Παυλίνα Βουλγαράκη: «Μόνο στα live μπορώ να δείξω τι είμαι»

(VIDEO & PHOTOS) Θυμάμαι να της μιλάω στο τηλέφωνο λίγο πριν την κυκλοφορία του πρώτου της δίσκου, χωρίς να τη γνωρίζω.
Θυμάμαι να αντιμετωπίζω μια υποχρεωτική «αποχή» από το τρέξιμο και μια ερωτική απογοήτευση με ατελείωτο περπάτημα στους δρόμους και τους «Λαβυρίνθους» της στα αυτιά, στο repeat. Θυμάμαι να την συναντώ αναπάντεχα σε live, σεμινάρια και λοιπές δράσεις σχετιζόμενες με τη μουσική και το τραγούδι και να εκπλήσσομαι ευχάριστα. Θυμάμαι να εντυπωσιάζομαι με το τραγούδι (της) που μοιράζεται ερμηνευτικά με τον Ψαραντώνη. Θυμάμαι να βγάζω συμπεράσματα βιαστικά, αλλά όχι τελειωτικά.

Τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές, θυμάμαι και την εικόνα που είχα για την Παυλίνα Βουλγαράκη πριν την συναντήσω και κάνουμε τη συνέντευξη που θα διαβάσετε παρακάτω.

Για μένα, ένα πράγμα είναι σημαντικό να έχουμε όλοι στο μυαλό μας: η σημερινή εποχή, η εποχή της εικόνας, της ταχύτητας και της παραπληροφόρησης, συχνά - πυκνά, μας οδηγεί σε εσφαλμένες εντυπώσεις. Οπότε, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να να μην κρίνουμε ίνα μην κριθούμε. Και να ψάχνουμε πάντοτε κάτω από την επιφάνεια της «θάλασσας», στο βυθό.

Για μένα, η συνάντηση με την Παυλίνα ήταν αποκαλυπτική. Και περιμένω με ανυπομονησία τα δυο της live στα τέλη Μάρτη στο Σταυρό του Νότου. Για ένα «μακροβούτι».

Θυμάσαι πότε συνειδητοποίησες για πρώτη φορά πως θες να γίνεις τραγουδοποιός/τραγουδίστρια;
Δεν θυμάμαι τον εαυτό μου να θέλει αυτό. Δεν ήμουν στη χορωδία του σχολείου, δεν έκανα κάποιο μουσικό όργανο σαν παιδάκι, δεν υπήρχε αυτό στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Αυτό μου το έφερε εντελώς τυχαία η καθημερινότητά μου, μια απλή μέρα, και το ακολούθησα. Είχα ξεκινήσει κάποια μαθήματα ορθοφωνίας και φωνητικής για αδιευκρίνιστους λόγους με την Κατερίνα Παπακωνσταντίνου...

Ωραίο αυτό το «αδιευκρίνιστους λόγους».

Ναι, δεν ήξερα, δεν ήταν στοχευμένο. Έτυχε εκείνη την περίοδο να θέλω να αλλάξω τη ζωή μου. Σπούδαζα τότε ψυχολογία, ήμουν πολύ συνεπής φοιτήτρια στο Πάντειον. Ήμουν, λοιπόν, στο Νέο Κόσμο για καφέ και με πήρε τηλέφωνο η δασκάλα μου και μου λέει: έχει οντισιόν στο Σταυρό του Νότου, πήγαινε. Εγώ δεν είχα ξαναπάει στο Σταυρό του Νότου, δεν ήξερα για τι έχει οντισιόν. Ήμουνα με τις φίλες μου και πήγαμε όλες μαζί. Τραγουδήσαμε όλες. Και με πήρανε. Αυτό εγώ δεν το φανταζόμουν.
untitled 3
Για τη House Band ήταν αυτή η οντισιόν.

Ναι. Αλλά δεν το είχα σκεφτεί ούτε ένα δευτερόλεπτο πριν μπω μέσα. Είχε εκατό άτομα μέσα. Οπότε, δεν υπήρχε η στιγμή που εγώ να σκέφτηκα ότι θα κάνω αυτό. Μια μέρα συνέβη και το ακολούθησα.

Ποια ήταν αυτή η μέρα;

Εννοείς, ημερομηνία;

Ό,τι θες να μου πεις για αυτή τη μέρα. Ό,τι σου έρχεται στο μυαλό.

Γενικώς δεν θυμάμαι. Δεν έχω δίσκους μου, δεν έχω αφίσες, δεν θυμάμαι τίποτα. Ούτε λάπτοπ δεν έχω. Αυτή ήτανε μια μέρα καλοκαιρινή, προς τα τέλη Αυγούστου, που εγώ είχα αποφασίσει ότι θέλω να αλλάξω κάποια πράγματα στο χαρακτήρα μου και να βελτιωθώ σε προσωπικό επίπεδο, σε πράγματα που πια θεωρώ ότι έχω βελτιώσει. Ήμουν τότε, λοιπόν, πολύ έτοιμη να δεχτώ οποιοδήποτε σημάδι από το σύμπαν, το οποίο θα με έκανε να δεχτώ οποιαδήποτε αλλαγή. Και έτυχε αυτό.

Τι σε είχε κάνει να είσαι αυτή που ήσουν πριν από εκείνο το καλοκαίρι και τι σε έκανε να θες να αλλάξεις;

Νομίζω ότι ήμουν πάρα πολύ «σε κουτάκια». Ήμουν πάρα πολύ αυστηρή και με μένα και με τους υπόλοιπους, πολύ αυταρχική και κάπως αυτό έπρεπε να αλλάξει γιατί έκανα κακό και σε μένα και στους γύρω μου. Κι ήμουν και πολύ στερεοτυπική. Τώρα, εν τω μεταξύ, δεν έχω καμία σχέση.

Αυτά σε ποια ηλικία σου συμβαίνουν; Δηλαδή, όταν συνειδητοποιείς ότι θες να αλλάξεις το «έργο», πριν ακόμα ξεκινήσεις να το αλλάζεις, πόσο χρονών ήσουν;

Αυτές τις συνειδητοποιήσεις ξεκίνησα να τις κάνω στα 18 μου. Στη House Band πήγα στα 22 μου.

Μάλιστα. Και ξεκινάς με τη House Band.

Ναι. Κοίτα, ο λόγος που είχα ξεκινήσει να κάνω ορθοφωνία είχε την εξής αφορμή: είχε γίνει ένα αφιέρωμα στο Θάνο Μικρούτσικο στο Λαύριο και ο αδερφός μου έπαιζε κιθάρα. Καθώς, λοιπόν, ο καθηγητής του στην κιθάρα με άκουγε που σιγοτραγουδούσα, μου λέει: «κάνουμε ένα αφιέρωμα το Σάββατο. Θέλεις να έρθεις να τραγουδήσεις την Ελένη του Θάνου Μικρούτσικου (σ.σ. στίχοι: Μπάμπης Τσικληρόπουλος), το ξέρεις;» Μου φάνηκε τόσο ακίνδυνο αυτό. Δεν ήξερα καν αν είχα καλή φωνή. Σκέφτηκα ότι για να μου το ζητάει, κάποιο λόγο θα έχει. Και πήγα. Και ήταν και ο Θάνος Μικρούτσικος στην παράσταση. Μου είχε πει τότε ότι είναι χρέος μου να ασχοληθώ με αυτό το πράγμα. Παρότι τον σέβομαι υπερβολικά, επειδή μέχρι τότε δεν το είχα ξανασκεφτεί, δεν έδωσα τη βάση που έπρεπε, αλλά ξεκίνησα να κάνω κάτι μαθηματάκια χωρίς λόγο. Μάλλον έτσι άρχισε υποσυνείδητα να δουλεύει.

Πόσο καιρό τραγούδησες στη House Band;

Δυο χρόνια.

Σε αυτά τα δύο χρόνια, ή και νωρίτερα, είχες σκεφτεί να γράψεις κάτι δικό σου; Έγραφες -ίσως- πριν τίποτα στίχους;

Ναι. Κρατάω ημερολόγιο από έξι ετών, από όταν ξεκίνησα να γράφω δηλαδή. Γράφω σκέψεις. Τα έχω σκόρπια αλλά τα βρίσκω. Πάντα έγραφα -δεν θέλω να τα πω ποιήματα- με μια δομή ακατάστατη. Χωρίς να έχουν ομοιοκαταληξίες, αλλά χωρίς να είναι και πεζά κείμενα. Έγραφα σκέψεις σαν ποιήματα. Όταν άρχισα να ασχολούμαι με τη μουσική επαγγελματικά στη House Band, κι επειδή δεν ήξερα κανέναν από το χώρο και δεν είχα κάνει τις συνεργασίες που έχω κάνει τώρα, σκέφτηκα να τα βάλω σε μια σειρά γιατί αυτός θα ήταν ο πιο εύκολος τρόπος. Είχα ήδη αρκετό υλικό και μου φαινόταν εύκολο να προσπαθήσω να τους δώσω μια μορφή. Στην πορεία έκανα και ένα φίλο, το Σταμάτη Μορφωνιό, που μου έδωσε κι εκείνος δυο τραγούδια στον πρώτο μου δίσκο.

Βάζοντας τα ποιήματά σου σε σειρά και δίνοντάς τους ομοιοκαταληξίες, είχες λόγια. Πώς αυτά έγιναν τραγούδια; Πώς τα μελοποίησες;

Άρχισα να κοιτάω τα ακόρντα στο πιάνο.
untitled 4
Χωρίς να έχεις κάνει μαθήματα ωστόσο;

Χωρίς να έχω κάνει μαθήματα. Άρχισα να φαντάζομαι τις μελωδίες. Τις σιγοτραγουδούσα και σε φίλους μου μουσικούς και με βοηθούσαν υποδεικνύοντάς μου τα σωστά ακόρντα. Κάποια ήταν και εντελώς γυμνά. Τώρα πια, μπορώ να εναρμονίσω μια μελωδία, τότε δεν μπορούσα. Οπότε, σιγά - σιγά με τη βοήθεια φίλων μουσικών έγινε.

Φτάνει λοιπόν με αυτό τον τρόπο μια στιγμή και στα χέρια σου έχεις ένα υλικό δικό σου. Και αποφασίζεις να το κυκλοφορήσεις. Με ποιο τρόπο το έκανες; Ξεκίνησες να λες δικά σου τραγούδια στα live, ας πούμε;

Επειδή τραγουδούσα στη House Band, δεν μπορούσα να λέω δικά μου τραγούδια. Τραγουδούσα εκεί και σε ένα σχήμα που είχαμε με ένα φίλο και τραγουδούσαμε σε καφέ - μπαρ σε όλη την Ελλάδα. Δεν είχαμε κάποιο όνομα μπάντας. Ούτε εκεί δεν έλεγα δικά μου. Ντρεπόμουνα πάρα πολύ. Ακόμα ντρέπομαι αν το πιστεύεις. Τώρα πια έχω αρχίσει να παίζω και δικά μου επειδή μου τα ζητάει ο κόσμος. Και να σκεφτείς, τα δικά μου γουστάρω να λέω στην πραγματικότητα.

Λογικό. Διαφορετικά, γιατί να γράφεις;

Δεν στο λέω από ταπεινότητα ότι δεν τα παίζω. Δεν τα παίζω πιο πολύ επειδή κωλώνω. Ενώ αυτά θέλω να λέω. Οπότε, δεν τα έλεγα ούτε τότε, στις αρχές. Είχα μαζέψει ένα υλικό και έτυχε να με ακούσει κάποιος από την Cobalt σε ένα μαγαζί που με ανεβάσανε τυχαία. Την άλλη μέρα με βρήκανε και με ρώτησαν αν έχω υλικό για να βγάλουμε δίσκο. Αυτό.

Πρώτο στούντιο; Πώς ήταν αυτή η εμπειρία;

Δεν ήξερα τι μου γινότανε, δεν είχα καμία ενσυνείδηση. Απλώς πήγαινα και τραγουδούσα. Ήμουν με το Δημήτρη και τον Αντώνη Παπαβομβολάκη, κάναμε μαζί τον πρώτο δίσκο. Εκείνοι κάνανε ό,τι πιστεύανε κι εγώ δεν είχα καν γνώμη. Δεν είναι ότι δεν μου επιτρέπαν, μην παρεξηγηθώ. Απλώς δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμα αυτό που συνέβαινε. Υπάρχει όμως μεγάλη διαφορά σε μερικά τραγούδια του δίσκου και αυτή οφείλεται στο Μπάμπη το Στόκα, με τον οποίο είχα αρχίσει τότε να συνεργάζομαι. Υπάρχει, λοιπόν, μεγάλη διαφορά μεταξύ των τραγουδιών που είχε έρθει ο Μπάμπης στο στούντιο, με εκείνα που δεν είχε έρθει. Με την παρουσία του νομίζω ότι είχα μεγάλη αλλαγή στη φωνή, παρότι τα τραγούδια γράφονταν την ίδια περίοδο. Είχα κάποιον να με κατευθύνει. Με τα άλλα παιδιά απλώς παίζαμε στο στούντιο, σα μικρά παιδιά, δεν ξέραμε τι κάναμε.

Θυμάσαι ποιο είναι το πρώτο δικό σου τραγούδι που είπες live; Που το είπες και ποιο ήταν αυτό;

Δεν θυμάμαι, όχι.

Θυμάσαι, όμως, την πρώτη φορά που άκουσες τον εαυτό σου στο ραδιόφωνο;

Ναι. Αυτό ήταν το «Εδώ» και ήμουν στο Παγκράτι, ξημερώματα. Αυτό το τραγούδι δεν το παίζω στα live και τις προάλλες στην Πάτρα κάτι παιδιά με «μαλώσανε».

Αυτό είναι το πρώτο single του πρώτου δίσκου, σωστά;

Ναι, και δεν το έχω παίξει ποτέ live.

Αν το ακούσει οποιοδήποτε στέλεχος της μουσικής βιομηχανίας, θα ενθουσιαστεί (γέλια)!

Το inside joke με τη μπάντα μου, που το είχε βγάλει ο ενορχηστρωτής μας, ο Κωστής Βήχος, είναι ότι θα πρέπει κάποτε να κυκλοφορήσω ένα βιβλίο με τον τίτλο: «50 τρόποι για να καταστρέψετε την καριέρα σας».

Ε, αυτός θα είναι ένας από τους πενήντα (γέλια).

Οπότε, θυμάμαι: ήμουν στο Παγκράτι, ξημερώματα, και ξαφνικά στο ραδιόφωνο του αυτοκινήτου άκουσα το «Εδώ». Δεν ξέρω αν ήδη υπήρχε η πρώτη ακρόαση και κάπως το είχαν οργανώσει από την εταιρεία, δεν το είχα παρακολουθήσει, δεν το ήξερα, οπότε εγώ το άκουσα τυχαία και έπαθα συγκοπή.

Σκέφτομαι ότι πολύ συχνά οι καλλιτέχνες, απαντώντας σε αυτή την ερώτηση, λένε ότι το άκουσαν στο αυτοκίνητο. Και σκέφτομαι: θα έχουμε κανένα δυστύχημα με αυτό το πράγμα (γέλια). Νέοι άνθρωποι κιόλας. Να το πούμε αυτό. Φίλε παραγωγέ, πριν βάλεις το πρώτο τραγούδι ενός νέου ανθρώπου, προειδοποίησέ τον! (γέλια). Του στυλ: «Παυλίνα, βγάλε αλάρμ και σταμάτα λίγο στα δεξιά του δρόμου να το ακούσεις».

Ευτυχώς, εγώ δεν έχω εκρήξεις ως χαρακτήρας, οπότε δεν κινδύνεψε κανείς.

Και πάμε τώρα σε ένα μεγάλο κεφάλαιο και υποθέτω και σε μια ξεχωριστή δική σου στιγμή: Ψαραντώνης. Πως προέκυψε;

Βγήκε ο πρώτος δίσκος και μετά δεν είχα τραγούδια για δυο χρόνια. Τίποτα. Δεν υπήρχε κάτι που να με αντιπροσωπεύει. Συνέχεια γράφω, αλλά πολλά από αυτά τα θεωρώ επικές βλακείες και πιστεύω ότι έχω την αντίληψη να κρίνω. Κάποια στιγμή, λοιπόν, έχω γράψει αυτό το τραγούδι, το «Φέρ’τα μου όλα πίσω», που ο κανονικός του τίτλος είναι «Γιατί να σ’ αγαπήσω», αλλά το αλλάξανε από την εταιρεία. Όπως, λοιπόν, ξεκινάω να το ψιλοπαίζω και να το ψιλοτραγουδάω, καταλαβαίνω ότι δε μου φτάνει η φωνή μου. Οι στίχοι, αν τους παρατηρήσεις, περιγράφουν έναν άνθρωπο που θέλει να φύγει από μια κατάσταση και είναι ζήτημα ζωής και θανάτου. Και είναι πραγματικά ζήτημα ζωής και θανάτου. Και δε μου έφτανε η φωνή μου. Τυχαίνει, λοιπόν, την ίδια περίοδο να είμαι σε ένα μπαράκι στα Χανιά και να παίζει ο Ψαραντώνης με δυο ακόμα μουσικούς τον Ερωτόκριτο ολόκληρο και, όπως ακούω τη φωνή του, καταλαβαίνω ότι είναι η φωνή που ψάχνω. Του κάνω την πρόταση, λέμε ότι θα μιλήσουμε. Ξαναπηγαίνω σε ένα live του, του ξανακάνω την πρόταση, ξαναλέμε ότι θα μιλήσουμε, πάω τον βρίσκω στην Κρήτη εκεί που πίνει καφέ -stalker κανονική εγώ (γέλια)- μέσω φίλων και γνωστών, μου λέει θα μιλήσουμε. Πάρα πολλές φορές τον προσέγγισα. Δε με ενδιέφερε καθόλου το τραγούδι αν δεν περιείχε και τη φωνή του. Το ήθελα ή έτσι ή καθόλου. Έχουν περάσει πια έξι μήνες και από την εταιρεία μου λένε ότι τους αρέσει και θα το βγάλουμε με τη φωνή σου μόνο. Την ίδια μέρα ή την προηγούμενη -δεν θυμάμαι- βρήκα κάποιες αναπάντητες από έναν αριθμό που δεν τον ήξερα. Κι επειδή έχω ένα κοινωνικό άγχος, δεν παίρνω ποτέ πίσω. Με πανικοβάλει η ιδέα ότι έχω κάνει κάποιο λάθος. Έχω ενοχικά σύνδρομα. Σκέφτομαι ότι κάποιος με ψάχνει, κάτι του έχω κάνει. Τότε είπα ότι θα πάρω πίσω σε αυτό τον αριθμό. Και ήταν ο Ψαραντώνης που άκουσε τότε τελικά το κομμάτι και ερχόταν στην Αθήνα για τον Ερωτόκριτο στο θέατρο Βράχων. Με ρώτησε αν ήθελα να το κάνουμε κατά το διάστημα της παραμονής του εδώ. Έτσι, ήρθε και το κάναμε.

Σε όλο αυτό που συζητάμε εμφανίζεται η δισκογραφική σου εταιρεία να παίζει σημαντικό ρόλο στις αποφάσεις. Η δισκογραφική σου εταιρεία άλλαξε τον τίτλο του τραγουδιού. Η δισκογραφική σου εταιρεία αποφάσισε να το κυκλοφορήσει με τη δική σου φωνή μόνο. Προφανώς, μια σχέση συνεργασίας, που στη μια της πλευρά υπάρχει ο χρηματοδότης, είναι μια διαρκής διαπραγμάτευση. Πόσα πράγματα όμως καταφέρνεις τελικά να κάνεις όπως ακριβώς τα θες;

Εφόσον μπήκα στη διαδικασία του να ανήκω σε μια δισκογραφική εταιρεία και αυτή είναι μια σχέση στην οποία δίνω και από την οποία παίρνω, δέχομαι ότι θα γίνουν κάποιοι συμβιβασμοί. Απλώς προσωπικά είμαι πολύ τυχερή γιατί ποτέ δε μου έχουν ζητήσει κάτι που να είναι εντελώς αντίθετο από αυτό που θέλω. Για μένα, ένας τίτλος δεν είναι κάτι σοβαρό. Για έναν άλλο καλλιτέχνη μπορεί να είναι κάτι πολύ σπουδαίο. Εμένα δε με ενδιαφέρει και πάρα πολύ. Εμένα με ενδιαφέρει να καταλάβει τι λέω αυτός που θα το ακούσει. Ή να βρει κάτι από τον εαυτό του μέσα σε αυτά που λέω. Αν πρέπει το κομμάτι να βγει Σεπτέμβριο ή αν είναι πιο έξυπνο να βγει Νοέμβριο, δε μου καίγεται καρφί γιατί είναι τέτοιος ο χαρακτήρας μου. Οπότε σε αυτά που κι εγώ θα χρειαστεί να συμβιβαστώ, είμαι ΟΚ. Δεν θα μου πούνε ποτέ ντύσου έτσι ή κάνε αυτό ή αδυνάτισε, με τίποτα. Τώρα το αν πρέπει να ανήκεις σε μια δισκογραφική εταιρεία είναι μια άλλη ιστορία βαθύτερη.

Υπάρχει το «αν πρέπει», αλλά υπάρχει και το «αν μπορείς». Άσχετα με το αν πρέπει ή δεν πρέπει. Αυτό είναι το μεγάλο διακύβευμα του παρόντος. Και ειδικά της γενιάς σας. Υπάρχει κόσμος που δεν μπορεί να είναι.

Απλώς εγώ εκτιμώ και τις ανεξάρτητες δουλειές στην Ελλάδα. Την ανεξάρτητη σκηνή και τη στηρίζω σαν ακροατής. Εκτιμώ αυτό το δρόμο, τον ανεξάρτητο, πάρα πολύ.

Εμένα μου είχε κάνει εντύπωση, τόσο η παρουσία σου σε εκείνες τις Ακροάσεις του Παληού Καιρού που κάναμε πέρυσι, αλλά και η αναφορά σου στους δίσκους βινυλίου. Πρόλαβες τους δίσκους;
Πιτσιρίκι, ναι, στο δημοτικό. Το είχα προλάβει.

Και αγόραζες δίσκους; Ήταν κάτι που σου άρεσε ή χρησιμοποιούσες τους δίσκους των γονιών σου;

Ναι, αυτό. Έπαιρνα της μαμάς και του μπαμπά. Θυμάμαι να αγοράζω ένα δίσκο των Coldplay τότε που πήγαινα στο Λύκειο. Αυτό το θυμάμαι πολύ χαρακτηριστικά γιατί ήμουν πολύ ενθουσιασμένη. Καλά, στο δημοτικό, άκουγα πολύ Spice Girls, Britney Spears κλπ. Ναι, το θυμάμαι.

Θυμάσαι εκείνη την κομματάρα των Spice Girls, το Viva Forever, με εκείνο το φοβερό «μπάσιμο» των εγχόρδων; Τι παραγωγή...

Ναι, το θυμάμαι. Μην τα ισοπεδώνουμε όλα, ναι.

Μα η pop είναι σοβαρό πράγμα. Δεν είναι αστείο.

Συμφωνούμε.

Μίλησέ μου λίγο για τα live σου. Όσοι έχουν παραβρεθεί σε κάποιο από αυτά μιλάνε για μεγάλη έκπληξη, αλλά και αντίθεση με αυτά που θα περίμενε κανείς να ακούσει.

Κάνουμε ενορχηστρώσεις dark, electro, είναι αλήθεια. Παίζουμε πολύ διαφορετικά από τους δίσκους. Είναι όλο μια βαβούρα. Οι μεγαλύτεροι άνθρωποι «βελάζουνε» και φεύγουνε. Τα πιτσιρίκια, όμως, καταλαβαίνουν τι κάνουμε. Έρχονται στο καμαρίνι μετά και δε μου ζητάνε να βγούμε φωτογραφία, ενώ θέλουνε. Δηλαδή, επικοινωνούμε. Με «πιάνουν», το καταλαβαίνεις; Μόνο στα live μπορώ να δείξω τι είμαι. Δεν έχω άλλο τρόπο.

Ετοιμάζεις κάποιο live τώρα;

Μόλις κάναμε έξι εμφανίσεις, τέσσερις στο Σταυρό του Νότου και δύο στο Κρεμλίνο. Περάσαμε πάρα πολύ καλά ενεργειακά, άσχετα με το αν είχε ή δεν είχε πολύ κόσμο. Έχουμε κάνει μπαντάρα.

Ποιοι είναι οι μουσικοί της μπάντας;

Είναι ο Κωστής Βήχος, μπάσο, εξαιρετικός. Ο Μιχάλης Βρέττας βιολί. Ο Γιώργος Κουρέλης, πιάνο, ο Γιώργος Καρδιανός, κιθάρα και ο Αλέξης Σταυρόπουλος, τύμπανα.

Και τι ακριβώς κάνετε;

Παίρνουμε τα κομμάτια και τους «αλλάζουμε τα φώτα». Πρέπει να έρθεις να το δεις.

Πότε θα παίξετε πάλι;

Θα κάνουμε τις δύο τελευταίες Πέμπτες του Μαρτίου στο Σταυρό του Νότου. Τώρα κάνουμε επαρχία. Αλλά ξέρεις τι είδα; Τώρα πήγαμε στην Πάτρα σε ένα θέατρο. Κι εμείς δεν πάμε «κάπως». Πάμε όπως είμαστε, με τα σταράκια μας, χαλαροί. Το θέατρο, λοιπόν, χώραγε 150 άτομα και έξι εμείς, εκατόν πενήντα έξι. Και είμασταν όλοι «εκεί». Παίζουμε την «Ταμπακέρα» κι από «πίσω» γίνεται Portishead το πράγμα. Παραμορφώνουμε φωνές, παραμορφώνουμε όργανα και βλέπεις ότι κόσμος είναι τόσο «ανοιχτός» στο να ακούσει καινούργια πράγματα. Κάτι διαφορετικό.

Αυτό είναι και το μεγάλο ζήτημα για τη μουσική, όπως το αντιλαμβάνομαι εγώ. Στις μέρες μας ο κόσμος δεν ακούει τη μουσική κατ’ αποκλειστικότητα. Την ακούει κάνοντας και κάτι άλλο ταυτόχρονα. Μοιραία, δεν την προσέχει και είναι και «αφιλόξενος» στα ξένα, στα παράξενα και στα άγνωστα ακούσματα. Αναζητούν κάτι που έχουν ξανακούσει. Κάτι γνώριμο που θα τους επιτρέπει να ασχοληθούν με την παράλληλη δραστηριότητα που έχουν επιλέξει. Για μένα, πάντως, είναι μεγάλη ασέβεια για τη μουσική το να μην την προσέχεις. Το να μην την ακούς προσηλωμένος.

Όχι μόνο συμφωνώ. Και όλοι όσοι θαυμάζω, κι ο Αλκίνοος κι ο Παυλίδης, και ο τελευταίος δίσκος του Αγγελάκα είναι αυτό το πράγμα. Και τώρα στο δικό μου δίσκο που έκανε ενορχήστρωση ο Λάμπης Κουντουρόγιαννης, τα πάντα είναι ο ήχος, η μουσική. Εγώ στα live μου δεν κάνω πρόζα. Δεν θα πω ούτε «γεια σας». Και αυτό τα καθιστά δύσκολα για έναν ακροατή. Όχι από αγένεια. Ξεκινάμε και παίζουμε και αυτό κάποια στιγμή τελειώνει. Δεν υπάρχει αστειάκι, επικοινωνία. Δεν μπορώ να το υποστηρίξω. Θα είμαι γελοία αν το κάνω. Είναι ψεύτικο. Δεν βγαίνει.

Ο Παπάζογλου, στα live, έτσι ήταν. Έλεγε μια καλησπέρα και μια καληνύχτα. Και τον καταλάβαινες ότι δεν το κάνει από σνομπισμό. Ντρεπόταν.

Κι εγώ. Που δεν είμαι, βέβαια, ο Παπάζογλου. Αλλά κι εγώ ντρέπομαι.

Τι θες να πετύχεις με τη μουσική; Είσαι ευτυχισμένη με αυτό που κάνεις; Ποιο είναι το ιδανικό σενάριο εξέλιξης για σένα;

Ξέρω πάρα πολύ καλά τι θέλω να κάνω και το κατάλαβα κάνοντας το δεύτερο δίσκο. Θέλω τη μουσική που ακούω, τις ενορχηστρώσεις που ακούω (π.χ. Tricky που τον λατρεύω), τις ενορχηστρώσεις που θαυμάζω, να μη φοβάμαι να τις πλησιάζω με την ποίηση που εγώ καταλαβαίνω και γράφω. Αυτό θέλω. Να μην πω, δηλαδή, ότι αυτό θέλει ξένο στίχο. Όχι. Εγώ ελληνικά γράφω.

Αυτό είναι ένα περίεργο στεγανό, ούτως ή άλλως, που προσωπικά δεν το καταλαβαίνω.

Αυτό. Ο απόλυτός μου στόχος είναι να γράφω αυτά που μου αρέσουν. Τα νοήματα που μεταφέρονται να είναι αυτά που εγώ θεωρώ σωστά. Για παράδειγμα, τις μικρότητες έχω απόφασίζει πως δεν θα τις βάζω, ενώ παλιά τις έβαζα. Στο προηγούμενο live ήρθε μια κοπέλα που είχε κάνει τατουάζ ένα στίχο μου. Κι έπαθα σοκ. Γιατί σκέφτηκα ότι θα μπορούσα να επικοινωνούσα μέσα στο τραγούδι τις χειρότερες στιγμές του εαυτού μου ή απαράδεκτα νοήματα. Γιατί αποδέχομαι τις σκοτεινές μου πλευρές. Κατάλαβα, έτσι, ότι φέρω μια ευθύνη εφόσον αποδέχομαι τη δημοσιοποίηση των τραγουδιών μου. Οπότε, θέλω να μεταφέρω τα νοήματα που εγώ θεωρώ σωστά, όχι τα αντικειμενικά σωστά, με τον τρόπο που μου αρέσει και με τη μουσική που μου αρέσει να ακούω. Αυτός είναι ένας στόχος για μένα. Αν καταφέρω με τα χρόνια να αποδεσμευτώ από διάφορα στεγανά κι από τα «πρέπει» κι από τα «δεν πρέπει» και να μπορώ να λειτουργώ εντελώς εναλλακτικά, underground, στο ωραίο σκοτάδι, αυτός είναι για μένα ένας στόχος. Να βρω μια αποθήκη, industrial, να είναι όλα στημένα και τα φώτα και να ξεκινάμε να παίζουμε, όπως οι μπάντες που βλέπουμε στο εξωτερικό, αυτός για μένα είναι ο απόλυτος στόχος.

Άρα, να μην περιμένουμε να σε ξαναδούμε σε σχήματα όπως εκείνο με τον Γιάννη Κότσιρα και το Λαυρέντη Μαχαιρίτσα;

Θα σου πω. Εγώ επέλεξα κάποια στιγμή τι θα ακούω, αλλά μεγάλωσα με Μαχαιρίτσα, Στόκα και Πυξ Λαξ. Αυτά ήταν τα ακούσματά μου και στο σχολείο και στο σπίτι. Υπάρχει ένας τεράστιος παράγοντας για μένα, ο συναισθηματικός. Δηλαδή, εφόσον πω για έναν άνθρωπο ότι τον αγαπώ και συνδέομαι μαζί του, αυτό είναι σημαντικό. Γιατί, άνθρωποι θα κάνουν μουσική πάντοτε και πιθανότατα πολύ καλύτερη από αυτή που θέλω να κάνω εγώ, ακόμα και αν την καταφέρω τελικά. Αλλά είναι πολύ δύσκολο να συνδεθείς με έναν άνθρωπο. Και με το Λαυρέντη Μαχαιρίτσα έχω συνδεθεί, τον αγαπάω σαν οικογένειά μου. Μόνος του μου είπε, λοιπόν: «κάνεις κάτι άλλο, δεν έχεις δουλειά εδώ». Δηλαδή, καλλιεργώ τέτοιες σχέσεις. Σχέσεις αλληλοκατανόησης. Εκείνος με σταμάτησε. Δεν τον σταμάτησα εγώ. Κάναμε μαζί δυο χρόνια. Στα δικά μου live «τα ‘σπαγα» με τον τρόπο που εγώ καταλαβαίνω -επιμένω σε αυτό γιατί τίποτα δεν είναι αντικειμενικό- και κάποια στιγμή ερχότανε ο Μαχαιρίτσας και μου έλεγε ότι, εφόσον κάνω κάτι άλλο, πρέπει να απελευθερωθώ και να το κάνω. Αυτό. Δηλαδή, εγώ, συναισθηματικά μπορεί να έπεφτα στην παγίδα.
untitled 8
Τελευταία ερώτηση: πόσο σημαντική είναι η συμπόρευση έργου και ζωής ενός καλλιτέχνη; Μπορεί να έχεις μαγευτεί από το έργο ενός δημιουργού, αλλά γνωρίζοντάς τον να απογοητευθείς. Πόσο σημαντικό είναι, λοιπόν, να υποστηρίζει ένας καλλιτέχνης το έργο του με τον τρόπο ζωής του; Είναι θεμελιώδες ερώτημα (και αναπάντητο, αν και πολυαπαντημένο).

Αυτό με έχει προβληματίσει έντονα και μένα. Παλιά, αν θαύμαζα κάποιον και συνειδητοποιούσα ότι δε μου ταιριάζει ο τρόπος που υπάρχει, ξενέρωνα. Τον απέρριπτα. Μεγαλώνοντας τα διαχωρίζω. Μπορώ να συνεχίσω να εκτιμώ κάποιον καλλιτεχνικά και ως άνθρωπο να μην τον εκτιμώ. Πλέον μπορώ, έχω αυτό το μηχανισμό, τον έχω καλλιεργήσει. Συμβαίνει, όμως, και κάτι σχεδόν μεταφυσικό: όταν θαυμάζεις κάποιον, πάρε για παράδειγμα τον Ψαραντώνη, και τον γνωρίζεις και είναι τελικά ακόμα σπουδαιότερος από όσο μπορούσες ποτέ να κάνεις εικόνα. Εκεί για μένα σχεδόν θεοποιείται. Δηλαδή, εγώ τώρα ντρέπομαι να πάρω τηλέφωνο τον Ψαραντώνη και να του πω χρόνια πολλά ή να μάθω τι κάνει. Θέλω αλλά ντρέπομαι. Χάνω τα λόγια μου. Δεν μπορώ να το κάνω. Πάω σε live του, τον βλέπω και δεν πάω να τον συγχαρώ μετά γιατί ντρέπομαι. Αφότου τον γνώρισα δεν μπορώ να το διαχειριστώ.

Και εδώ συμβαίνει το άλλο, καθώς ζούμε την εποχή της εικόνας: είναι «σνομπ» η Βουλγαράκη που δεν πάει να χαιρετήσει τον Ψαραντώνη.

Αυτό το έχω βιώσει πολύ έντονα. Αλλά έχω ανθρώπους κοντά μου, όπως η μπάντα μου, που είναι οι μόνοι συμβουλάτορές μου και κανένας άλλος, και με έχουνε πείσει ότι αυτό που είμαστε, αυτό που είμαι, φαίνεται πάρα πολύ σε εκείνους που θέλουνε να το δούνε. Όποιος μπει στη διαδικασία, θα καταλάβει. Εννοείται ότι κι εγώ θέλω να βελτιωθώ σε πράγματα που δε μου αρέσουν στο χαρακτήρα μου, αλλά νομίζω ότι όποιος μπει στη διαδικασία να δει, καταλαβαίνει.

Μα το να βελτιωθείς, δεν σημαίνει ότι θα αλλάξεις. Απλώς κάποια πράγματα που έχεις εντοπίσει, σε αυτό που ήδη είσαι, να μη λειτουργούν σωστά σε σένα, θα τα προσαρμόσεις διαφορετικά. Σχετικά με αυτό το θέμα, σε μια συνέντευξη κάποτε ο Δημήτρης Αποστολάκης, μου είχε πει ότι δεν διαχωρίζονται έργο και ζωή του καλλιτέχνη. Αν είναι διαφορετικά, κάποιο από τα δύο είναι ψεύτικο.

Επειδή, όμως, μιλάμε και για μουσική -ευτυχώς ή δυστυχώς- μερικά ζητήματα είναι ξεκάθαρα ζητήματα αισθητικής. Μπορείς να εκτιμήσεις κάτι που ενορχήστρωσε κάποιος - γιατί για μένα και η ενορχήστρωση είναι τέχνη και το να παίζεις πολύ καλά μουσική και το να συνθέτεις, όλα αυτά - και να είναι ο ίδιος εξαιρετικά ταλαντούχος και καθόλου ΟΚ.

Παίζεις όσο συχνά θα ήθελες να παίζεις;

Όχι. Θα ήθελα να παίζω συχνότερα. Όχι κάθε μέρα, αλλά συχνότερα από ό,τι τώρα. Μου παίρνει τόση ενέργεια ένα live που μετά για δυο μέρες δεν μπορώ να ανταπεξέλθω σε τίποτα. Αυτό που σου έλεγα στην Πάτρα, για παράδειγμα, ήταν τόσο έντονο που τώρα έχω αρχίσει να συνέρχομαι. Αλλά θα ήθελα να παίζω πολύ περισσότερο, γιατί όσο πιο πολύ παίζω τόσο καλύτερη γίνομαι και σαν άνθρωπος. Απομακρύνομαι από το τι πρέπει να κάνω και έρχομαι πιο κοντά σε αυτό που θέλω να κάνω. Αυτό με βοηθάει στο να παραμένω αγνή στο βαθμό που μπορώ στις αντιδράσεις μου.

Βιοπορίζεσαι από τη μουσική, όμως; Ξέρεις, λένε, το επαγγελματίας σημαίνει να ζεις από αυτό που κάνεις.

Επειδή πολλά χρόνια έκανα φωνητικά σε άλλους και συμμετείχα σε live άλλων, μπόρεσα να «χτίσω» μια οικονομική βάση. Το Μάρτιο ήταν η πρώτη φορά που εμφανίστηκα μόνη μου και ήταν μια συνειδητή απόφαση. Αποφάσισα ότι τώρα είναι η στιγμή να δυσκολευτώ. Ευτυχώς, τώρα έχω κάποια χρήματα στην άκρη από τα live όλων αυτών των χρόνων και από την άλλη έχω το σπίτι μου και την οικογένειά μου που θα με στηρίξουνε. Και έχω απενοχοποιηθεί σε σχέση με αυτό, γιατί παλαιότερα είχα τρελές ενοχές και ψυχολογικά μπορεί και να έκανα πράγματα που δεν έπρεπε να κάνω και να μου έκαναν κακό. Πήρα λοιπόν μια συνειδητή απόφαση και είπα ότι θα επενδύσω χρόνο σε κάποια live από τα οποία θα αργήσω να πάρω κάτι - και αν είναι ποτέ να πάρω κάτι από αυτά για να βιοποριστώ, θα αργήσει να συμβεί. Αλλά ήταν συνειδητή απόφαση. Τόσα χρόνια είχα ένα πλέγμα ασφάλειας. Ήμουνα κομμάτι ενός γκρουπ, δεν είχα καμία πρωτοβουλία σε σχέση με αυτό που έκανα, πληρωνόμουνα πάρα πολύ καλά γιατί είχα και ένα μικρό όνομα στο χώρο και με «έπαιρνε» να ζητήσω και λίγα χρήματα παραπάνω (ως μέλος μπάντας, μην φαντάζεσαι τίποτα τρελό), αλλά αυτό πέρασε. Πλέον δεν είναι εύκολο, αλλά πιστεύω πολύ σε αυτό που κάνω. Θα δούμε.

Φωτογραφίες: Αγγελική Παπαϊωάννου

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!