Γιάννης Μπέζος: «Πρέπει να λες την αλήθεια σου, αλλά όχι αβασάνιστα»

(PHOTOS) Μια κουβέντα - συνέντευξη με τον Γιάννη Μπέζο, εν όψει των παραστάσεών του, που αφιερώνονται στους «ποιητές της ήττας».
Γιάννης Μπέζος: «Πρέπει να λες την αλήθεια σου, αλλά όχι αβασάνιστα» Φωτογραφίες: Κίκα Α. Ρόκα
07/06/2018

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ

Κίκα Α. Ρόκα
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η πρώτη μου συνάντηση - κουβέντα με εκπρόσωπο του θεάτρου, αποδείχτηκε άκρως ενδιαφέρουσα και σε πολλά σημεία αποκαλυπτική.

Ο Γιάννης Μπέζος, από τους γνωστότερους και σημαντικότερους ηθοποιούς του θεάτρου και της τηλεόρασης, μιλά για τους «Ποιητές της ήττας», οι οποίοι αποτελούν την πρώτη ύλη της νέας μουσικοθεατρικής παράστασης με τίτλο «Κρατώντας μια σπίθα τρεμόσβηστη…», που θα παρουσιάσει μαζί με την κόρη του, Ηρώ Μπέζου, στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών στον Κήπο της Σχολής Καλών Τεχνών στις 9, 10, 11, 12 Ιουνίου 2018, αλλά και το Σεπτέμβρη στο Θέατρο Βράχων.

Παράλληλα, ο Γιάννης Μπέζος καταθέτει την προσωπική του αλήθεια για το θέατρο, το σινεμά, την τηλεόραση, το τραγούδι, τις ανθρώπινες σχέσεις, συχνά με χιούμορ, πάντα με ειλικρίνεια και αμεσότητα.

Παρόντες στην κουβέντα μας, ο μαέστρος και ενορχηστρωτής της παράστασης, Γιάννης Παπαζαχαριάκης και η Ηρώ Μπέζου.

Μια παράσταση αφιερωμένη στους λεγόμενους «Ποιητές της ήττας», Μανόλη Αναγνωστάκη, Γιάννη Θεοδωράκη και Τάσο Λειβαδίτη. Μιλήστε μας γι’ αυτήν.
«Ποιητές της ήττας» είναι μια αδόκιμη ονομασία που δίνουμε. Ο Αναγνωστάκης δεν το δεχόταν, ας πούμε. Επειδή ταυτίστηκαν χρονικά με αυτή την περίοδο και ανήκανε στον πολιτικό χώρο της αριστεράς, ονομάστηκαν «ποιητές της ήττας», δηλαδή απ’ την πλευρά των ηττημένων. Για να συνεννοηθούμε, όμως, ας το πούμε έτσι. Το ενδιαφέρον το δικό μου γι’ αυτούς τους ανθρώπους εστιάζεται σε κάτι που δεν το έχει πολύ η σημερινή κοινωνία και καλλιτεχνική ζωή: στη μεγάλη ευαισθησία και σεμνότητα. Ήταν και οι τρεις πολύ «αθόρυβοι», δεν ήταν επικοινωνιακοί. Ο Λειβαδίτης δεν είχε δώσει συνέντευξη ποτέ στη ζωή του, για τον Γιάννη τον Θεοδωράκη δεν το συζητάμε. Ήταν άνθρωποι πάρα πολύ ουσιαστικοί και το έργο τους είναι παρόν πεισματικά με έναν τρόπο. Η ευαισθησία και ο λογισμός που έχουνε ταυτίζονται με κάτι που εγώ το ονομάζω λαϊκό - γνήσια λαϊκό, όμως. Απόδειξη είναι ότι τα τραγουδάμε ακόμα, τα περισσότερα τουλάχιστον. Βεβαίως, συνδεθήκανε με μεγάλες μουσικές, όπως του Μίκη και μερικών άλλων που έχουμε στην παράσταση, του Μικρούτσικου, του Λειβαδά, του Λοΐζου… Η επιθυμία μας δεν είναι να γίνουν τέσσερις βραδιές εν είδει μνημοσύνου, να τους «θυμηθούμε» κι αυτούς, αλλά να δείξουμε ότι οι άνθρωποι αυτοί μας χαρακτηρίζουν ακόμα.

Η παράσταση θα έχει απαγγελίες και τραγούδια, σωστά;
Ναι, έξι ποιήματα που θα απαγγείλουμε μαζί με την Ηρώ και 25 τραγούδια, όλα μοιρασμένα.

Ήταν επιθυμία σας να ακολουθήσει η Ηρώ τα βήματά σας στο θέατρο;
Δεν έχει σημασία τι επιθυμώ εγώ. Σημασία έχει τι επιθυμεί εκείνη. Εγώ το θεωρούσα δεδομένο και πολύ ωραίο.
DSC 0008smallLOGO
Γιάννης Μπέζος & Ηρώ Μπέζου

Δεν είχατε αντιρρήσεις, δηλαδή, με δεδομένες τις προσωπικές σας εμπειρίες;

Οι δικές μου εμπειρίες είναι πάρα πολύ ωραίες και είμαι ευγνώμων γι’ αυτές. Δεν καταλαβαίνω αυτούς που γκρινιάζουν μονίμως, ότι περάσαν πολύ δύσκολα σ’ αυτό το χώρο. Αν περάσαν δύσκολα, ας κάνουν άλλη δουλειά. Για να τελειώνουμε μ’ αυτή την «καραμέλα», όλοι δυσκολεύονται λες και τους βάλανε το πιστόλι στον κρόταφο και τους είπανε «βγες στο θέατρο». Αυτό θες να το κάνεις. Είσαι! Πρέπει να είσαι έτοιμος να αντιμετωπίσεις και τις δυσκολίες, τι να κάνουμε τώρα.

Εντάξει, είναι και στη φύση του ανθρώπου η γκρίνια.
Αυτή είναι η αλήθεια. Στη φύση του ανθρώπου είναι. Λοιπόν, το θεωρούσα -μέχρι ένα σημείο- δεδομένο, χωρίς να είμαι απόλυτα σίγουρος. Είναι μια απόφαση του νέου, στην οποία δε μπορείς να επέμβεις εσύ. Αλλά, ξέρετε, αυτή η δουλειά δε γίνεται αν δεν τη θέλεις πάρα πολύ. Απ’ την άλλη, αν τη θέλεις πάρα πολύ, θα την κάνεις ο κόσμος να χαλάσει. Ό,τι και να πουν οι γονείς, ό,τι και να πει ο περίγυρος. Επίσης, αυτή τη δουλειά δε ρωτάς για να την κάνεις. Αν ρωτάς «να την κάνω;», σημαίνει ότι δεν κάνεις.

Υπήρξε κάποιο σημείο στο οποίο της επιστήσατε την προσοχή, ή την αφήσατε εντελώς ελεύθερη;
Την αφήσαμε εντελώς ελεύθερη! Ούτως ή άλλως, ξέρετε, τα παιδιά βαριούνται πάρα πολύ τις συμβουλές και δεν τις ακούνε. Κάνουν ότι τις ακούνε, όπως κάναμε κι εμείς. Τα παιδιά, οι νέοι άνθρωποι, λειτουργούν με το παράδειγμα. Αν ένα παιδί βλέπει τους γονείς να συμπεριφέρονται, να πολιτεύονται γενικά με έναν τρόπο, παραδειγματίζεται. Αν το παιδί βλέπει έναν πατέρα και μια μάνα να του λένε διάφορες θεωρίες και στη ζωή τους είναι ανακόλουθοι, οι θεωρίες δεν έχουν κανένα νόημα. Επομένως, δε χρειάζονται συμβουλές. Είναι, άλλωστε, κάτι που το δίνεις εκ των πραγμάτων «από την έδρα». Η ζωή δεν είναι σχολείο τέτοιου είδους.

Εσείς, αν και ηθοποιός, αποφασίσατε να ασχοληθείτε και με το τραγούδι σε αμιγώς μουσικές παραστάσεις, πράγμα που έχουν κάνει κι άλλοι, ενώ το αντίστροφο -να παίξει τραγουδιστής στο θέατρο- γίνεται λιγότερο συχνά.
Κοιτάξτε, το θέατρο είναι τέχνη μεγάλη και δύσκολη. Είναι η αρχαιότερη τέχνη που δε θα πεθάνει ποτέ, διότι είναι ζώσα τέχνη. Εκείνη την ώρα, δηλαδή, ζει και πεθαίνει. Η μουσική γενικά, όχι μόνο το τραγούδι, καταγράφεται, μένει. Μπορεί να την έχεις να σε ακολουθεί για πάντα, στη δισκογραφία, στην τηλεόραση, όπου θέλεις. Το θέατρο γίνεται για 2 ώρες και πεθαίνει. Μετά υπάρχει μόνο στη μνήμη και στην καρδιά του θεατή, αν υποτεθεί ότι είχε ενδιαφέρον αυτό που είδε και αν υποτεθεί ότι υπήρξε και θεατής, βέβαια, έτσι; Το τραγούδι έχει κώδικα, μαθαίνεται. Αν έχεις μια σωστή φωνή, ακούς δηλαδή και η φωνή σου είναι καλή και γυμναστεί με έναν τρόπο, μπορείς να καταφέρεις να τραγουδήσεις. Το θέατρο δεν μαθαίνεται. Είναι βιωματικό και πρέπει να υπάρχει κλίση, το ταλέντο που ονομάζουμε. Αυτό είναι το πρώτο στοιχείο, αλλά ακολουθούν πάρα πολλά πράγματα, μια γενικότερη παιδεία, μια αντιμετώπιση της ζωής, μια αναμέτρηση με τον εαυτό σου, πόσο καλά είσαι μέσα σου, τι αυτοπεποίθηση έχεις… όλα αυτά τα σχετικά. Η υποκριτική είναι πολυσύνθετο πράγμα. Στο τραγούδι έχεις να αναμετρηθείς με μια μελωδία κι έναν στίχο, έναν συγκεκριμένο χρόνο. Τα πάντα είναι καταγεγραμμένα. Στο θέατρο τίποτα δεν είναι καταγεγραμμένο. Γι’ αυτούς τους λόγους οι τραγουδιστές δε μπορούν να κάνουν θέατρο - δεν είναι προσανατολισμένοι προς τα εκεί. Άνθρωποι που τραγουδούν πολύ καλά, μπορεί να έχουν ταλέντο να κάνουν και θέατρο. Απλώς δεν έχουν ασχοληθεί. Είναι επίπονο το θέατρο. Δεν υπάρχει παρτιτούρα. Να εδώ που είμαστε, παίρνουμε την παρτιτούρα, είναι έμπειροι οι μουσικοί, σε πέντε πρόβες το βλέπεις και ανθίζει. Στο θέατρο σε πέντε πρόβες δεν προλαβαίνεις να καταλάβεις τι γίνεται.

Εσάς προσωπικά τι σας ώθησε να στραφείτε στο τραγούδι; Ήταν η αγάπη σας γι’ αυτό ή κάποια εσωτερική σας ανάγκη να εκφραστείτε και μ’ αυτό τον τρόπο;
Η εσωτερική ανάγκη υπάρχει πάντα. Όλοι οι άνθρωποι θέλουν να τραγουδούν. Οι άνθρωποι γεννιούνται με τραγούδια και πεθαίνουν με μοιρολόγια. Το τραγούδι είναι κάτι που μπορεί να κάνει καθένας, τον συντροφεύει, είτε ακούγοντάς το, είτε τραγουδώντας ο ίδιος. Δεν έχετε παρατηρήσει πώς μπορεί να είμαστε μόνοι μας και ν’ αρχίσουμε να τραγουδάμε; Ε, δε μπορείς να είσαι μόνος σου και ν΄ αρχίσεις να παίζεις τον Ριχάρδο τον τρίτο! (γελάμε). Ξέρετε γιατί; Γιατί αυτό θέλει θεατή! Ενώ το τραγούδι δε θέλει, είναι κατανάλωση δική σου. Είναι σαν την ποίηση. Μπορεί να είσαι ο εκτελεστής και ταυτόχρονα αυτός που το καταναλώνει. Το θέατρο, όπως και το σινεμά, θέλει απαραιτήτως θεατή.

Το τραγούδι είναι απαραίτητο σε έναν ηθοποιό;
Για να είμαστε ειλικρινείς, θεωρώ αδιανόητο ένας σπουδαστής να βγαίνει από δραματική σχολή και να μη γνωρίζει τουλάχιστον τα βασικά στο να τραγουδήσει. Παρά ταύτα, δε ξέρουν πού παν τα τέσσερα οι περισσότεροι. Πέρα από το μουσικό θέατρο που κάνουμε εμείς, στον Αριστοφάνη, σε μια τραγωδία, σε ένα ξένο έργο, στον Μπρεχτ… Είναι δυνατό να παίξεις χωρίς να έχεις τραγουδήσει ποτέ; Δεν υπάρχει περίπτωση. Δε μπορεί, δηλαδή, ένας νέος ηθοποιός να μη ξέρει να τραγουδήσει. Θα μου πεις, γιατί, θα γίνει τραγουδιστής; Όχι, αλλά το απαιτεί το θέατρο. Όταν ασχολείσαι με το τραγούδι, μαθαίνεις να μετράς, δεν τραγουδάς άναρχα, σαν να τραγουδάς στο σπίτι σου. Τραγουδάς για κάποιον ακροατή και πρέπει να έχεις το νου σου πώς διαμορφώνεται μια μελωδία, τι σημαίνει ο στίχος κτλ. κι αυτό θέλει συγκρότηση, θέλει και δουλειά. Επειδή όμως οι άνθρωποι αποφεύγουν τη δουλειά και στις δραματικές σχολές, δηλαδή -για να μη λέμε ψέματα στον εαυτό μας- είναι τεμπέληδες, βγαίνουν απ’ τη σχολή και δεν ξέρουν να μετρήσουν τα ¾, ενώ είναι πράγματα που διδάσκονται και μάλιστα από σοβαρούς ανθρώπους που γνωρίζουν το αντικείμενο. Θέλουν όμως μελέτη και ενασχόληση. Ενώ, το άλλο, παίρνω ένα κείμενο κι αρχίζω και παίζω, σου λέει εγώ έτσι το «βλέπω». Άποψη. Από απόψεις είναι όλοι πρώτοι. Έχουν όλοι γνώμη, χωρίς να έχουν γνώση, όπως συμβαίνει συχνά στη χώρα μας. Εκεί εμπίπτει και η εκπαίδευση στις σχολές. Έτσι το βλέπει, λοιπόν, βγαίνει έξω, τρώει τα χαστούκια του και συνέρχεται, αλλά είναι αργά. Το τραγούδι, λοιπόν, είναι άκρως απαραίτητο για τη διαμόρφωση ενός ανθρώπου που θα βγει στη σκηνή.

Παλαιότερα είχα ρωτήσει μια καθηγήτρια φωνητικής ποιος είναι ο λόγος που ένας ηθοποιός βγαίνει στο τραγούδι και μου είχε δώσει μια εξήγηση που μου είχε φανεί πολύ λογική. Θα ήθελα και τη δική σας γνώμη. Μου είχε πει, λοιπόν, ότι όταν ένας ηθοποιός υποδύεται ένα ρόλο, υποδύεται ένα ρόλο - έναν άλλον. Όταν όμως τραγουδάει, είναι ο εαυτός του.
Και στο θέατρο ο εαυτός του είναι.

Μου λέτε ότι στο ρόλο δίνει τα στοιχεία του εαυτού του;
Μα δεν υπάρχει ο ρόλος. Είναι λόγια γραμμένα, πρέπει εσύ να τους δώσεις «ζωή».

Δεν έχει κάποιο χαρακτήρα ο ρόλος;
Όχι. Ξέρετε τι κουβέντα είναι αυτή τώρα; Άμα την αρχίσω, δε θα τελειώσουμε ποτέ! (γελάμε) Χαρακτήρες δεν υπάρχουν. Ο χαρακτήρας του ανθρώπου, γενικά -αφήστε το θέατρο- διαμορφώνεται πριν πεθάνει. Όλο το άλλο, είναι θέμα ιδιοσυγκρασίας. Η υποκριτική, ακόμα και με τον ορισμό του Αριστοτέλη που λέει τι είναι η τραγωδία, είναι μίμηση πράξης, όχι χαρακτήρων. Οι χαρακτήρες και πώς είναι καθένας, διαμορφώνονται από το αποτέλεσμα. Μιμούμαστε μια πράξη, μια συμπεριφορά. Από την εν γένει συμπεριφορά θα επιλέξει ο θεατής και όχι ο καλλιτέχνης το πώς ήταν καθένας, αυτός ήταν έτσι, ο άλλος αλλιώς. Πάντα στο θέατρο όλα γινόντουσαν επιπόλαια, πώς ξέρεις πώς ήταν καθένας; Πρώτ’ απ’ όλα, εγώ θεωρώ τον εαυτό μου καλύτερο απ’ τους ρόλους που παίζω, να στο πω έτσι, πολύ απλά γιατί δεν υπάρχουν. Κάθε φορά, παίρνεις αυτά που λέει το χαρτί, το κείμενο -σας θυμίζω ότι η λέξη κείμενο σημαίνει αυτό που κείται, είναι ξαπλωμένο, δηλαδή- και το σηκώνεις.

Το ζωντανεύεις…
Ακριβώς, είπατε τη μεγάλη κουβέντα. Στο θέατρο ενσαρκώνεις πρόσωπα, τα οποία έχουν μια δεδομένη συμπεριφορά. Για να τα ενσαρκώσεις, τι πρέπει να βάλεις; Τον εαυτό σου, την προσωπικότητά σου. Αυτό ορίζει τη σκηνή. Γι’ αυτό, θα έχετε δει, ότι αυτοί που μένουν στη μνήμη μας, αυτοί που ονομάζουμε πρωταγωνιστές, είναι οι άνθρωποι με προσωπικότητα. Δεν αρκεί το ταλέντο. Παίρνεις το ρόλο και τον φτιάχνεις εσύ. Είναι αυτό που ονομάζουμε «μανιέρα» και πολλοί το θεωρούν αρνητικό. Εγώ το βρίσκω πολύ τιμητικό να έχεις μανιέρα. Σημαίνει τρόπο. Ο Peter Sellers δεν έχει μανιέρα; O Anthony Hopkins δεν έχει μανιέρα; Απλώς, η μανιέρα τους έχει ενδιαφέρον, έχει ποίηση.
DSC 0017smalllogo
Γιάννης Μπέζος, Ηρώ Μπέζου & Γιάννης Παπαζαχαριάκης

Πώς γίνεται μεγάλοι καλλιτέχνες να μην είναι και εξίσου μεγάλοι άνθρωποι;

Σπάνια άνθρωπος που δεν είναι συγκροτημένος μέσα του θα εμπεριέχει και την ποίηση του μεγάλου καλλιτέχνη, γιατί θα τον χαρακτηρίζει κάτι μίζερο. Είναι οι μεγάλες εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Δεν είναι απαραίτητο να είναι άγιος ο άνθρωπος, είναι απαραίτητο να έχει προσωπικότητα. Να μπορεί να βλέπει τον κόσμο μ’ έναν διαφορετικό τρόπο απ’ ότι τον βλέπει ο υπόλοιπος.

Τώρα θα σας ρώταγα τι είναι αυτό που κάνει έναν ηθοποιό να ξεχωρίζει απ’ τους υπόλοιπους.
Πιστεύω ότι ηθοποιός χωρίς προσωπικότητα καλύτερα να μην ανεβαίνει στη σκηνή, δεν υπάρχει λόγος. Είναι θέμα «γοητείας» και «μαγείας», που αν δεν υπάρχουν, δεν υπάρχει κι ενδιαφέρον. Ό,τι ρεπερτόριο και να κάνει, πρέπει να είναι γοητευτικός. Αν δεν είναι, αν δε σε μαγεύει και σου θυμίζει το πεζοδρόμιο που περπάταγες πριν, δες αυτό που έβλεπες πριν στο δρόμο. Δε χρειάζεται να πας να πληρώσεις.

Ποια ανάγκη ωθεί τον θεατή να παρακολουθήσει μια θεατρική παράσταση;
Είναι καταπληκτικό αυτό που κάνει το κοινό. Πάει μια συγκεκριμένη ώρα, σε ένα συγκεκριμένο χώρο, πληρώνει ένα συγκεκριμένο εισιτήριο, περιμένει 20 λεπτά - μισή ώρα και κάθεται να δει κάποιους ανθρώπους πάνω στη σκηνή, οι οποίοι ξέρει ότι φοράνε άλλα ρούχα, δεν είναι τα δικά τους, ξέρει ότι ήρθαν από τα καμαρίνια και μ’ ένα παράδοξο τρόπο κάνει πως δεν ξέρει! Γιατί, είναι ανάγκη του ανθρώπου αυτή για τη μεταμόρφωση. Για να «φύγει», λέει «για δυο ώρες θα συμμεριστώ ένα χρόνο που μου έχει επιβάλει η σκηνή». Έρχεται για να ξεχαστεί, για να ψυχαγωγηθεί με την έννοια την ευρεία, να συγκινηθεί, να ταρακουνηθεί μέσα του, να του κάνεις μια τομή στην καθημερινότητα, να του κάνεις καλή συντροφιά. Δεν έρχεται για να διδαχτεί, ούτε για να μάθει. Αν ήταν το θέατρο σχολείο, θα ‘μασταν καλύτεροι απ’ την εποχή του Αισχύλου.

Παρά την «κρίση» έχω την αίσθηση ότι το θέατρο ανθεί τουλάχιστον σε ποσότητα. Ποια είναι η γνώμη σας, έχοντας καλύτερη εικόνα των πραγμάτων;
Υπάρχουν πάρα πολλές αίθουσες, δεν γεμίζουν όλες και για να καταλαβαίνουμε τι λέμε, εννοώ δε γεμίζουν με εισιτήρια. Υπάρχουν αίθουσες μεγάλες που γεμίζουν, υπάρχουν μικρότερες με πιο ερευνητικά σχήματα που γεμίζουν, υπάρχουν και άλλες που δε γεμίζουν. Υπάρχει δηλαδή ένας καταιγισμός, τεράστια προσφορά. Αυτό είναι ένα σημείο των τελευταίων 15 - 20 χρόνων περίπου. Οι σκηνές οι μεγάλες δε μπορούν να απορροφήσουν περισσότερους από 300 - 400 ανθρώπους. Αν τα βάλετε κάτω θα δείτε πόσα θέατρα δουλεύουνε. Να σας θυμίσω ότι τα θέατρα στην Αθήνα που κάνουν σαιζόν από τον Οκτώβριο μέχρι την Κυριακή των Βαΐων δεν είναι πάνω από 20. Πόσους ηθοποιούς να έχει καθένα; Δεκαπέντε; Που δεν έχει. Είναι 300. Κι άλλοι 100 στο Εθνικό Θέατρο, 400. Κι άλλοι 100 στη Θεσσαλονίκη, 500. Αυτοί είναι. 500 άνθρωποι, λοιπόν, είναι αυτοί που δουλεύουνε κανονική σαιζόν. Τα άλλα είναι part time, δευτερότριτα, ένα μήνα, δυο μήνες, Σάββατο απόγευμα, Κυριακή τρεις η ώρα τη νύχτα… Μιλάμε για τρελά πράγματα και υπάρχουν πάρα πολλά. Αυτό εκτιμώ πως δείχνει την ανάγκη ανθρώπων, κυρίως των νεότερων, να μη μείνουν σπίτι τους. Δηλαδή, δε βρίσκω δουλειά, πρέπει όμως κάτι να καταθέσω. Προτιμώ, λοιπόν, να καταθέσω κάτι, έστω και άτεχνο κι ας μην πάρω και χρήματα. Θα λειτουργήσει ως ανταμοιβή. Ότι κάποιος θα με δει. Κάτι θα πω. Αυτό που έχω μέσα μου και με καίει και με τριβελίζει θα το μοιραστώ. Γι’ αυτό υπάρχουν όλα αυτά. Βέβαια, υπάρχουν και αξιόλογα πράγματα, υπάρχουν και ανόητα. Και δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αυτό, τουλάχιστον στην Ευρώπη υπάρχει πολύ.

Παίζει ρόλο στην προσέλευση του κόσμου το γεγονός ότι έχει ευτελιστεί η τηλεόραση;
Όχι, η τηλεόραση δεν ανταγωνίζεται το θέατρο. Το θέατρο δεν έχει αντίπαλο την τηλεόραση, έχει τον κακό του εαυτό. Οι άνθρωποι που βλέπουν μανιωδώς τηλεόραση δεν πάνε ποτέ στο θέατρο. Είμαι 40 χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά κι έχω κάνει τηλεόραση όσο λίγοι στην Ελλάδα. Όσοι μου έχουνε πει στο δρόμο «σας είδαμε στην τηλεόραση, θα έρθουμε στο θέατρο», δεν έχουν έρθει ποτέ. Να σας το θέσω σε νούμερα. Ένα θέατρο που θα κάνει μεγάλη επιτυχία, θα κάνει 50 χιλιάδες εισιτήρια τη σαιζόν. Μια προβολή ενός επεισοδίου μου είχε 1μιση εκατομμύριο θεατές. Τι να συγκρίνουμε τώρα. Αν η τηλεόραση τους ερέθιζε να πάνε στο θέατρο, δε θα ξέραμε πού να τους βάλουμε (γελάμε). Αλλά, δεν είναι και υποχρεωμένοι να πάνε στο θέατρο. Ξέρω πολλούς ανθρώπους και μάλιστα αξιόλογους που δεν τους μαγεύει το θέατρο. Δεν είναι υποχρεωτικό, όπως εμένα δε με ενθουσιάζει ο χορός, ας πούμε. Αυτό σημαίνει ότι χάνει το κύρος της η τέχνη; Αν μου πεις να πάω για χορό, προτιμώ ν’ αυτοκτονήσω.

Η παρουσία σας στον ελληνικό κινηματογράφο είναι σχετικά μικρή. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Με το σινεμά η κόρη μου έχει καλύτερη επαφή, έχει μεγαλύτερη παρουσία. Υπάρχουν συνάδελφοι που τους αρέσει να παίζουν στο σινεμά. Εγώ έχω κάνει κάποιες ταινίες, δεν είναι το φόρτε μου, δεν τρελαίνομαι. Το σινεμά έχει πολύ αποσπασματικό τρόπο δουλειάς. Γυρίζεις μια σκηνή τώρα και την επόμενη που θα δεις στην οθόνη τη γυρίζεις μετά από ένα μήνα. Υπάρχει δηλαδή κάτι που εμένα δε με βολεύει πολύ, στον τρόπο δουλειάς. Ένα είναι αυτό. Το δεύτερο είναι πως το σινεμά είναι δουλεία του σκηνοθέτη και του διευθυντή φωτογραφίας. Οι ηθοποιοί έπονται, ενώ το θέατρο είναι δουλειά του ηθοποιού μόνο.

Μα δεν υπάρχουν και στο θέατρο σκηνοθέτες;
Μη μπω σ’ αυτή την κουβέντα τώρα, γιατί θα πω βαριά πράγματα και δε θέλω. Στο σινεμά αποφασίζει ο σκηνοθέτης τι θα δει ο θεατής, δεν είναι έτσι; Κόβει, άμα θέλει, το πλάνο και δε δείχνει καθόλου τον ένα ηθοποιό, δείχνει μόνο τον άλλο. Στο θέατρο αποφασίζει ο θεατής τι θα δει.

Αποφασίζει, δηλαδή, πού θα εστιάσει;
Μπράβο, αυτή είναι η δυσκολία του. Μιλάμε εμείς και κοιτάει εσάς μόνο, ενώ είμαι πάνω στη σκηνή. Άμα θέλει με βλέπει. Ενώ στο σινεμά ο σκηνοθέτης τον «παγιδεύει», του λέει «αυτό θα δεις». Άρα το σινεμά είναι δουλειά του σκηνοθέτη. Ο πυρήνας, η καρδιά του θεάτρου είναι ο ηθοποιός. Ο Λόπε ντε Βέγκα έλεγε «για να κάνεις θέατρο θέλεις τρεις θεατές, δυο σανίδια κι ένα πάθος απάνω». Το θέατρο γίνεται κι εδώ που καθόμαστε, ενώ το σινεμά όχι. Θέλει λεφτά, θέλει υποδομή, είναι άλλη τέχνη. Είναι τέχνη μεταγενέστερη, που απλώς χρησιμοποίησε τους ηθοποιούς. Ο Χίτσκοκ, που μισούσε τους ηθοποιούς, έλεγε «δεν έχω πει ποτέ ότι οι ηθοποιοί είναι βόδια, λέω ότι πρέπει να τους συμπεριφέρεσαι σαν να είναι βόδια». Τους είχε δηλαδή σαν κουκλοθέατρο, καταλάβατε; Στο θέατρο δε σηκώνει τέτοια.
DSC 0022smalllogo
Τελικά προτιμάτε το θέατρο απ’ τα τρία, σωστά;
Εννοείται, δεν το συζητάμε. Την τηλεόραση την κάνω με μεγαλύτερη χαρά απ’ ότι το σινεμά, πάντως.

Η τηλεόραση είναι λίγο πιο κοντά στο σινεμά, απ’ ότι στο θέατρο;
Όχι, η τηλεόραση δεν είναι τέχνη. Αυτή είναι η διαφορά τους. Η τηλεόραση είναι μια οικιακή συσκευή που σου κάνει παρέα. Ή καλή παρέα, ή κακή. Και βρίσκεται μέσα στο σπίτι σου, ενώ στο σινεμά πρέπει να πας.

Ως προς τη δική σας λειτουργία, όμως;
Ως προς τη δική μας λειτουργία, είναι πιο κοντά στη διαδικασία του θεάτρου γιατί δεν έχει τέτοιους χρόνους η τηλεόραση. Λειτουργείς πιο γρήγορα, αλλά και θεατρικά. Το σινεμά είναι εντελώς άλλο πράγμα.

Τις φορές που έχει χρειαστεί να επιλέξετε συνεργάτες, είτε στο θέατρο, είτε στο τραγούδι, ποια είναι τα κριτήρια; Ή η δουλειά είναι δουλειά, οπότε και δε σας αφορά η ποιότητα του ανθρώπου;
Όχι, μας ενδιαφέρει και θα σας πω γιατί μας ενδιαφέρει. Γιατί ο άνθρωπος μπορεί να σου καταστρέψει όλη τη δουλειά. Με την κακή ενέργεια, όταν δεν συμπλέει. Κι επειδή στη δουλειά μας υπάρχουν πάρα πολλοί συμπλεγματικοί άνθρωποι, όπως και αγράμματοι, είναι πολύ εύκολο να σε καταστρέψουνε.

Δε θα το περίμενε κανείς να υπάρχουν τέτοιοι άνθρωποι στο χώρο.
Μα τι λέτε τώρα! Όταν λέω αγράμματοι, δεν εννοώ ότι δε ξέρουν να διαβάζουν, αλλά ορισμένοι είναι βαθιά ακαλλιέργητοι και συμπλεγματικοί. Αλλά, ξέρετε, αυτό μεταξύ καλλιτέχνη και ανθρώπου είναι σχετικό. Δε μπορεί όλοι να ταυτίζονται μαζί σου, δε μπορεί όλοι να έχουν την όρεξη τη δική σου, ούτε πρέπει υποχρεωτικά να συμφωνούν όλοι. Αυτό που μας ενδιαφέρει είναι να λειτουργούν συνθετικά. Παίζουμε σε γήπεδο όλοι μαζί, δεν είναι μοναχική η δουλειά μας.

Για να ξαναγυρίσω λίγο στο τραγούδι, έχετε κάνει κάποιες δισκογραφικές συμμετοχές. Έχετε κάτι άλλο στο μυαλό σας;
Έχω κάνει λίγες, αλλά όχι, δεν έχω. Δε μ’ ενδιαφέρει, να σας πω την αλήθεια και ούτε παλιά μ’ ενδιέφερε. Δεν είναι στις προτεραιότητές μου. Έχω να κάνω με το τραγούδι κυρίως όταν εφάπτεται του θεάτρου. Κι όλες οι συμμετοχές που έχω κάνει, αν εξαιρέσω μια που μου είχε ζητήσει ο Γιώργος Χατζηνάσιος και μια ο Νότης Μαυρουδής, είχαν να κάνουν με το θέατρο. Και με το Μίκη που έκανα μια δουλειά, ήταν τραγούδια από το θέατρο και το σινεμά. Δε με γοητεύει να βρω ας πούμε έναν συνθέτη και ν’ αρχίσω να τραγουδάω, αν και μου έχει προταθεί.

Γιάννης Μπέζος - Λούνα παρκ (Στο λούνα παρκ του τρόμου) – 1993
Στίχοι: Τάσος Σαμαρτζής - Μουσική: Νότης Μαυρουδής

Τι είναι αυτό που θα λέγατε πως έχει αλλάξει μέσα σας 100% από τα πρώτα σας βήματα μέχρι σήμερα;
Μεγάλες αλλαγές δεν υπάρχουν. Υπάρχουν αλλαγές που τις ορίζει η ηλικία και η θέση, κάθε φορά. Όταν είσαι νέος, οι απαιτήσεις είναι λιγότερες, οι άλλοι απαιτούν από σένα κάποια πράγματα, αλλά όχι τόσο μεγάλα όσο όταν αποκτάς μια πιο υπεύθυνη θέση. Οι ευθύνες συμβαδίζουν με την ηλικία και το τι ζητάει από σένα πια η δουλειά, οι θεατές δηλαδή. Από μένα ζητάει άλλα πράγματα, απ’ αυτά που ζητούσε πριν 30 χρόνια.

Έχει άλλες απαιτήσεις ο θεατής; Είναι ευθύνη;
Τεράστια ευθύνη. Πολύ μεγάλη ευθύνη, όχι μόνο στη σκηνή, αλλά και στη ζωή. Οι συνάδελφοί μου συνηθίζουν να λαϊκίζουν αφόρητα, πιο πολύ κι απ’ τους πολιτικούς, νομίζοντας ότι έτσι θα γίνουν αρεστοί στο κοινό. Αν θες να είσαι σοβαρός, εφ’ όσον κάνεις αυτή τη δουλειά, πρέπει να λες την αλήθεια σου. Αλλά, όχι αβασάνιστα. Μετά από σκέψη και εμπειρία, πρέπει να τη λες.

Καμιά φορά όμως μπορεί να μην είναι και τόσο καλό αυτό.
Το ξέρω, έχει γράψει το Μισάνθρωπο ο Μολιέρος γι’ αυτό, που στο τέλος μένει μόνος του. Αυτός, βέβαια, είναι μια ακραία περίπτωση, αλλά νομίζω ότι οι άνθρωποι της γενιάς μου και της θέσης μου στο χώρο αυτό έχουν πάρα, πάρα πολύ μεγάλη ευθύνη. Θα έλεγα ότι έχουν πολιτική ευθύνη. Όταν έχεις δημόσια παρουσία, δημόσιο λόγο και βήμα ισχυρό, έχεις πάρα πολύ μεγάλη ευθύνη. Δε μπορείς να λες ό,τι σου κατέβει.

Μπάσκετ παίζετε πάντα;
Παίζω ναι, όσο μου επιτρέπει ο χρόνος μου.

Θέλετε να προτείνετε στους αναγνώστες μας ένα βιβλίο που διαβάσατε και σας έκανε εντύπωση;
Να διαβάσουν το Συμπόσιο του Πλάτωνα, καλό θα τους κάνει.

Κύριε Μπέζο, σας ευχαριστώ πολύ!
DSC 0022smalllogo

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!