Γιάννης Δρόλαπας - Δεν «πρόδωσε» ποτέ την ροκ για τα φράγκα

(VIDEO & PHOTOS) Αυτόφωτο ταλέντο. Προικισμένος κιθαρίστας με απεριόριστες δυνατότητες, στους δύο - τρεις καλύτερους που γεννήθηκαν σε αυτή τη χώρα.
Φωτογραφίες: Γιάννης Κανελλόπουλος.

Τον ανακάλυψε και τον ενθάρρυνε να παίξει σε κόσμο, ο Τζώνυ Βαβούρας - έφτιαξαν τους Vavoura Band, το 1976 και είναι ακόμη μαζί. Μεγάλωσε ακούγοντας μουσική από το ραδιόφωνο κι έπαιζε με δανεικές κιθάρες κι ενώ ή φήμη του είχε διαδοθεί σε όλη την Ελλάδα.

Αφοσιωμένος μουσικός, φιλοσοφημένο άτομο που τον ενδιαφέρει πάντα η εν γένει εξέλιξή του. Έμεινε πιστός στις ιδέες του και στα παιξίματα του και δεν «πρόδωσε» ποτέ την ροκ μουσική για τα φράγκα. Εγκεφαλικό και οργανωτικό άτομο, τόσο στη μουσική όσο και στις επιδόσεις του στο σχολείο, αλλά και στο Πανεπιστήμιο, όπου περνούσε χωρίς να μελετά, αλλά χρησιμοποιώντας το μυαλό του. Ιστορικό μέλος των Μουσικών Ταξιαρχιών στο πρώτο και καλύτερο δίσκο τους και την περίοδο 1981-83 που έκαναν πάταγο σε Skylab και Λήδρα στην Πλάκα!

Επίσης ιδρυτικό μέλος των Diesel του Λουκά Σιδερά που ήταν μαζί στο δρόμο επί μια 15ετία και μέλος των Αγάπανθος στο δίσκο τους «Επιστροφή στις Ρίζες» (1984). Το μεγάλο κεφάλαιο Γιάννης Δρόλαπας ανοίξαμε στο στούντιο του Τζώνυ Βαβούρα εκεί που όλα άρχισαν το 1975… Ένας ωραίος τύπος ανθρώπινος. Πάμε λοιπόν!
drolap3
Το ’17 σε τι φάση σε βρίσκει;
Είχα φτιάξει ένα βιβλίο πριν καμιά δεκαριά χρόνια, μέθοδος για κιθάρα, από το μηδέν μέχρι όλα όσα ξέρω. Βιβλίο για classic rock. Στην ουσία βιβλίο μουσικής με αφορμή ότι μαθαίνεις κιθάρα. Το είχα παρατήσει όμως. Πριν κανά - δυο χρόνια είπα να το φτιάξω σε ηλεκτρονική μορφή και αυτό δουλεύω τώρα. Στην πορεία αποφάσισα να το πουλήσω, όχι να το χαρίσω όπως ήταν η αρχική σκέψη. Κι αυτό γιατί μετά μια μικρή έρευνα είδα τι βιβλία πουλιούνται και μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι, άλλωστε όπως είναι γνωστό το τζάμπα δεν το εκτιμά κανένας.

Γενικότερα διαβάζεις;
Όχι ιδιαίτερα. Είχα κάνει ένα ντου στα 80ς. Όσες επιρροές έχω από κιθάρα, τόσες έχω και από το βιβλίο. Περισσότερο μ’ αρέσει να πειραματίζομαι και να ερευνώ. Και στην κιθάρα το ίδιο. Έχω βγάλει μόνο το Purple Haze, το All Along The Watchtower και το Villanova Junction Blues, όπως τα παίζει ο Hendrix.

Είσαι δηλαδή αυτοδίδακτος μουσικός;
Εννοείται. Και να ήθελα να πάω σε ωδείο, δεν υπήρχαν τότε. Η μόνη κιθάρα που μπορούσες να μάθεις κάπου ήταν η κλασική.

Πώς μπήκες στη φάση να γίνεις μουσικός;
Ο αδερφός μου ο Δρόσος φταίει εκ πρώτης όψεως. Τρία χρόνια μεγαλύτερος μου. Ξεκίνησε να παίζει κιθάρα κι εγώ έφτιαχνα φλάουτα από καλάμια, είχα -έχω ακόμα- λόξα με τους Jethro Tull. Είχε φέρει και μια σχολική φλογέρα σπίτι και την φύσαγα. Κάποια στιγμή έφερε μια δανεική Stratocaster κι ένα ενισχυτή με fuzz κι έπαιζε κάτι Sabbath που μόλις τ’ άκουσα πήγαν περίπατο τα καλάμια κι έπιασα την κιθάρα. Αρχές δεκαετίας’70.

Σε ποια γειτονιά συμβαίνουν αυτά;
Εδώ παραπάνω κάνα χιλιόμετρο από του στούντιο του Βαβούρα, Αγ. Παρασκευή. Τότε ήταν χωριό. Υπήρχαν μόνο καμιά δεκαριά πολυκατοικίες όλες - όλες. Η πρώτη χτίστηκε το ’67-’68. Το 1980 έκλεισε η στάνη του κυρ-Αποστόλη. Πέντε λεπτά από το σπίτι μου.

Τι παιδί ήσουν; Φαντάζομαι ήσουν πολύ καλός μαθητής…
Με τα χρόνια κατάλαβα πως γίνεται η δουλειά. Αν βγάλεις το καλό όνομα, όπως και το κακό όνομα, μετά σε συνοδεύει αυτό θες δε θες. Καλό όνομα έβγαλα. Όπως το είδα μετά είχα παραπάνω δυνατότητες, πνευματικές, από το μέσο όρο. Δεν ασχολιόμουν με το σχολείο. Τότε γράφαμε δυο φορές το χρόνο εξετάσεις. Φλεβάρη και Ιούνιο. Είχα προφορικά 13, έγραφα 18. Ένα - δυο χρόνια αυτό, μετά έβγαλα βρώμα ότι ήμουν καλός μαθητής. Σήκωνε ο καθηγητής το τούβλο, του έλεγε «δεν ξέρω» και του ‘βάζε 8, σήκωνε εμένα του ‘λεγα «δεν ξέρω» και μου ‘βάζε 16! Αλλά έγραφα καλά.

Σε απασχολούσε κάτι άλλο; Η μουσική;
Μουσική άκουγα από το ραδιόφωνο. Μπάλα έπαιζα, μπάσκετ, τέτοια πράγματα. Δραστηριότητες υπαίθριες...

Μπάλα;
Ε, όποιος δεν έπαιζε τότε, είχε πρόβλημα. Δεν υπήρχε κάτι άλλο να κάνεις. Παίζαμε μπάλα έξω από το σπίτι, στο χωματόδρομο. Σταματάγαμε αραιά και που να περάσει κάνα αυτοκίνητο…

Τέρμα τι βάζατε;
Ό,τι υπήρχε. Συνήθως δυο μεγάλες πέτρες. Όλες οι διαφωνίες ήταν στο ψηλό παιχνίδι, αν μέτραγε ή δεν μέτραγε το γκολ…

Η μουσική πότε μπαίνει στη ζωή σου;
Στα τέλη των 60ties όταν άρχισα να ακούω συνειδητά μουσική σε ηλικία 11-12 χρονών, εποχή που συνέπεσε με την έκρηξη των ερασιτεχνικών σταθμών. Στην Αγ. Παρασκευή είχε 6-7 σταθμούς, μεταξύ αυτών και του Τζώνυ Βαβούρα. Υπήρχαν και οι διαφημιστικές εκπομπές των εταιριών, κάτι ημίωρα που έβαζαν τις επιτυχίες τους, αλλά άκουγες τα πάντα από τους ερασιτέχνες.
drolap7
Δηλαδή είσαι παιδί του ραδιοφώνου… δεν είχατε πικάπ στο σπίτι;
Λίγοι είχαν τότε πικάπ. Σαν τα αυτοκίνητα, ένα δω ένα κει. Ένα 10% είχε σπίτι πικάπ. Ο παππούς μου, ο πατέρας της μάνας μου δηλαδή, που δεν τον πρόλαβα, ήταν λαουτιέρης. Έπαιζε σε πανηγύρια, γεωργός και μουσικός. Έτσι ήταν τότε όλοι οι μουσικοί στα χωριά.

Οι γονείς δεν ήταν Αθηναίοι;
Όχι, ήρθαν στην Αθήνα μετά τον πόλεμο. Ο πατέρας μου ήταν από την Αγ. Ευθυμία (ένα χωριό της Άμφισσας), η μητέρα μου από την Λαύκα στη Στυμφαλία κι εγώ γεννήθηκα στην Αγ. Παρασκευή. Ο πατέρας μου ήταν πηγαδάς. Άνοιγε πηγάδια με γκασμά στη δεκαετία του ’50, πριν έρθει η ΟΥΛΕΝ, η τότε ΕΥΔΑΠ. Δούλευε σ’ ένα εργολάβο και κατέβαινε στα 60 μέτρα με τον γκασμά. Μετά δούλευε νυχτοφύλακας ώσπου αρρώστησε και πήρε μια αναπηρική σύνταξη. Η μητέρα μου, οικιακά. Εύπορες οικογένειες ήταν λίγες τότε. Ένα 5%. Οι υπόλοιπες ήταν φτωχές έως πολύ φτωχές.

Είχες ποτέ μουσικά πόστερ στους τοίχους του δωματίου σου;
Το ’65 δεν υπήρχαν πόστερ. Όταν ήμουν 16 χρονών, το ’73 κι έπαιζα κιθάρα, υπήρχαν πόστερ. Όμως είχα μια έμφυτη άρνηση σε πρότυπα. Τότε ήμουν Sabbath-ικός όχι Hendrix-ικός. Άκουγα και Hendrix, αλλά πιο πολύ μου άρεσαν οι Black Sabbath. Όταν έπαιξα τρία - τέσσερα χρόνια κιθάρα κατάλαβα τι γίνεται με τον Hendrix και εκεί κόλλησα. Πιο πολύ μου άρεσε ο hard ήχος και οι ψυχεδέλειες. Amon Duul, Hawkwind, Iron Butterfly… δηλαδή και σκληρός ήχος και φευγάτος ταυτόχρονα. Τότε παίζονταν στο ραδιόφωνο Amon Duul και King Crimson, εκεί τα άκουγα αυτά Από την άλλη, άκουγα βέβαια και πιο straight πράγματα Johnny Winter, Gallagher, ZZ Top, Lynyrd Skynyrd και βέβαια Socrates.

Είχες αγοράσει ποτέ δίσκους;
Όχι, γιατί δεν απέκτησα ποτέ πικάπ. Το πρώτο ηχοπαραγωγό μηχάνημα που πήρα ήταν ένα φορητό μονοφωνικό κασετόφωνο από αυτά που πουλάγανε οι πλανόδιοι, όταν ήμουν 24 ετών κι έπαιζα τρία χρόνια σε μπάντα. Τότε άρχισα να ακούω κάποια πράγματα. Ενισχυτή δικό μου πήρα να φανταστείς όταν έπαιζα με τις Μουσικές Ταξιαρχίες! Το ’82. Κιθάρα σοβαρή, μια Stratocaster, πήρα το ’79. Πέντε χρόνια έπαιζα με κιθάρες δανεικές. Στην αρχή ξεκίνησα με τη Lion του αδερφού μου. Μετά μια χειροποίητη από κάποιον που υποτίθεται ότι έφτιαχνε κιθάρες. Μετά πότε έπαιζα με μια Les Paul του ενός, μια Stratocaster του άλλου κι έτσι την έβγαζα.

Και τη δική σου Stratocaster την πήρες με το χαρτζιλίκι ή με δικά σου λεφτά;
Χαρτζιλίκι; Αυτό για τον πολύ κόσμο ήταν άγνωστη έννοια στην εποχή μου. Όσο για το πως πήρα την κιθάρα, ήταν ένας μπασίστας που είχε λόξα με Hendrix κι είχε μια άσπρη Strato. Είχαμε τζαμάρει μερικές φορές και κατά καιρούς έβγαινε βρώμα: ο Λάμπρος πουλάει την κιθάρα. Τρέχανε όλοι να πάρουν την κιθάρα με τα λεφτά στο χέρι, αλλά εκείνος τους έλεγε: Μαλάκας είμαι να πουλήσω αυτή την κιθάρα; Σε κάποια φάση έφευγε στην Αγγλία και τα «σκότωνε» όλα, μαζί και την κιθάρα. Αλλά με τι να την πάρω; Έβαλε τότε τα λεφτά ο Τζώνυ κι έτσι πήρα την Stratocaster το ’79. Του την ξεχρέωσα με δόσεις μέσα από τις συναυλίες των Vavoura Band. Τι μέρα την πήρα; 18 Σεπτεμβρίου, την ημέρα που πέθανε ο Jimi Hendrix. Ο Λάμπρος Τσελέντης έμενε στην Καλλιθέα. Πήραμε την κιθάρα και πήγαμε κατευθείαν στο Skylab στην Πλάκα, που μόλις είχε ανοίξει τότε, Σεπτέμβριος του ’79 και τζαμάραμε παίζοντας Hendrix. Από τότε το καθιερώσαμε βραδιά Hendrix κάθε χρόνο τέτοια μέρα με Vavoura Band και μετά για καμιά 15ετία διοργάνωνε τη βραδιά αυτή ο μαθητής μου ο Αλέξης Παπακώστας που είχε το «Ψυχιατρείο», πίσω από το γήπεδο του Παναθηναϊκού, ο οποίος σκοτώθηκε φέτος σε τροχαίο. Κάθε χρόνο τέτοια μέρα είχαμε μέγα αρχιερατικό μνημόσυνο, έτσι έγραφε ο Αλέξης.

Με τις Μουσικές Ταξιαρχίες πότε συναντήθηκες;
Τον Τζίμη Πανούση τον γνώρισα ένα χρόνο μετά που είχα ξεκινήσει να παίζω με τον Τζώνυ Βαβούρα. Με τον Τζώνυ ξεκίνησα το ’76. Με τον Τζίμη γνωρίστηκα το ’77 όταν δούλευε ακόμη στην τράπεζα. Γνωριστήκαμε μέσω Βαγγέλη Βέκιου, ήταν Χολαργιώτης ο Βαγγέλης. Μου είπε ότι έχει κάτι κομμάτια ένας φίλος του και πήγα να τα ακούσω. Μου τα έπαιξε ο Τζίμης με μια κιθάρα, τα περισσότερα ήταν λαϊκότροπα, όμως εγώ ήμουν τελείως αλλού. Τότε είχα γνωρίσει τον Τάσο Φωτοδήμο και είχαμε κάνει μερικά τζαμ. Ήταν η πρώτη φορά που έπαιζα με ένα ντράμερ αρχιδάτο οπότε ήταν δύσκολο να σκεφτώ οτιδήποτε άλλο...

Ωστόσο έγινε μια πρώτη γνωριμία με τον Τζίμη…
Ναι, είχα πάει στο σπίτι του στο Χολαργό. Μετά από περίπου τρία χρόνια ξαναβρεθήκαμε, τέλη 1980, όταν ηχογράφησαν την γνωστή απαγορευμένη κασέτα. Ο Σπύρος ο Πάζιος τότε, ο κιθαρίστας τους, σπούδαζε στο Βέλγιο κι είχε έρθει τα Χριστούγεννα στην Αθήνα κι έγραψαν την κασέτα. Μετά ξανάφυγε και έψαχναν έναν κιθαρίστα. Στην ουσία η μπάντα ήταν ο Τζίμης με τον Βέκιο. Ήταν και ο Βαν ο σαξοφωνίστας Βαγγέλης Σβάρνας δηλαδή, που έπαιξε και στο δίσκο, ένας παλιός Χολαργιώτης μπασίστας, ο Κωστάκης ο Πολίτης και μου πρότεινε ο Βέκιος να πάω κιθαρίστας στο συγκρότημα. Τότε εμείς με τον Τζώνυ, ψάχναμε για ντράμερ και ήρθε ο Βέκιος. Έτσι για κανά εξάμηνο ήμασταν αδελφά συγκροτήματα, εγώ με το Βέκιο παίζαμε και στα δύο! Οι πρώτες συναυλίες των Ταξιαρχιών ήταν support των Vavoura Band. Όπου παίζαμε ως Vavoura, ανεβαίναμε πριν με τον Τζίμη και παίζαμε 6-8 κομμάτια. Η πρώτη εμφάνισή μας ήταν ο Βέκιος, εγώ, ο μακαρίτης ο Κωστάκης ο Πολίτης και ο Τζίμης ακουστική κιθάρα σ’ ένα μπαράκι Χολαργό, το On The Road, το οποίο μετά το πήρε ο Ψαριανός. Βγήκαμε εκεί και παίξαμε τέσσερα κομμάτια. Γενάρης ’81.

Δηλαδή η πρώιμη αυτή σύνθεση ποια ήταν ακριβώς;
Ο Τζίμης, ο Βέκιος τύμπανα, εγώ κιθάρα, ο Σβάρνας στο σαξόφωνο, μπασίστας ο Κωστάκης Πολίτης που δεν είχε παίξει ούτε στην κασέτα ούτε στο δίσκο (μετά τις πρώτες συναυλίες ήρθε ο Δημήτρης Δασκαλοθανάσης στη θέση του) κι ένας πιανίστας που είχε παίξει στην κασέτα, φίλος του Σπύρου Πάζιου, που ήταν μαζί μας σε δυο-τρεις συναυλίες κι όταν μας δέσανε στην Καρδίτσα ήταν αυτός με κοντό μαλλάκι και γυαλάκια σαν φοιτητής και δεν τον πιάσανε (και από τότε δεν τον ξανάδαμε)! Τους μαλλιάδες όλους, μουσικούς, φίλους και γνωστούς τους πιάσανε…

Τι είχε γίνει ακριβώς;
Ο Βαν, ο σαξοφωνίστας που ήταν Καρδιτσιώτης είχε πάει με την κασέτα εκεί, όπου είχε ένα φίλο δισκά, ο οποίος έφτιαξε αντίτυπα και κονόμαγε, και η κασέτα έφτασε στα χέρια των μπάτσων κι όταν πήγαμε για συναυλία μας περιμένανε. Η συναυλία έγινε σ’ ένα σινεμά που χωρούσε 800 άτομα. Με το που τελείωσε η συναυλία ήταν δέκα μπατσικά γύρω - γύρω και πιάσανε όλους τους μαλλιάδες.
drolap5
Την εποχή που οι Vavoura Band ήταν «ξαδερφάκια» με τις Ταξιαρχίες, οι Ταξιαρχίες τι ρεπερτόριο είχανε;
Είχαν ηχογραφήσει την κασέτα, οπότε έπαιζαν τα τραγούδια της κασέτας και μερικά άλλα που δεν ήταν στην κασέτα.

Αυτή η χοντρή που ήταν στο εξώφυλλο του πρώτου δίσκου των Μουσικών Ταξιαρχιών ήταν υπαρκτό πρόσωπο;
Από κάποιο ξένο περιοδικό είχε βρει τη φωτογραφία της ο Τζίμης!

Τι σε τράβηξε στις Ταξιαρχίες πέραν του ότι έψαχναν ένα καλό κιθαρίστα; Είχαν κάποια φιλοσοφία ως συγκρότημα;
Φιλοσοφία ομαδική δεν υπήρχε. Η φιλοσοφία εκφράστηκε από τους στίχους του Τζίμη. Οι στίχοι του ήταν ο πυρήνας και ο Τζίμης η αιτία. Και ο Βέκιος ήταν ο μηχανισμός που το υλοποίησε αυτό. Αυτός ήταν που έτρεχε, έψαχνε μουσικούς, τα στούντιο. Όταν ο Τζίμης έγραψε την κασέτα, ο Βαγγέλης κι εγώ ήμασταν ήδη επώνυμοι στο χώρο λόγω Vavoura Band, ένα συγκρότημα που ήταν τότε στα δύο - τρία πρώτα στα δημοψηφίσματα. Ο Τζίμης ήταν άγνωστος τότε…

Ο πρώτος δίσκος των Μουσικών Ταξιαρχιών δεν είχε τελικά τα κομμάτια της κασέτας, εκτός από ένα αν θυμάμαι καλά, κι αυτό παιγμένο αλλιώς…
Αυτό έγινε γιατί υπήρξε η τριβή με τα live οπότε προέκυψαν κι’ άλλα κομμάτια. Ξεκινήσαμε στο Skylab τον Ιούλιο στην αρχή δοκιμαστικά για ένα Παρασκευο-Σάββατο και τελειώσαμε τον Μάιο. Υπήρξε διάστημα που παίζαμε σερί επί δύο μήνες χωρίς ρεπό.

Τι κοινό ερχόταν να δει τις Ταξιαρχίες;
Η αφορμή ήταν οι δίκες, τα δεσίματα και οι ιστορίες αυτές. Έτσι γίναμε γνωστοί ως Μουσικές Ταξιαρχίες. Ο Τζίμης ήταν γνωστός τότε μεταξύ γνωστών και φίλων. Μας είχε κάνει ένα αφιέρωμα τότε με την κασέτα ο Λεωνίδας Χρηστάκης που έβγαζε το Ιδεοδρόμιο, αλλά αφορούσε ένα στενό κύκλωμα, τον συγκεκριμένο αναρχικό χώρο. Στο Ριάλτο που παίξαμε πρώτη μεγάλη συναυλία, ήταν γεμάτο ασφαλίτες μέσα.
drolap6
Μετά την Καρδίτσα πώς συνεχίσατε;
Μετά από κάνα μήνα κι αφού ήταν ακόμα στην επικαιρότητα το θέμα της δίκης, είχε κλείσει το Αχ Μαρία τη σεζόν κι ήταν άδειο, μας βρήκε λοιπόν ο Καραγιάννης τον Μάιο του ’81 και μας είπε: ελάτε να παίξετε. Πρώτη μέρα τίγκα το μαγαζί. Παίξαμε δυο - τρεις φορές ώσπου ήρθε μας είπε: παιδιά, δεν γίνετε να συνεχίσουμε. Ήρθαν και μου είπαν ότι παίζετε πολύ δυνατά, έχεις ωραίο μαγαζί κρίμα είναι και τέτοια, οπότε δεν με παίρνει άλλο…

Στο Skylab πώς ήταν το κοινό;
Ετερόκλητο. Δεν ήταν το κλασικό ροκ κοινό. Περισσότερο λούμπεν άτομα. Μπορεί να ήταν πενηντάρηδες υδραυλικοί που άκουγαν Καζαντζίδη. Τέτοιος κόσμος εκτός από τους κλασικούς ροκάδες. Πολλοί ξεκινούσαν να έρθουν εκεί να δουν ποιος είναι αυτός που βρίζει τα θεία, τους υπουργούς και τρέχει στα δικαστήρια. Σ’ αυτό το κοινό συστηθήκαμε. Απέναντι από το Skylab ήταν ο Άρης που ήταν ροκάδικο και στέκι της Θύρας 7. Κάποιοι από αυτούς δούλευαν στο Skylab, κι έτσι μετά μαζεύτηκε ένα χουλιγκανοειδές κοινό. Επίσης οι κλασικοί ροκάδες που ήδη ερχόντουσαν στο Skylab, παίζαμε εκεί από το ’79 ως Vavoura. Επίσης έπαιζαν εκεί οι Σπυριδούλα, ο Τζίμης Βατικιώτης με τους SOS, ήταν κλασικό ροκ κλαμπ δύο χρόνια πριν παίξουν εκεί οι Ταξιαρχίες, οπότε το μαγαζί είχε από μόνο του ένα κοινό και ήταν και οι άλλοι που κάτι διάβασαν στην εφημερίδα. Μετά από ένα μήνα έγινε χαμός, έτσι κυκλοφορούσαν αυτά στόμα με στόμα.

Γινόντουσαν τσαμπουκάδες στα μαγαζιά;
Όχι ιδιαίτερα. Αλλά στο δρόμο, ναι, γιατί η Πλάκα ήταν η αυλή των θαυμάτων. Ήταν σκυλάδες, βλάχοι, φρικιά, ξένοι τουρίστες, μαύροι ναυτικοί, πανσπερμία. Μια φορά ήμασταν στην Αδριανού, 9 η ώρα το βράδυ, τίγκα ο κόσμος σαν διαδήλωση και περνάει ένα αμάξι μέσα απ’ τον κόσμο πηγαίνοντας με τρία χιλιόμετρα. Είχαμε, λοιπόν, ένα roadie, πιτσιρικά τρελαμένο που έξυνε τα νύχια του για καυγά και τον ακούμπησε το αμάξι με τον καθρέφτη. Όπως ήταν ανοιχτό το παράθυρο, κατεβάζει το φερμουάρ ο ψηλός και λέει του οδηγού: τι καταλαβαίνεις τώρα; να την βγάλω έξω να σε κατουρήσω; Και ο τύπος χωρίς να πει τίποτα, κάνει ένα έτσι και βγάζει ένα κουμπούρι και το στρέφει προς τον πιτσιρικά…

Είσαι ευχαριστημένος από την εξέλιξή σου σαν μουσικός; Ψάχνεσαι μουσικά;
Με τους Vavοura Band παίζαμε πολύ. Εγώ έγραφα βασικά τα κομμάτια κι έγραφα κι άλλα που δεν ήταν για την μπάντα. Το περισσότερο υλικό το έχω απορρίψει με τα χρόνια. Πριν οκτώ χρόνια πήρα ένα laptop και φτιάχνω διάφορα, ακόμα και παλιά κομμάτια μου. Έχουν σκληρό ήχο, αλλά ροκ με τη στενή έννοια δεν είναι. Μερικά βέβαια είναι classic rock. Επειδή άκουγα περίεργα πράγματα πιτσιρικάς κόλλησα με πράγματα ανατολικότερα της Ελλάδας, αλλά όχι τα παραδοσιακά. Δανείστηκα σκάλες, ρυθμούς τα οποία ηλεκτροποίησα. Στο κεφάλι μου υπήρχε συνειδητά η απενοχοποίηση ότι κι αυτά ροκ είναι, ότι αυτά τα κάνουν οι ξένες μπάντες και μας αρέσουν. Ένα άλλο χαρακτηριστικό που έχω είναι ότι δεν μου αρέσει να μοιάζω με κανέναν. Ακόμα και στο classic rock που είναι μια φόρμα παγιωμένη, αναγνωρίζω τον εαυτό μου μέσα από χιλιάδες κιθαρίστες. Δημιουργικά όμως με τράβηξε το άλλο που ήταν παρθένο και το έκανες ότι ήθελες. Κατά καιρούς ότι κομμάτια φτιάχνω τα ανεβάζω στο you tube για να τα ξεφορτωθώ και λήγει εκεί…
drolap4
Η δεκαετία του 70 ήταν η εποχή των κιθαριστών. Πολλοί ονειρεύονταν να γίνουν σπουδαίοι κιθαρίστες. Εσύ ξεχώριζες για τις δυνατότητές σου. Το κοινό πώς σε αντιμετώπιζε; Πώς αντιδρούσε; Πώς σε πλησίαζε; Τι ζητούσε να μάθει από σένα;
Ροκ στην Ελλάδα υπήρχε το ’70-’72, μετά πέθανε. Εμφανίστηκε ξανά, μετά όταν ήμασταν εμείς. Το ’78. Στο ενδιάμεσο υπήρχε Θεοδωράκης, αντάρτικα και άγιος ο θεός. Δεν υπήρχε ροκ. Ούτε συναυλίες, ούτε μαγαζιά, ούτε κόσμος στην ουσία, κανένα ενδιαφέρον. Μετά έγινε πάλι μόδα. Η προηγούμενη γενιά ήταν Socrates, Εξαδάκτυλος, Πελόμα Μποκιού, Poll… η περίοδος 70-72. Woodstock, Easy Rider αυτή η γενιά. Μετά το Πολυτεχνείο το ροκ εξαφανίστηκε στην Ελλάδα. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος. Μετά έγινε εξ αρχής, καινούργιο πράγμα. Όσο για το πώς με αντιμετώπιζε το κοινό, κόσμος καλώς ή κακώς, στην πλειονότητά του δεν μπορεί να καταλάβει αν είσαι καλός ή δεν είσαι. Σε θεωρεί καλό όταν παίζεις σε μια επώνυμη μπάντα. Εμείς ήμασταν μία από τις καλές μπάντες, άρα κι εγώ ήμουν καλός κιθαρίστας ανεξάρτητα αν ήμουν καλός ή όχι. Ήμουν καλός γιατί ήμουν γνωστός. Κάναμε συνοικιακές συναυλίες με Vavoura Band και είχαμε 800 εισιτήρια στο Περιστέρι, για παράδειγμα, μια Κυριακή πρωί. Κάναμε Σπόρτιγκ με 3000 κόσμο το 79. Vavoura Band ήταν η βασική μου πορεία. Μουσικές Ταξιαρχίες ήταν σχεδόν τρία χρόνια.

Στο δεύτερο δίσκο δεν ακολούθησες τις Ταξιαρχίες…
Όχι, σταμάτησα. Εκτός του ότι υπήρχαν ιδεολογικές διαφορές αφού στην αρχή ξεκίνησε απλά ως φιλική συμμετοχή, παρέα... Μετά μπλέξαμε, μας πήρε η μπάλα. Ξεκινήσαμε να κάνουμε μια συναυλία στο Skylab και κάναμε 250 παραστάσεις σερί. Την δεύτερη χρονιά στη Λήδρα κάναμε 180 παραστάσεις σερί. Κι επειδή υπήρχαν 15-18 κομμάτια με την ίδια σειρά, πρόγραμμα δηλαδή, αυτό για μένα είναι έξω από τη φύση μου. Η ομοιομορφία με κουράζει.

Στη Λήδρα ήταν μια συνέχεια του προγράμματος ή κάτι διαφορετικό;
Στη φιλοσοφία ήταν ίδιο, αλλά πιο δουλεμένο μουσικά. Έβαζα πινελιές στα καινούργια κομμάτια και είχα μεγάλη συμμετοχή σε αυτό που ακουγόταν.

Το κοινό στη Λήδρα ήταν το ίδιο;
Όχι, άλλαξε στην πορεία, ήταν πιο κυριλέ. Όταν ξεκινήσαμε ήταν η Νέα Δημοκρατία στη εξουσία, τελευταίοι μήνες. Οπότε όποια κριτική στους κρατούντες ήταν σ’ αυτούς. Μετά ήρθε το Πασόκ, κι επομένως στη Λήδρα το Πασόκ ήταν ο στόχος. Επερώτηση στη βουλή έχουν γίνει οι Μουσικές Ταξιαρχίες. Πολύδωρας, Συνοδινού, Κούβελας και δεν θυμάμαι ποιοι άλλοι είχαν κάνει επερώτηση του στυλ να σώσουμε τα παιδιά μας με αφορμή ότι παίξαμε σε ένα χορό σχολείου στου Ζωγράφου για να μαζέψουν λεφτά για την εκδρομή τους. Ήμασταν εμείς επικεφαλείς κι έπαιξαν επίσης οι Φατμέ, ο Ηρακλής με τη Λερναία Ύδρα. Κι έγινε χαμός. Μέχρι και στο δημοτικό συμβούλιο που ακολούθησε πήγαμε! Τότε λοιπόν κάτι κωλοφυλλάδες, Βραδυνή, Απογευματινή, Ακρόπολη, Ελεύθερος Τύπος γράφανε να σώσουμε τα παιδιά μας από τις Ταξιαρχίες, κλείστε τους μέσα, αλλά την επόμενη χρονιά οι ίδιοι έγραφαν: είναι εξαιρετικό συγκρότημα, μην τους χάσετε! Αφού βρίζαμε το Πασόκ γίναμε ξαφνικά καλοί γι’ αυτούς! Οπότε τράβαγε κι’ ένα νέο κοινό ας πούμε κατευθυνόμενο απ’ αυτές τις εφημερίδες. Κι ερχόταν κυριλέ κόσμος, με το ταγεράκι, το κοστούμι από περιέργεια και γούσταραν κιόλας γιατί η κριτική είχε στόχο την τότε κυβέρνηση. Όποιος είναι επάνω, είναι ο στόχος, αυτή ήταν η θέση μας.

Στην απαγορευμένη κασέτα των Ταξιαρχιών δεν έπαιξες…
Όταν γραφόταν η κασέτα, στο ίδιο στούντιο του Κυριαζή, γράφαμε το σινγκλάκι των Vavoura Band! Δεκέμβριος του ’80. Πρώτα γράψαμε εμείς, με ηχολήπτη το Νίκο Σπυρόπουλο και μετά ο Τζίμης.

Πώς ήταν που ξαναβρεθήκατε μετά από χρόνια πέρυσι στο Κύτταρο, στο reunion των Μουσικών Ταξιαρχιών εκεί που πρωτοέπαιξαν πριν 35 χρόνια, με την παρουσία σχεδόν όλων των μελών που πέρασαν από το συγκρότημα;
Ήταν περίεργο, γλυκόπικρο γιατί ο Βαγγέλης ο Βέκιος πέθανε δύο εβδομάδες πριν την προγραμματισμένη εμφάνιση. Αλλιώς το περιμέναμε. Είχε πάθει το εγκεφαλικό, αλλά αισιοδοξούσαμε ότι σε δύο μήνες θα γινόταν καλά. Ήταν ψυχολογικά βαρύ για μας, αλλά και μουσικά όταν έχεις να παίξεις 33 χρόνια με μια μπάντα είναι δύσκολο. Ούτε τόσο καλά παίξαμε, ούτε το φχαριστηθήκαμε όσο θα μπορούσαμε, ήμασταν σφιγμένοι. Το πιο καλό ήταν το feedback από τον κόσμο. Αυτό μας βοήθησε να σωθεί και το πάλκο. Τα καλύτερα παιξίματα τα κάναμε μετά μερικά live που δέσαμε.
drolap8
Με τον Βαν τι έγινε;
Τον Βαν δεν τον βρήκαμε πουθενά. Ο Τζίμης τον έβαλε στην αφίσα, στα δελτία, μπας και εμφανιστεί αλλά αυτός πουθενά. Δεν εντοπίστηκε πουθενά. Κάποιος μου είπε στο Κύτταρο ότι κάθε χρόνο παίζει σαξόφωνο στο χορό του ιατρικού συλλόγου...

Είχες κρατήσει επαφή με κάποιους από το συγκρότημα όλα αυτά τα χρόνια;
Με το Δημήτρη Δασκαλοθανάση έχω κρατήσει επαφή κι όταν έρχεται από τη Γαλλία βλεπόμαστε, δυο - τρεις φορές το χρόνο, όλα αυτά τα χρόνια. Με τον Τζίμη επίσης. Πήγαινα και τον έβλεπα όπου έπαιζε. Με τον Πάζιο είχαμε καμιά δεκαπενταετία να τα πούμε, βρεθήκαμε εκεί και συνεχίζουμε να τα λέμε. Έγινε με τις Ταξιαρχίες ένα reunion και πρόβες για 4 συναυλίες, μετά βγήκαν άλλες 4 και μετά πήγαμε και στη Θεσσαλονίκη να παίξουμε. Μετά είπε ο Τζίμης να κάνουμε πρόγραμμα για το Gagarin οπότε παίξαμε κι εκεί. Στην ουσία εκεί ήμασταν δύο μπάντες, οι Μουσικές Ταξιαρχίες και η καινούργια μπάντα με τον Φράγκο κιθαρίστα στο δεύτερο μέρος.

Μουσικά πιο κοντά σε σένα ποια μπάντα ήταν;
Οι Vavoura. Είχαν πιο hard ήχο, ψυχεδέλεια, ανατολές. Με τους Vavoura, αν εξαιρέσεις τα δύο full χρόνια των Ταξιαρχιών και κάνα δυο χρόνια που έμεινα off με το χέρι μου που δεν έπαιζα καθόλου, παίζουμε συνέχεια, ακόμη και τώρα.

Συναντούσες κάπου τον εαυτό σου στην επαναστατικότητα των Μουσικών Ταξιαρχιών;
Μα, αυτό με τράβηξε. Άκουσα τα κομμάτια από την κασέτα και μου άρεσε ο στίχος, μουσικά δεν μου πολυάρεσαν. Οι Μουσικές Ταξιαρχίες ήταν μια φωνή για πολύ κόσμο, ήμασταν το αγκάθι κάθε οικογένειας. Την άνοιξη που πήγαμε στην Κύπρο με τον Τζίμη ο άνθρωπος που είχε το μαγαζί, ένας 50άρης, μας είπε: έχω φάει 4 μέρες αποβολή για σας στο σχολείο, μ’ έπιασε ο καθηγητής με το δίσκο σας στη τσάντα!».

Σε ποια φάση της πορεία σου κατάλαβες ότι έχεις ιδιαίτερες ικανότητες στην κιθάρα;
Βλέποντας άλλους μουσικούς. Η τεχνική δεν με έψηνε ποτέ, την ιδιαιτερότητα κοιτούσα. Τεχνίτες υπήρχαν καλοί, που έπαιζαν χρόνια, αλλά ασυνείδητα δεν μου άρεσε αυτό που άκουγα. Δεν το ζήλευα.

Τι γνώμη για την υπόθεση ελληνικού ροκ;
Κατ’ αρχάς δεν υπάρχει ελληνικό ροκ, αλλά ροκ στην Ελλάδα. Ελληνικό ροκ βγήκε ως ορολογία στα μέσα 80ς όταν άρχισαν να παίζουν «ροκ» με ελληνικό στίχο, Β. Παπακωνσταντίνου, Μπουλάς, Κούτρας, αυτοί ήσαν το ελληνικό ροκ. Αυτοί έπαιζαν αντάρτικα και «Παποράκι του Μπουρνόβα» όταν εμείς παίζαμε ροκ και όταν το αντάρτικο έφθινε έψαχναν κάπου να χωθούν. Το ροκ δεν είναι θέμα ιδεολογίας, αλλά τα κομμάτια αυτά είναι ελαφρολαϊκά, θα ’λεγα. Απλώς τα παίξανε μαλλιάδες, με κιθάρες, πιο σύγχρονες ενορχηστρώσεις αλλά δεν είναι το ροκ αυτό. Μετά το ’80 μπορείς να ξαναπείς ότι έγινε κατάσταση ξανά με τις Τρύπες που είχαν μια λαϊκή απήχηση κι ήταν μια φωνή αυθεντική, όχι τεχνητή όπως αυτή που προανέφερα. Και οι Τρύπες ξεκίνησαν στη γειτονιά να βαράνε για την κάβλα τους και τους προέκυψε στην πορεία. Δεν είχαν κάποιο ειδικό σχέδιο για να βρεθούν εκεί που βρεθήκανε, όπως κι εμείς.

Ο μικρόκοσμός σου σε βοήθησε στην εξέλιξη σου σαν άτομο και σαν μουσικό;
Δεν νομίζω. Μάλλον εγώ επηρέαζα, παρά με επηρέαζαν.

Πιστεύεις ότι οι άνθρωποι αλλάζουν στο χρόνο;
Μπορεί να το νοιώθεις, αλλά είναι πλασματικό αυτό. Πάντα έτσι ήταν. Δηλαδή συμπεριφορά μπορεί να αλλάξεις, κατασκευή δεν αλλάζεις. Μένεις αυτό που είσαι. Άμα η εποχή είναι μαλλιά και ροκ, είσαι μαλλιάς και ροκάς. Άμα είναι αλλιώς γίνεσαι αλλιώς. Ο ίδιος άνθρωπος είναι από πίσω, απλώς προσπαθεί να ενταχθεί κάπου. Επειδή ο άνθρωπος είναι ζώο αγελαίο, στις ομάδες ένα είναι το τραγί που οδηγεί το κοπάδι. Όλοι οι άλλοι είναι μέρος του κοπαδιού, εκεί που πάει ο αρχηγός πάνε κι αυτοί από πίσω. Δεν είναι θέμα ιδεολογικό, έτσι είναι η κατασκευή του ανθρώπου, θέλει ηγέτες και θέλει να ενταχθεί κάπου. Τότε ήσαν αυτά τα κοπάδια για να ενταχθεί ώσπου έπαψε να υπάρχει αυτό. Το ροκ ήταν τα μαλλιά, η αμφισβήτηση, αν δεν έμπαινες εκεί που θα ήσουνα; Με τους γονείς σου; Μετά αυτό άλλαξε, η όποια η αμφισβήτηση εκφράστηκε διαφορετικά. Αν ο άλλος τώρα είναι 50 χρονών κι έχει να πληρώσει την ασφάλεια και το σχολείο του παιδιού του, έχει μπει σε άλλη κατηγορία, θέλει δεν θέλει, και μέσα σε αυτές τις νόρμες εκφράζει την κατασκευή του σαν άνθρωπος.
drolap2
Συνέδεσες την πορεία σου με δύο ονόματα, τον Τζώνυ Βαβούρα και τον Τζίμη Πανούση πιο κοινωνικοί, πιο εκκεντρικοί…
Κοίταξε, εγώ μάλλον είμαι πιο εκκεντρικός, απλώς ο Τζώνυ είναι εξωστρεφής κι εγώ το τελείως αντίθετο. Και ο Τζίμης είναι εσωστρεφής, περσόνα του πάλκου είναι αυτό που βλέπετε. Εκτός πάλκου είναι τελείως άλλος από αυτό που νομίζει ο κόσμος. Με το Τζώνυ γνωριζόμαστε 41 χρόνια και θα έπρεπε να πλακωνόμαστε κάθε μέρα αν υπολογίσεις το πόσο διαφορετικοί είμαστε. Απλώς είμαστε τόσο διαφορετικοί ώστε δεν υπάρχει κανένα σημείο που πατάει ο ένας και να το διεκδικεί ο άλλος. Ο καθένας κάνει αυτό που γουστάρει χωρίς να δίνει λογαριασμό σε κανένα κι όλο αυτό πάει προς μια κατεύθυνση. Δεν μοιράσαμε ποτέ αρμοδιότητες, κάνει ο καθένας αυτό που θέλει και πάει μια χαρά το πράγμα, συμπληρώνουμε ο ένας ότι λείπει από τον άλλο.

Ποιους ξένους κιθαρίστες θαυμάζεις περισσότερο;
Δεν θαυμάζω πλέον κανέναν. Θαύμασα τον Tommy Iommi ως πιτσιρικάς. Συναισθηματικά είναι εκεί που είναι, αλλά δεν είναι πλέον κάτι θαυμαστό, Με τον Hendrix κόλλησα. Είναι πολύ ιδιαίτερος, one of a kind. Με εξιτάρει. Δεν έπαιζε ποτέ το ίδιο κομμάτι με τον ίδιο τρόπο. Με αφορμή ένα κομμάτι έκανε ότι γούσταρε εκείνη την ημέρα Έτσι είναι και η δική μου φύση να μην παίζω το ίδιο κάθε μέρα. Από την άλλη βέβαια ποτέ δεν θα βαρεθώ ν’ ακούω Winter ή Gallagher ή τον Gibbons στους πρώτους δίσκους των Z.Z. Top.

Μου έκανε εντύπωση που διάβασα στην αυτοβιογραφία του Ozzy Osbourne ότι ο Iommi είχε κόψει τα δάκτυλά του σ’ ένα μηχάνημα κι έπαιζε με θήκες!
Το ίδιο και ο αδερφός μου, έτσι σταμάτησε να παίζει. Του έφυγε ένα κομμάτι από το δάχτυλο σ’ ένα λαμαρινάδικο που δούλευε… Έτσι μετά όταν προχώρησα στην κιθάρα έπιασε το μπάσο και παίζαμε. Είχαμε κι ένα γκρουπ τους Mandala και δικά μας κομμάτια, αλλά παίζαμε μόνο στο σπίτι. Ώσπου με έψησε ο Τζώνυ και κάναμε τους Vavoura Band.

Έπαιζες μπάλα μου είπες. Τι ομάδα είσαι;
Ολυμπιακός. Παρακολουθώ ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Η ώρα της μαλάκυνσης είναι απαραίτητη, ακόμα κι αν είσαι 120 χρονών! Άλλος έχει την κηπουρική, άλλος την πολιτική, το θέμα είναι να ξέρεις ότι είναι η ώρα του παιδιού αυτή. Μην του δίνεις προεκτάσεις που δεν υπάρχουνε. Μια φορά έχω πάει σε αγώνα, στο παλιό Καραϊσκάκη σε αγώνα Ολυμπιακού - Δόξας Δράμας. Επί Ντέταρι, Φούνες, Μουστακίδης, Χαντζίδης, Κοφίδης… Με είχε πάει ο Αλέξης, ο μαθητής που ήταν φανατικός. Ο Ολυμπιακός τότε ήταν σαν τους Iron Maiden, μαλλούρες όλοι.

Κάποια στιγμή κάνατε με τις Μουσικές Ταξιαρχίες και την ταινία του Νίκου Ζερβού «Ο Δράκουλας των Εξαρχείων». Πώς ήταν;
Δεν ήθελα να έχω καμία σχέση προκαταβολικώς και είπα να συμμετέχω απλά όπου ήταν να παίξει η μπάντα μέσα στην ταινία. Η κεντρική ιδέα του σεναρίου ήταν του Τζίμη. Κλασική άρπα κόλλα της εποχής, αλλά νομίζω ότι έτσι ήταν γενικότερα το ελληνικό σινεμά. Μέσα σε τρία - τέσσερα γυρίσματα που βρέθηκα άκουσα ίσα με 20 φορές: ωχ, τι κάναμε! Α, δεν πειράζει θα το κλέψουμε στο μοντάζ… Ήταν ημιερασιτεχνική ταινία, άλλωστε και οι περισσότεροι που έλαβαν μέρος ήταν φίλοι μας.

Έχεις γενικότερα επιρροές από το σινεμά;
Πιτσιρικάς το σινεμά ήταν η λαϊκή διασκέδαση. Κι όσο περνούσαν τα χρόνια το ‘κοψα τελείως. Όταν άρχισα να παίζω κιθάρα ήμουν στην τελευταία τάξη στο σχολείο. Στα 17 μου. Έπαιζα δυο-τρεις ώρες την ημέρα, την πρώτη χρονιά. Μετά όταν τελείωσα και μπήκα στη Νομική έπαιζα οκτώ με δέκα ώρες την μέρα, μόνο αυτό υπήρχε στο κεφάλι μου.

Δεν υπήρχε γκρίνια από το σπίτι για την κιθάρα;
Πέρασα στη Νομική χωρίς φροντιστήριο και περνούσα τα μαθήματα χωρίς πρόβλημα, οπότε δεν είχα γκρίνια. Ωστόσο δεν παρακολούθησα ούτε μια μέρα, το είχα πάρει ιδεολογικά. Ο αδερφός μου δούλευε και βοηθούσε το σπίτι οικονομικά, οπότε δεν υπήρχε πρόβλημα κι εγώ σπούδαζα. Μετά το δεύτερο, τρίτο χρόνο έβγαζα χαρτζιλίκι και μετά ένα ψευτοεισόδημα από την μουσική οπότε βολευόταν η κατάσταση. Μετά ήμουν εγώ η βασική πηγή της οικογένειας, από οικονομικής πλευράς. Έπαιζα με τον Τζώνυ συνέχεια, άρχισα τα μαθήματα, ωστόσο πτυχίο δεν πήρα είμαι στους αιώνιους φοιτητές από το ’81…

Ένα άλλο κεφάλαιο στην μουσική σου πορεία είναι οι Diesel. Πώς συνέβη;
Το’86 ο Χρήστος ο «Παπαγάλος», μακαρίτης κι’ αυτός, είχε ένα ροκάδικο - μεταλλάδικο στην Αγ. Παρασκευή το La Luna, επί της Μεσογείων, κι έψαχνε μπάντα να παίξει. Το είπε στον Δασκαλοθανάση κι εκείνος σε μένα. Ψάχναμε λοιπόν για φωνή και τύμπανα. Σκεφτήκαμε τον Λουκά Σιδερά και την Ευτυχία Αθανίτη (Sigma Fay) που τους ξέραμε. Δεν είχαμε παίξει ποτέ μαζί γνωριζόμασταν φιλικά. Έτσι ξεκινήσαμε να παίζουμε κανα μήνα στο La Luna και μετα στο Club 22 που το είχε ως after μαγαζί ο Μάκης Σαλιάρης και βγαίναμε 3 ή ώρα με 4 το πρωί να παίξουμε. Μετά έπαθα τενοντίτιδα στο χέρι κι έκανα κανά τριάρι χρόνια να παίξω, την περίοδο 1987-90. Αργότερα ξαναβρεθήκαμε εξ αρχής να κάνουμε δικά μας κομμάτια με όνομα Diesel. Παίζαμε Hard - Rock, Blues - Rock, αμερικάνικο. Κάναμε ένα δίσκο με 5 κομμάτια το 1992 στην Music-Box, τρία δικά μας, ένα του Λουκά και το Stormy Monday του Τ-Bone Walker, με μπασίστα τον Τζίμη Διακουμάκο (ο Δασκαλοθανάσης είχε φύγει στη Γαλλία) και στο τραγούδι την Sigma Fay που έγραψε και τους στίχους των τραγουδιών. Γράφτηκε στο στούντιο του Κώστα Παρίσση στη Ν. Σμύρνη. Για μένα ήταν η καλύτερη μπάντα που έχω παίξει μουσικά. Όταν με ρωτάνε ποιος κιθαρίστας με έχει επηρεάσει περισσότερο, απαντώ ότι δεν ήταν κιθαρίστας, αλλά ντράμερ! Σημαντικότερος είναι ο Λουκάς στον τρόπο που παίζω. Δεν είχα ποτέ στη ζωή μου τέτοιο rhythm section (από το 92 και μετά μπάσο έπαιζε ο Παναγιώτης Χαραμής). Κάναμε πρόβα τρεις - τέσσερεις φορές τη βδομάδα επί χρόνια. Παίξαμε περίπου 15 χρόνια σαν Diesel ως το 2000. Παίζαμε τα δικά μας κομμάτια, αλλά και Hendrix, Joplin, Cactus, Johnny Winter… Δουλεύαμε πολύ επαγγελματικά όσον αφορά την προετοιμασία μας. Ο Λουκάς είναι μουσικάρα, εκτός από ντραμισταράς. Γενικώς άκουγε πράγματα που δεν τα ακούγαμε εμείς. Σιγά - σιγά έμαθα να τα ακούω κι εγώ μέσα από το δικό του αυτί. Να φανταστείς την εμπειρία του, ο Λουκάς πρωτόπαιξε σε κλαμπ το 1959.

Με την τενοντίτιδα τι συμβαίνει;
Γύρισα από διακοπές το ’87 και πλακώθηκα γιατί είχαμε κλείσει καμιά 15αριά live κι έπαθα την πρώτη τενοντίτιδα, έμεινα κανα χρόνο off. Η δεύτερη ήρθε αμέσως μετά όταν έφτιαχνα το δεύτερο βιβλίο μου. Τότε δεν υπήρχαν υπολογιστές και όλη την παρτιτούρα την έκανα με λετρασέτ δηλαδή διαφάνειες που ξεπατίκωνες μία - μία νότα. Με την τρίτη υποτροπή λίγο μετά μου έμεινε μόνιμο. Τα πρώτα χρόνια έκανα γυμναστικές, θεραπείες κι έπαιζα. Μετά σιγά - σιγά βαρέθηκα… Όσο μου επιτρέπει το χέρι παίζω. Εδώ και 20 χρόνια πιάνω κιθάρα μόνο στο πάλκο ή για να γράψω κάτι στον υπολογιστή.

Από την περίοδο των Αγάπανθος τι θυμάσαι;
Η συνεργασία μας ξεκίνησε με αφορμή τη συμμετοχή της μπάντας στο φεστιβάλ Ιθάκης. Είχα φύγει κάνα χρόνο από τις Ταξιαρχίες και επειδή ο Θόδωρος ήθελε να κάνει πιο ηλεκτρικό τον ήχο σκέφτηκε εμένα. Ακολούθησε ο δίσκος «Επιστροφή στις ρίζες» και καμμιά 50αριά συναυλίες μεταξύ 84 και 86. Σταμάτησα όταν ξεκινήσαμε τους Diesel».

Με τους Vavoura Band τι γίνεται; Σε τι φάση είστε;
Το έχουμε δει πιο σοβαρά εδώ και μερικά χρόνια. Από το 2007 έχουμε πάρει τον Θωμά Ανδρέου στα τύμπανα (έπαιζε στους Domenica) που ως νεώτερός μας έφερε νέα άποψη στα τύμπανα κι έβαλε στοιχεία στο μουσικό μέρος. Φτιάξαμε καμιά δεκαριά καινούργια κομμάτια, είναι σαν μια μπάντα εξ αρχής.

Ο χρόνος πώς μετρά για σένα;
Ανάμεσα στα 20 και τα 30 έχεις να θυμάσαι άπειρα πράγματα, 50 με 60 έχεις πολύ λίγα, χωρίς να σημαίνει ότι έχουν γίνει λίγα. Δεν εντυπωσιάζεσαι εύκολα, το έχεις δει το έργο. Όσο μεγαλώνεις συμπιέζονται οι δεκαετίες, ενώ πιτσιρικάς σου φαίνονται όλα σούπερ ουάου!

Πιστεύεις στην αναρχία;
Δεν πιστεύω σε τίποτα. Ούτε εκεί. Με απασχολεί το πρακτικό μέρος, όχι το θεωρητικό. Αυτά είναι όνειρα θα έλεγα. Όταν παράτησα τις Ταξιαρχίες ένας λόγος ήταν αυτός, ότι δηλαδή δεν είχα ζωή δικιά μου. Είχαμε παράσταση, μετά πρόβα, μετά εκείνο, μετά το άλλο… Δεν έκανα διακοπές τότε. Δεν μπορούσα να πάω κάπου με την ψυχή στο στόμα να γυρίσω σε έξι μέρες. Εννιά μήνες το χρόνο ήμασταν στο πάλκο και το καλοκαίρι, να μια συναυλία, να το ένα, να το άλλο. Με το που άφησα τις Ταξιαρχίες άρχισα κι έφευγα τρεις - τέσσερις μήνες το καλοκαίρι χύμα έξω στις παραλίες, με σκηνές, οπότε εκεί βλέπεις στην πράξη, την ομάδα, την αναρχία, όπως θέλεις πες το. Εκεί βλέπεις ότι μια ομάδα δέκα ανθρώπων, που δεν είναι καν ομάδα, απλώς ότι βρέθηκαν μαζί σε μια παραλία ο καθένας με δικιά του πρωτοβουλία, δεν μπορούν να κάνουν πράξη τη θεωρία. Αναρχία μπορείς να πεις για την ατομική, την προσωπική σου αναρχία. Αυτό ναι. Να έχω απόλυτη ελευθερία για το τι θα κάνω σε κάθε δευτερόλεπτο της ζωής μου. Αυτό με κάνει πολύ δύσκολο στο να κάνω συνεργασίες, καριέρες, οτιδήποτε. Δεν μπορώ να κάνω κάτι με αντάλλαγμα την προσωπική ελευθερία μου ή το γούστο μου. Αυτό με απωθεί. Προτιμώ να είμαι πεταμένος μέσα στο πέλαγος χωρίς σωσίβιο, παρά να είμαι πάνω σε μία βάρκα με άλλους δέκα που ν’ αποφασίζουν για μένα. Αναρχία λίγο-πολύ σημαίνει απομόνωση. Στην πράξη δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο ατομική επιλογή.

Είσαι ελεύθερος, άρα ευτυχής!
Ναι, έτσι νοιώθω!

Ένα σπάνιο κομμάτι του από το jam για στο «Ψυχιατρείο»:

Video

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!