψα κι ένα δίσκο, που τον θεωρώ πάρα πολύ μεγάλο, την «Κρύπτη». Αναφέρομαι στον Πάρη Μήτσου που έκανε την εταιρεία «Δίκτυο» ξεκινώντας από την «Κρύπτη». Είναι ένας άνθρωπος ο οποίος έχει μπει μέσα στην ελληνική δισκογραφία μ’ ένα πολύ χαμηλό προφίλ, χωρίς να θέλει να κάνει ούτε τον έξυπνο, ούτε τον πονηρό, ούτε τον εταιρειάρχη. Έχει κάνει τόσους δίσκους κι έχουνε βρει στέγη πάρα πολλά παιδιά που θέλουν να κάνουν δισκογραφική δουλειά. Γράφουμε την «Κρύπτη» με ενορχήστρωση του Αλέξη του Βάκη, που είχε κάνει τις ενορχηστρώσεις στο «Λαύριο», στο «Απ’ την αγάπη γυρίζω μόνος» με τον Γεράσιμο, στο δίσκο με τον Γιάννη Ντουνιά. Είναι φίλος μου. Στην «Κρύπτη» λοιπόν εμφανίζεται στη δισκογραφία κι ένας τραγουδιστής ο Στέλιος ο Γαλανός, συμμετέχει η Χαρά η Πομώνη, ένα τραγούδι λέει ο Μανώλης Πάππος και συμμετέχουν και άλλοι τραγουδιστές όπως ο Δημήτρης Σταματέλλος και ο Γιώργος Ευθυμιάδης. Η «Κρύπτη» είναι ένας πολύ προσωπικός και πολύ εσωτερικός δίσκος, που τον γουστάρω πάρα πολύ. Βέβαια όλα αυτά τα τραγούδια δεν έχουν γίνει και επιτυχίες πανελλήνια, οι περισσότεροι μπορεί να τα αγνοούνε… Αλλά δεν παύουν να υπάρχουν σαν δίσκοι και κάποια στιγμή θα τους ανακαλύψουνε.

Για να φτάσουμε στο 2004 και στη δεύτερη ολοκληρωμένη συνεργασία με το Γεράσιμο Ανδρεάτο με το δίσκο «Απ’ την αγάπη γυρίζω μόνος».

Μετά την «Κρύπτη» λοιπόν έρχεται ο δίσκος «Απ’ την αγάπη γυρίζω μόνος» με τον Γεράσιμο με τον οποίο έχει γίνει το εξής παράδοξο… Απ’ ότι πληροφορήθηκα τον έβγαλαν τώρα με άλλο τίτλο, «Ο πιο δικός μου άνθρωπος»…

Και στο «Πικρό φιλί» συνέβη το ίδιο… Έχει επανεκδοθεί με τίτλο «Στη σκέψη της τρελής». Και σε αρκετούς άλλους δίσκους διαφόρων καλλιτεχνών έχει παρατηρηθεί αυτό το φαινόμενο, να μπαίνει σαν τίτλος το κομμάτι που έχει ακουστεί περισσότερο και σε μερικές περιπτώσεις να αλλάζουν και τα εξώφυλλα.

Καλό θα είναι όμως, να ρωτάνε πρώτα… Για το δίσκο με το Γεράσιμο βέβαια καλά έκαναν και άλλαξαν το εξώφυλλο, γιατί το προηγούμενο δεν μου άρεσε καθόλου. Ο τίτλος ασφαλώς είναι ένα συνθηματικό, μια λέξη για να καταλαβαίνουμε περί τίνος πρόκειται. Όταν πχ. μιλάμε για τον «Βυζαντινό Εσπερινό» μιλάμε για τα τραγούδια αυτά, για τη «Μικρά Ασία» για τα τραγούδια εκείνα… Λοιπόν κάνουμε αυτή τη δισκάρα με τον Γεράσιμο και φαίνεται πως ο άνθρωπος που έχει πάρει τώρα την εταιρεία, πιστεύει πως αυτός ο δίσκος δεν έχει «ξοφλήσει» ακόμα αυτά που «χρωστάει» και μακάρι, τώρα που επανεκδόθηκε, να ακουστούν περισσότερο τα τραγούδια. Πολύ ωραία τραγούδια.

Παραλείψαμε να αναφερθούμε σε ένα δισκάκι, ένα cd-single με τέσσερα τραγούδια με τη Μαρία Ρουσσέα με τίτλο «Μικρός Απρίλης» που βγήκε στα τέλη του 2002.

Α, μπράβο… Έχω κάνει ένα σινγκλάκι με τέσσερα πάρα πολύ ωραία τραγούδια… «Χρωστάνε» αυτά τα τραγούδια…

Η συνεργασία με τη Γιώτα Νέγκα πώς προκύπτει;

Το 2004 γίνεται αυτή η γνωριμία και κυκλοφορεί ο δίσκος «Το βέλος». Υπήρχε μια άψογη συνεργασία με τον Παναγιώτη Καλαντζόπουλο και την Ευανθία Ρεμπούτσικα στην εταιρεία τους την «Cantini»… Και θέλω να πω ότι είναι άνθρωποι νοικοκύρηδες, κιμπάρηδες, Κύριοι, με «Κ» κεφαλαίο… Υπάρχει μια πάρα πολύ καλή ανάμνηση… Με αντιμετωπίσανε σαν οντότητα, όχι σαν… Ήτανε πολύ καλή η συνεργασία με τον Παναγιώτη και βέβαια με τη Γιώτα Νέγκα που κατά κοινή ομολογία είναι μια δύναμη στο τραγούδι και κατά πολλούς είναι μια κορυφαία λαϊκή τραγουδίστρια…

Αυτό είναι βέβαιο, είναι από τις ελπίδες που υπάρχουν αυτή τη στιγμή στο λαϊκό τραγούδι… Και θα ήθελα να σταθώ σε ένα εξαιρετικό τραγούδι από αυτό το δίσκο που μιλάει για τη Σμύρνη… Από τα τραγούδια που «πονάνε»…

Το «Θρύλο Ιωνίας» εννοείς… H καταγωγή μου άλλωστε είναι από τη Σμύρνη. Η γιαγιά μου κι ο παππούς μου. Ο πατέρας μου γεννήθηκε εδώ το ’26. Και με τη Γιώτα και με τον Γεράσιμο υπάρχει ακόμα δρόμος και για συνεργασία και για να κάνουμε κι άλλα πράγματα… Την αγαπάω πολύ τη Γιώτα, είναι πάρα πολύ καλή κοπέλα, εξαίρετη κι ο άντρας της είναι πολύ καλό παλικάρι ο οποίος την αγαπάει και τη στηρίζει. Είναι πάρα πολύ καλό κορίτσι και μεγάλη τραγουδίστρια.

Υπάρχουν βέβαια και αρκετές συμμετοχές, όλα αυτά τα χρόνια… Όπως δυο τραγούδια το 1993 στο δίσκο του Αντώνη Καλογιάννη «Αντίθετη πορεία» αλλά και πιο πρόσφατα το 2003 στο δίσκο του Άγγελου Σφακιανάκη «Ρηχά νερά». Εκεί που τραγουδάς ο ίδιος για το «Μηχανάκι» σου…

Εκεί πήγα και είπα ένα τραγούδι του Άγγελου… Απλά πήγα και το τραγούδησα. Τον «έπρηξα» μέχρι να πάω, δεν ήθελα… Και δεν ήθελα γιατί δε θέλω να πηγαίνω να τραγουδάω.

Δεν θες; Γιατί συμβαίνει αυτό;

Όχι δεν θέλω… Όχι για τη συγκεκριμένη περίπτωση με το τραγούδι του Άγγελου, ποτέ δεν πάω… Βέβαια στον Άγγελο δεν μπορούσα να αρνηθώ, του έχω μια υποχρέωση εφ’ όρου ζωής. Είπαμε είναι ο άνθρωπος που με έβαλε στη δισκογραφία.

Εμένα προσωπικά η χροιά της φωνής σου με παραπέμπει στον Μάρκο Βαμβακάρη ή στον Στέλιο Κηρομύτη…

Εντάξει… Όταν πας και λες τραγούδια άλλων δημιουργών, πας πια και σαν ερμηνευτής κι εγώ δεν είμαι βέβαια… Δεν κατατάσσω τον εαυτό μου στους ερμηνευτές… Ενώ πολλά παιδιά, όπως ο Περίδης που κάνει δίσκους ή ο Σωκράτης (Μάλαμας) ας πούμε, τα λένε τα τραγούδια τους, εγώ θα πω ένα-δυο τραγούδια, δεν είμαι για πολλά… Στο ζωντανό μπορεί να γουστάρω πιο πολύ… Αλλά στο studio δεν έχω και πολύ μεγάλη όρεξη να τραγουδάω…

Το 2004 συμμετείχες και σ’ ένα cd single με τίτλο «Λαϊκά με συστάσεις» με ένα τραγούδι.

Εκεί έχω δώσει ένα τραγούδι στο Στέλιο Γαλανό που λέει «Ήτανε άδικο, ήτανε κρίμα…».

Μετά το δίσκο με τη Γιώτα Νέγκα έρχεται η συνεργασία με το Γιάννη Ντουνιά, που, αν δεν απατώμαι, ξεκίνησε από την εκπομπή του Σπύρου Παπαδόπουλου και κατέληξε στα «Γλυκοχαράματα», έναν ωραίο λαϊκό δίσκο.

Ναι, μετά τη Νέγκα γνωριστήκαμε με το Γιάννη. Αυτόν τον άνθρωπο τον είχα δει, μαζί με τον πεθερό μου, πριν από 20-25 χρόνια σ’ ένα μαγαζί στην Εθνική οδό. Μεγάλος τραγουδιστής…

Δυστυχώς όμως, χωρίς μεγάλο ρεπερτόριο…

Αυτό δεν απορρίπτει το ότι είναι μεγάλος τραγουδιστής…

Σίγουρα, άλλο το ένα κι άλλο το άλλο…

Ακριβώς… Βρισκόμαστε λοιπόν με το Γιάννη, έρχεται από δω και ακούγοντάς τον αλλά και γνωρίζοντάς τον σαν άνθρωπο κατάλαβα ότι πρόκειται για έναν πολύ μεγάλο τραγουδιστή αφενός, αλλά και για πολύ καλό άνθρωπο… Δηλαδή αν κάποιος είναι πολύ μεγάλος τραγουδιστής, αλλά σαν άνθρωπος είναι περίεργος και παράξενος, μπορεί και να μην μπω στη διαδικασία να συνεργαστώ μαζί του… Κάναμε λοιπόν το δίσκο με το Γιάννη… Όσο για το ρεπερτόριο που είπες… Ο Γιάννης, όχι, δεν έχει ρεπερτόριο. Παρόλο που έχει πει τραγούδια του Ζαμπέτα και του Άκη Πάνου ή κάποια τραγούδια του Καραμπεσίνη, του Καρανικόλα κλπ. Εγώ με το Γιάννη συνεργάστηκα και πέρυσι στο μαγαζί, στη «Μαγιοπούλα» και θα συνεργαστώ και φέτος. Γιατί είναι ένας πολύ μεγάλος τραγουδιστής και αν μη τι άλλο αυτός ο άνθρωπος αξίζει να λέει ωραία λαϊκά τραγούδια. Τα άλλα «απαγορεύονται»…

Έτσι είναι. Του έδωσες τα τραγούδια που έπρεπε να πει κάποια στιγμή.

Και είμαι πάρα πολύ υπερήφανος γι’ αυτό… Και ο τελευταίος δίσκος που έγινε, αν τους απαριθμήσαμε σωστά, είναι αυτός που έγινε πέρυσι στη «Μαγιοπούλα. Είναι ένας δίσκος, στον οποίο ήρθαν όλοι μου οι φίλοι που έχουμε δουλέψει χρόνια μαζί, για να πει ο καθένας από 1-2 τραγούδια δικά μου, βάζοντας μέσα και 4 καινούργια τραγούδια.

Πριν από τη «Μαγιοπούλα» τρία καινούργια σου τραγούδια ακούστηκαν στο δίσκο του Κώστα Καλαφάτη που κυκλοφορεί στη σειρά «Δεξιοτέχνες και ερμηνείες» το 2007, όπως κι ένα καινούργιο τραγούδι στο δίσκο του Ζαχαρία Καρούνη «Σόλο» το 2005.

Α, τα ξέρεις όλα! Με τον Κώστα τον Καλαφάτη είμαστε φίλοι πολλά χρόνια, από τη Σκόπελο… Ήθελε να κάνει ένα δισκάκι, πως μπορείς ν’ αρνηθείς σ’ ένα φίλο σου και καλό τραγουδιστή; Του ‘δωσα τρία τραγούδια… Κι ωραία τραγούδια είναι και τα ’χει πει κι ωραία ο Κώστας. Και τα γουστάρω, και τον Κώστα γουστάρω… Στο Ζαχαρία Καρούνη έχω δώσει ένα τραγούδι, το «Τη σκέψη μου σου χάρισα» και το είχαμε παίξει μ’ ένα πιάνο κι ένα μπουζούκι… Είναι πολύ καλός τραγουδιστής ο Ζαχαρίας… Κοίταξε εγώ δεν αρνούμαι σε παιδιά καινούργια και σε φιλαράκια κλπ. Έγινε λοιπόν αυτός ο τελευταίος δίσκος στη «Μαγιοπούλα»… Και σιγά σιγά είμαι και με το Βασίλη μου, το γιο μου και παίζουμε μαζί…

Απολύθηκε από το στρατό;

Απολύθηκε ο Βασιλάκης, λέει και δυο τραγούδια στο δίσκο, είναι ένα καλό και χαρισματικό παιδί, ταλαντούχο και σαν «παίκτης» «τα λέει» και γράφει και πολύ ωραία πράγματα… Κι εδώ κλείνει πλέον αυτός ο κύκλος της δισκογραφίας, που απαριθμεί περίπου 120-130 τραγούδια…

Αν θα ’κανες έναν απολογισμό από όλα αυτά τα χρόνια;

Αν θα ’κανα απολογισμό, όλη αυτή η πορεία κι όλα αυτά τα τραγούδια με γεμίζουν με υπερηφάνεια. Για τους ανθρώπους που επέλεξα να συνεργαστώ, κατά 80% άγνωστοι αλλά φίλοι μου και συνεργάτες μου, που μας δένει η ζωή, το πατάρι, το γλέντι, το κρασί. Ποτέ μου δεν έβαλα σαν γνώμονα την οικονομική απόδοση, ούτε ήτανε μια εμπορική συναλλαγή αυτοί οι δίσκοι πού ’χω κάνει… Κανένας…

«Πάμε να κάνουμε καλά τραγούδια…»

Ναι, αυτό είναι… Από την αρχή δεν ζητάω και τίποτα παραπάνω, εκ των προτέρων ξεκινάω με μια στερητική τάση. Δηλαδή, «έγινε, άστο…». Αυτό το λέω εντίμως δεν το λέω για εντύπωση, για μετριοφροσύνη, δεν είναι τέτοιο θέμα. Είναι θέμα ότι για μένα τα πράγματα είναι αρκετά καλά, πρώτα απ’ όλα γιατί έχω μια οικογένεια που είναι πάρα πολύ καλή, έχω τους ανθρώπους μου, έχω τα παιδιά μου, με το ένα από τα οποία είμαστε πια συνεργάτες και με γεμίζει περηφάνια και αισιοδοξία και έχω κι ένα χώρο τον οποίο έχω φτιάξει εγώ, όταν ήμουνα πιτσιρικάς, τη «Μαγιοπούλα» που ακόμα μέχρι σήμερα υπάρχουμε και ζούμε και δουλεύουμε.

Αυτή θα ήταν η επόμενη ερώτησή μου… Σχετικά με τη «Μαγιοπούλα»…

Η «Μαγιοπούλα» είναι ένα κομμάτι της ζωής μου, ένα αναπόσπαστο κομμάτι του Βαγγέλη, κάτι το οποίο το αγαπάω, το προσέχω και το φυλάω σαν τα μάτια μου… «Περνάμε» ωραία τραγουδάκια να γουστάρουμε… Έχει κάτι τραγουδάρες που «τρελαίνεσαι»… Με τα λαϊκά τραγούδια «τρελαίνεσαι»… Εγώ δεν μπορώ να απεμπλακώ απ’ αυτή τη διαδικασία ρε παιδί μου… Δεν ξέρεις από πού σού ‘ρχεται η «καρπαζιά»…

Και κάθε μέρα αποκαλύπτεται κάτι καινούργιο… Είναι ανεξάντλητος ο πλούτος του λαϊκού τραγουδιού… Παλιά τραγούδια, άγνωστες εκτελέσεις…

Θα σου πω κάτι… Το «Φτώχεια που με κουρέλιασες» του Τσιτσάνη με την Πόλυ Πάνου και τα μπουζούκια του Μακρυδάκη και του Καραμπεσίνη, το ’χουμε παίξει αυτό το τραγούδι… Το ακούς και σε μερακλώνει… Λες «αχ θα το παίξω και φέτος»… Ή ένα άλλο τραγούδι… Εγώ έχω μια «μανία» με τον Καλδάρα… Δεν μπορώ να ξεφύγω. Αριθμητικά τα τραγούδια του που μου ’ρχονται στο κεφάλι υπερτερούν… Το «Πάλι σε βλέπω σκεπτικό» για παράδειγμα, με τη Στέλλα Χασκίλ και το Στράτο Παγιουμτζή είναι μεγάλο τραγούδι…

Υπάρχει και μια ωραία επανεκτέλεση στο δίσκο «Για ρεμπέτες και για φίλους» με τον Δημήτρη Κοντολάζο και τη Χάρις Αλεξίου, το 1974. Μεγάλος συνθέτης ο Καλδάρας… Και δυστυχώς, ενώ στη δεκαετία του ’70 έγραψε πάρα πολύ ωραία τραγούδια, εκτός από την «Μικρά Ασία» και τον «Βυζαντινό Εσπερινό, τα άλλα δεν ακούστηκαν καθόλου.

Αυτό μη σου φαίνεται περίεργο. Πάντα συνέβαινε στη δισκογραφία.  Μεγάλοι δημιουργοί να κάνουνε ολόκληρους δίσκους και να μην ακούγονται. Κι ο Ζαμπέτας δεν έκανε; Πάντως θέλω να σου πω ότι μέσα απ’ αυτή την «τρέλα» δεν μπορείς να γλιτώσεις… Αυτός ο έρωτας παραμένει πάντα ανικανοποίητος… Δηλαδή συνέχεια «τρελαίνεσαι»…  Βρίσκεις μέσα πράγματα… Οπότε τι πιο ωραίο πράγμα από το να  μαζεύεται αυτή η ορχήστρα, που είναι πάρα πολύ καλή και να παίζει αυτά τα τραγούδια.

Και τα λίγο «αδικημένα» έτσι; Όπως αυτά του Τσιτσάνη και του Καλδάρα που ανέφερες που είναι σπουδαία τραγούδια.

Αυτό το τραγούδι του Καλδάρα είναι πολύ μεγάλο τραγούδι. Ήτανε και μεγάλος συνθέτης… Κοίταξε για να πετύχει η συνταγή δεν πρέπει να ‘χεις τον πήχη ψηλά. Εννοώ τον πήχη της επιτυχίας και τον πήχη της «κονομησιάς». Αυτά τα πράγματα δεν γίνονται ούτε σε πολύ μεγάλους χώρους, ούτε υπό την καθοδήγηση ανθρώπων «νταλαβεριτζήδων»… Γίνονται μόνο όταν γουστάρεις και είσαι σε μια πιο χαμηλή, ας πούμε, φάση που να το κάνεις οικογενειακό το «κόλπο» για να ’ρχονται οι άνθρωποι και να γουστάρουν. Έτσι πετυχαίνεις. Και με αγάπη βέβαια, έτσι;

Κάποιος νέος δίσκος υπάρχει στα σχέδιά σου;

Έχω διάφορα στο μυαλό μου, έχει γίνει μια συνάντηση με το Γιώργο Νταλάρα, ακόμα όμως δεν υπάρχει κάτι πιο συγκεκριμένο… Είναι πολύ νωρίς…

Οφείλω να σε πληροφορήσω, πως σε μια δημοσκόπηση που έγινε στην ανεπίσημη σελίδα του Γιώργου Νταλάρα, στο ερώτημα «Με ποιον συνθέτη θα θέλατε να συνεργαστεί ο Γιώργος Νταλάρας;», κατείχες μια από τις 2-3 πρώτες θέσεις…

Τον έχω σε μεγάλη εκτίμηση, τον θεωρώ πολύ μεγάλο τραγουδιστή και θα ήταν μεγάλη μου τιμή να πει δικά μου τραγούδια… Αυτός ο άνθρωπος είναι ο τελευταίος μ’ αυτή την ακτινοβολία και μ’ αυτό το «εκτόπισμα». Εγώ σε διάφορες συζητήσεις που γίνονται, εδώ και πολλά χρόνια, είμαι υπέρ του. Στο λαϊκό του κομμάτι νιώθω ότι είμαστε πολύ κοντά. Μακάρι να γίνει κάποια στιγμή αυτή η συνεργασία.

Υπάρχουν κάποιες άλλες φωνές που θα ήθελες να πουν τα τραγούδια σου;

Θα ήθελα να ξανακάνω τραγούδια με τον Μητροπάνο… Είναι διάφοροι τραγουδιστές που έχω στο μυαλό μου… Πριν έρθεις καθόμουνα και έπαιζα κάτι τραγούδια και μου ερχόντουσαν κάτι «περίεργες» φωνές στο μυαλό…

Όπως;

Θα σε «μπλοκάρω» λιγάκι αλλά θα στο πω. Η Νένα Βενετσάνου… Όχι για να της κάνω ολόκληρο δίσκο… Αλλά έπαιζα ένα τραγούδι εκείνη τη στιγμή και όπως το έπαιζα, φαντάστηκα τη φωνή της… Είναι μεγάλη τραγουδίστρια, δεν είναι τυχαία. Έχω ακούσει κατά καιρούς την Έλλη την Πασπαλά… Σου λέω κάποιες φωνές που είναι λιγάκι έξω από το χώρο το δικό μας, έτσι; Ο Λάκης ο Χαλκιάς. Η Μαίρη Λίντα… Εγώ έχω δουλέψει ένα χρόνο με τη Λίντα. Έγινε πριν λίγο καιρό μια συναυλία στη μνήμη του Πάνου του Γεραμάνη… Και ήταν κι εκείνη. Την άκουσα κι έπαθα «πλάκα». Ήταν σαν παιδούλα… Και λέω «γιατί να μη μου πει δυο τραγούδια;» Καμιά φορά παίζω τραγούδια και γουστάρω να τα πει ο Γιώργος ο Ξηντάρης. Δεν ξέρω αν με καταλαβαίνεις…

Βεβαίως…

Πολλοί τραγουδιστές είναι αυτοί που με φέρνουνε σε μια τέτοια κατάσταση. Έχω κάποια τραγούδια τα οποία τα λέει ο Βασίλης ο γιος μου και τα λέει πάρα πολύ ωραία. Ο Άλκης ο Μαύρος. Με τον Άλκη που τραγουδούσε στο «Λαύριο» είμαστε φίλοι κι έχουμε παίξει χρόνια μαζί. Μπορεί να βρισκόμαστε βέβαια αραιά, μία φορά το χρόνο, αλλά ξέρεις πώς γουστάρω; Δηλαδή είμαι πολύ ανοιχτός αυτή τη στιγμή. Όπως επίσης είμαι και πολύ διχασμένος σχετικά με το αν θα ‘κανα ένα δίσκο, πώς θα τον έκανα… Τι επιλογή τραγουδιών θα έκανα για ένα δίσκο. Γιατί κακά τα ψέματα, μέσα στο μυαλό μου, μες στην ψυχή μου ζει όλο αυτό το πράγμα με το λαϊκό τραγούδι… Υπάρχει. Παθαίνω την απόλυτη τρέλα όταν ακούω τον Τσαουσάκη. Δεν έχω ξεφύγει απ’ αυτό τον ερμηνευτή. Με «τρελαίνει»… Σκέφτομαι «πού να πάω να τον βρω;» Τον έχω θεό… Ή την Μπέλλου… Με τη Μπέλλου έχει γίνει το εξής. Τον πρώτο μου δίσκο τους «Άρχοντες» ήταν να τον πει εκείνη, το 1988.

Σοβαρά; Πρώτη φορά το ακούω αυτό…

Βέβαια. Από τη Μπέλλου είχα μια τραυματική εμπειρία στη ζωή μου. Όταν πήγα για να γίνουν τα τραγούδια, ο Κυριάκος ο Μαραβέλιας, που είχε τη Lyra, είχε στη σκέψη να πει τα τραγούδια η Σωτηρία. Όταν εγώ το άκουσα αυτό «τρελάθηκα». Εκείνη την περίοδο είχα ένα σουβλατζίδικο και μέσα είχε μια ταβέρνα στην οποία έπαιζα κιόλας. Επέμενε πάρα πολύ. Να φανταστείς ότι είχε μια συναυλία στο Λυκαβηττό με τον Ξαρχάκο και μόλις τελείωσε πήγε και την πήρε και την έφερε στο σουβλατζίδικο. Πήγα και στο σπίτι της μια φορά και μου έδειχνε ότι ήτανε, ας πούμε, «ζεστή» για να τα πει. Κάποια στιγμή της γύρισε ανάποδα και άρχισε και μ’ έβριζε. «Φύγε από δω» και κάτι τέτοια… Της «την έδωσε» έτσι… Και δεν έγινε… Αυτό μου στοίχισε πάρα πολύ τότε που ήμουνα 26 χρονών παιδί, γιατί είχα πιστέψει ότι θα γίνει. Φαντάσου να είχε πει το «Πρώτο φθινόπωρο», τη «Σκέψη της τρελής», το «Παλικάρι πλάι στην πόρτα», τον «Κάβο», το «Πέραμα», το «Έρχονται βράδια» κι όλα αυτά τα τραγούδια. Όμως για μένα η αγάπη μου και ο θαυμασμός μου γι’ αυτή την κορυφαία λαϊκή τραγουδίστρια που έβγαλε αυτός ο τόπος, θεωρώ πως είναι ότι μεγαλύτερο έβγαλε η Ελλάδα σε γυναικεία φωνή, ποτέ δεν έπαψε να υπάρχει. Θα την αγαπάω και πάντα η φωνή της θα μου βγάζει ό,τι μαγκιά έχω μέσα μου, ότι παράπονο έχω μέσα μου, ότι περηφάνια κι ότι ταπεινότητα έχω… Όλος ο κόσμος, για παράδειγμα, ξέρει ότι το «Ας πέθαινες να γλύτωνα» του Μανησαλή το ‘χει πει η Ρίτα Σακελλαρίου. Δε γνωρίζει ότι το ‘χει πρωτοπεί η Σωτηρία Μπέλλου… Καθόμασταν στο μαγαζί και το «περνάγαμε». Εγώ το έχω σε μια πλάκα γραμμοφώνου, «πολύ πειραγμένη». Αν ακούσεις πως το λέει θα «πάθεις πλάκα»… Θες να το ακούσεις;

Εννοείται… (Ακούγεται το τραγούδι «Ας πέθαινες να γλύτωνα» με τη φωνή της Σωτηρίας Μπέλλου)

Έχει καμιά σχέση τώρα αυτή η εκτέλεση με την άλλη, που κι η Σακελλαρίου το έχει πει ωραία το τραγούδι, έτσι; Ήταν καλή τραγουδίστρια.

Αφού αναφέρθηκες πριν στον Τσαουσάκη, δεν μπορώ να μη ρωτήσω τη γνώμη σου για τον Καζαντζίδη και για τον Μπιθικώτση…

Εντάξει, ο Καζαντζίδης είναι φαινόμενο… Τι να σου πω για τον Καζαντζίδη… Υπερφυσικό πράγμα είναι αυτός ο άνθρωπος. Εγώ θα σου πω για τον Καζαντζίδη; Και να ξέρεις ότι και για τον Καζαντζίδη κάποτε είχε ενδιαφερθεί η MBI, για να του ‘δινα κάποια τραγούδια. Τα ηχογράφησα, τα πήγα στην εταιρεία αλλά δεν έγινε τελικά, δεν ξέρω τι έγινε…

Τα ηχογράφησες μετά με άλλους τραγουδιστές αυτά τα τραγούδια;

Όχι, όχι…

Η γνώμη μου είναι πως ο Καζαντζίδης από το ’87 και μετά που επανεμφανίσθηκε, εκτός από τα ωραία λαϊκά τραγούδια που είπε στους δίσκους, έπρεπε να πει και άλλα τραγούδια, διαφορετικά… Είναι κρίμα που δεν συνεργαστήκατε τελικά…

Τι να σου πω τώρα; Δεν ήξερα πού να τον βρω… Είχα σκεφτεί πολλές φορές να πάω να τον βρω εκεί που πήγαινε και ψάρευε, σκεφτόμουνα να πάρω το μηχανάκι και το μπουζούκι και να πάω και να του πω «κάτσε να σου παίξω κάτι…». Δεν είχα πρόσβαση… Είχες δει στην τηλεόραση εκείνη τη φοβερή συνάντηση που είχε με το Θεοδωράκη;

Ναι βέβαια… Μεγάλη και ανεπανάληπτη στιγμή… Το 1993 ήταν…

Εκείνη την τρομακτική συνάντηση των γιγάντων… Έπαιζε κιθάρα και δεν έχανε ακόρντο… Τι ήταν αυτό το πράγμα ρε παιδί μου… Φαινόμενο…

Σ’ εκείνη την εκπομπή τραγούδησε άνετα τις «Άπονες εξουσίες» από Λα ματζόρε, από γυναικείο τόνο δηλαδή, ενώ στο δίσκο το λέει από Ρε.

Από Λα το είπε ε; Και ξέρεις ο Καζαντζίδης είναι σαν ένα κακό δέντρο. Ό,τι πάει να φυτρώσει από κάτω δεν πιάνει ποτέ. Όσοι άνθρωποι είχανε την ατυχία και την τύχη βέβαια να έχουν ένα ηχόχρωμα φωνής το οποίο να παραπέμπει στον Καζαντζίδη «ψωνίσανε από σβέρκο» όλοι… Δεν μπόρεσε να στεριώσει κανείς…

Ο Καμπάνης, ο Καναρίδης, ο Ζακυνθινάκης και πολλοί άλλοι…

Κι ο Γιάννης ο Ντουνιάς… Ο Γιάννης ξέρεις τι τραγουδιστής είναι; Ο Γιάννης δεν είναι καλός τραγουδιστής, είναι «Α Εθνική» τραγουδιστής. Εκείνος όμως ήτανε το απόλυτο. Ο δεύτερος ήταν μακράν πίσω… Και πρέπει να ήταν και πνευματικός άνθρωπος, να είχε υπόβαθρο μες στο μυαλό του. Δεν είναι τυχαίο. Μια τέτοια φωνή που τραγουδάει έτσι… Δεν είναι τυχαίο… Το ήξερε το «κόλπο» καλά…

Είπε όμως και πολλά τραγούδια «κατώτερα» της φωνής του. Ειδικότερα μετά το ’65 και σε συνδυασμό με τις ενορχηστρώσεις, στις οποίες εκείνο το ιδιαίτερα αντιπαθητικό όργανο, η «φαρφίσα» αντικατέστησε τα φυσικά όργανα, το βιολί, το ακορντεόν, το κλαρίνο…

Κοίταξε, όταν το κάνανε αυτό, φαντάζομαι, πως νομίζανε ότι  κάνουν κάτι ωραίο. Έπαιρναν και πέντε κοστούμια και μαντηλάκι και γραβάτα κλπ. Κάποιοι ακολουθήσανε το «γράμμα» της μόδας… Υπήρχε μια τάση νεωτερισμού, ακόμα και με τα τετράχορδα μπουζούκια, όταν πετάξανε τα τρίχορδα. Τελικά είδες όμως ο χρόνος μερικά πράγματα πως τα «ξεβράζει»; Έτσι είναι… Νεωτερισμός… Το θέμα είναι πως πρέπει να είμαστε πολύ υπερήφανοι με ότι υπάρχει μέσα σ’ όλη αυτή την ιστορία με το λαϊκό τραγούδι.

Αφήσαμε τον Μπιθικώτση όμως…

Και για τον Μπιθικώτση μην ψάχνεις να βρεις. «Τρέλα»… «Και τα μυαλά στα κάγκελα…» Άστο…

Και στου Μίκη, αλλά και στα ρεμπέτικα, του Μάρκου κλπ., ήταν αξεπέραστος…

Και στα δικά του… Ήταν μεγάλος συνθέτης, αλλά ο κόσμος δεν τον ήξερε σαν συνθέτη… Τα τραγούδια που είχε γράψει ήταν μεγάλες επιτυχίες, αλλά τα επισκίασε και η φωνή του. Ήτανε μεγάλος μάγκας και τραγουδισταράς. Και σήμερα έχει παιδιά που τραγουδάνε καλά. Απλά δεν τους δίνεται η ευκαιρία και δεν υπάρχουν και οι συνθήκες για να αναδειχθούν. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι από τη μία τραγουδούσανε με το χάρισμα που τους είχε δώσει ο Θεός, απ’ την άλλη όμως τραγουδούσανε επειδή ήτανε και μάγκες, ήταν «ψυλλιασμένοι» και ξέρανε πως πρέπει να τραγουδήσουν. Σήμερα κάποιος και να έχει το χάρισμα αυτό, δεν το καλλιεργεί. Δεν του δίνεται η ευκαιρία να την «πάρει χαμπάρι» πως πρέπει να τραγουδάει. Έχει και σήμερα παιδιά… Γιατί όχι; Τελείωσε; Εντάξει, Πόντιος μπορεί να μην είναι κανένας… Καζαντζίδης…

Παρακολουθώντας την πορεία σου όλα αυτά τα χρόνια δεν θα ξεχάσω την εμφάνισή σου στην εκπομπή «Στην υγειά μας» το Δεκέμβρη του 2004 που ήταν αφιερωμένη στο Σταύρο Κουγιουμτζή… Εκεί που τραγούδησες το «Μεθοκόπι» («Έτσι ειν’ οι άνθρωποι») σε στίχους της Σώτιας Τσώτου.

Άκουσε να σου πω τι γίνεται μ’ αυτό τον άνθρωπο… Εγώ τον ονομάζω «ο Κύριος Σταύρος», με «Κ» κεφαλαίο… Tα τραγούδια που βίωσα ήταν τα τραγούδια του Κουγιουμτζή, δεν ήταν, ας πούμε, τα τραγούδια του Παγιουμτζή, γιατί δεν τα ήξερα… Όταν εγώ ήμουν παιδάκι, το 1971 και τότε ξεκίνησε αυτός ο «χείμαρρος» τραγουδιών, αυτά άκουγα. Αυτό το ήθος, αυτή η φρεσκάδα, αυτή η ανθρωπιά, αυτό το μεγαλείο σε κάνει από παιδάκι να τον αγαπάς. Και βέβαια παίζαμε και τόσα τραγούδια του, έτσι; Σε κάνει, αυτό τον άνθρωπο, να τον θεωρείς κάτι σπουδαίο και κάτι πολύ πολύτιμο. Όταν μου είπε κάποιος φίλος, ο Ηρακλής ο Βαβάτσικας συγκεκριμένα, πως «αυτός ο άνθρωπος ακούει τα τραγούδια σου και του αρέσουν», το θεώρησα τόσο μεγάλη μου τιμή, που πήγα και τον βρήκα σ’ ένα studio που έγραφε ένα δίσκο με την κόρη του τη Μαρία, για να τον γνωρίσω. Όταν με πήρε τηλέφωνο να πάω στην εκπομπή, ήταν τόσο μεγάλη η χαρά μου που του λέω «Κύριε Σταύρο εγώ θα έρθω με “κουτσό”, να πούμε, με ένα πόδι…» Μου είπε να πω 2-3 τραγούδια του και του απάντησα «Κυρ Σταύρο, όταν τα έχει πει ο Νταλάρας, δεν μπορώ να τα πω εγώ». Μου είπε «πες το μεθοκόπι…» Το βρήκε εκείνος, ήξερε… Εντάξει τώρα, τι να πούμε γι’ αυτό τον άνθρωπο και τι να πω και για την οικογένειά του, για την Αιμιλία, τη γυναίκα του, που μου έκανε τη μεγάλη τιμή να με φωνάξει στο σπίτι και να μου κάνει το τραπέζι, όταν είχε «φύγει» ο Σταύρος... Πήγα μες στο σπίτι και αισθάνθηκα ότι με τιμάει τόσο πολύ και αισθανόμουν την ακτινοβολία αυτού του ανθρώπου μες στο σπίτι, ακόμα και που έλειπε… Πόσο δεμένη οικογένεια ήταν, πόσο τον λατρεύανε, πόσο καλός άνθρωπος ήταν και πόσο μεγάλος αλλά και συνάμα πόσο απλός άνθρωπος, ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας. Ήταν η μεγαλύτερη τιμή που έλαβα στη ζωή μου, όταν έμαθα ότι τα τραγούδια μου του αρέσουν. Ήταν η μεγαλύτερη καταξίωση. Λέω «δεν είναι δυνατόν… Εμένα; Αυτός ο άνθρωπος;» Τρελάθηκα…

Αυτό ήταν τελικά και ένα από τα στοιχεία που συνέθεταν το μεγαλείο του. Ότι δεν φοβόταν και δεν δίσταζε να αναγνωρίσει την αξία άλλου συναδέλφου του. Έπαιρνε τηλέφωνο και σου έδινε τα συγχαρητήριά του… Ο Βασίλης Δημητρίου είχε πει σε εκπομπή του Λευτέρη Παπαδόπουλου, πως του είχε τηλεφωνήσει ο Σταύρος για να τον συγχαρεί όταν άκουσε «Το πεπρωμένο». Δεν το κάνουν αυτό πολλοί…

Λείπει… Λείπει…

Για την «πειρατεία» και την παράνομη διακίνηση των τραγουδιών στο διαδίκτυο ποια είναι η γνώμη σου;

Κανείς δεν συνειδητοποιεί πλέον, ότι όλη αυτή η ιστορία συντελεί, έτσι ώστε να τελειώνει σιγά σιγά η ισχύς των δημιουργών. Εντάξει, μ’ αρέσει η ιδέα του να παίρνει ο καθένας τα τραγούδια και να μην τα πληρώνει, δηλαδή κάποιος που μπορεί να μην έχει λεφτά και να θέλει να ακούσει ένα τραγούδι, να το «κατεβάζει»… Αλλά κι ο δημιουργός δεν πρέπει από κάπου να ζήσει; Θα πρέπει οι αρμόδιοι να κοιτάξουν να βρουν ένα τρόπο να το τιθασεύσουνε, να παίρνουν κάποια ποσοστά και οι δημιουργοί. Αυτό που ήθελα να σου πω είναι ότι παλαιότερα, έπαιρνες ένα δίσκο στα χέρια σου και ήτανε ένα γεγονός. Έπαιρνες ένα δίσκο του Κουγιουμτζή, του Καλδάρα, ένα δίσκο γραμμοφώνου, ένα σαρανταπενταράκι, ήτανε κάτι το οποίο είχε μια υπόσταση. Έβγαζες ένα δίσκο κι έπιανες το δημιούργημα, το δίσκο, ακόμα κι ένα cd, που το cd δεν μ’ αρέσει τόσο πολύ όσο οι δίσκοι αλλά ήτανε μια «ιεροτελεστία»… Να πας να το αγοράσεις, να το ακούσεις. Ο άλλος μπορούσε να στερηθεί ακόμα, για να πάει να πάρει τα καινούργια τραγούδια του Καζαντζίδη, του Μπιθικώτση, του Κορακάκη για παράδειγμα, ήτανε ένα γεγονός… Σήμερα αυτό το πράγμα το βλέπεις κι έχει απλουστευθεί τόσο πολύ που ο καθένας έχει τη δυνατότητα να παίρνει ένα σκληρό δίσκο και να ’χει μέσα 20.000 τραγούδια. Εντάξει δεν είναι κακό αλλά να σου πω κάτι; Τώρα αν σου ανοίξω το ντουλάπι πάνω θα δεις πόσους δίσκους γραμμοφώνου έχω τους οποίους απέκτησα από οικογενειακά πράγματα που είχαμε ή άλλους με ανταλλαγές στο Μοναστηράκι. Πήγαινα αγόραζα, είχα κι αυτό το γραμμοφωνάκι και φώναζα και τα φιλαράκια «ρε σεις πήρα ένα δίσκο…». Το θέμα είναι πως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε πως είμαστε πλέον σ’ ένα σκηνικό το οποίο έχει αλλάξει, τα δεδομένα έχουν αλλάξει, είναι πλέον άλλες οι συνθήκες, αυτό όμως δε σημαίνει ότι η δημιουργία σταματάει. Η δημιουργία συνεχίζεται μέσα από τις καινούργιες συνθήκες οι οποίες διαμορφώνονται. Άλλωστε όπως προφανώς κάποιος χρησιμοποιούσε παλαιότερα ένα τρανζιστοράκι, ένα κασετόφωνο ή ένα πικάπ, τώρα χρησιμοποιεί έναν υπολογιστή. Ας το πάρουμε έτσι…

Η κασετοπειρατεία πάντα υπήρχε. Άλλα ποτέ δεν ήταν αυτή η ανεξέλεγκτη κατάσταση.

Κοίταξε εμένα το πρόβλημά μου δεν είναι και τεράστιο, γιατί ποτέ δεν ήμουνα ένας συνθέτης να πουλάω χιλιάδες, εκτός από κάποιους δίσκους που έκανα με το Μητροπάνο.

Και οι δίσκοι με το Γεράσιμο ή το «Λαύριο» δεν πήγαν καλά;

Bέβαια πήγαν καλά, το «Λαύριο» έγινε και χρυσό, μετά από 15 χρόνια. Εντάξει, όλα καλά… Ο αυτοσκοπός σ’ έναν δημιουργό δεν είναι πόσες χιλιάδες δίσκους θα πουλήσει. Είναι αυτό το οποίο θα φτιάξει να είναι κάτι το οποίο να είναι ωραίο, να ’χει ψυχή, τέλος πάντων κάτι να δίνει…

Και να μείνουν και πέντε τραγούδια στην ιστορία…

Ακριβώς.

Παρατήρησα και μου άρεσε ιδιαίτερα πως εδώ στην Καισαριανή που βρισκόμαστε, αλλά και στην Κοκκινιά που έτυχε να είμαι χθες το βράδυ, υπάρχει η «αίσθηση» της γειτονιάς… Διαπιστώνω με χαρά πως στην Αθήνα υπάρχουν ακόμα γειτονιές με την καρέκλα στο πεζοδρόμιο, τις ψησταριές στις αυλές κλπ. Και στην πόλη μου την Καλαμαριά κάπως έτσι είναι ακόμα…

Καμιά φορά μπορεί, αλλά τα γκρεμίζουνε όλα… Άστα… Μπορεί να ισχύει ακόμα, ίσως να δεις κανένα σπιτάκι να ‘χει ξεμείνει, καμιά αυλίτσα… Ωραία πράγματα δεν είναι αυτά; Τι ωραία πράγματα!

Και στο χώρο σου που μπήκα σήμερα, με τα παλιά έπιπλα, το γραμμόφωνο κι όλα αυτά, μεταφέρθηκα νοερά στα 1950 - 1960…

Τυχερός είμαι, αφού υπάρχει αυτό το σπιτάκι εδώ… Εδώ είναι όλα τα λεφτά του κόσμου… Ναι ρε, τι θα τα κάνεις; Άντε και τα κονόμησες τώρα και πήρες κανένα πακέτο και πήγες και πήρες ένα κτήμα κάπου, ένα σπίτι με πολλά τετραγωνικά, έκανες κι ένα υπόγειο κι ένα γυμναστήριο και δεν θα ’χεις πού να πας να κάτσεις… Μακριά από μένα… Όσο τη βρίσκω εδώ μέσα, δεν τη βρίσκω πουθενά αλλού, έχω άδικο;

Μαζί σου… Συμφωνώ απόλυτα…

Τι θα κάνεις, σε ρωτάω… Άντε και θα ’μπαινες σ’ ένα σπίτι, θα είχες κάνει και το studio, θα είχες το ένα θα είχες το άλλο… Εντάξει, καλά είναι, υγεία να ‘χουμε, μια χαρά είμαστε…

Υ.Γ: Στις 29 Σεπτεμβρίου 2012 και στις 23 Απριλίου 2016 ο Βαγγέλης Κορακάκης ήταν καλεσμένος της εκπομπής «Εγώ, δεν έχω βγάλει το… ωδείο» που επιμελείται και παρουσιάζει ο υπογράφων στο Εθελοντικό Ραδιόφωνο του Δήμου Θεσσαλονίκης (100,6 Fm). Στα video που ακολουθούν, μπορείτε να ακούσετε τις δυο εκπομπές.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!