Φώντας Λάδης - «Ο Λοΐζος ήταν μάθημα και για μας»

Ο Φωντας Λάδης στο δεύτερο μέρος της συνέντευξής του, μιλά για τους Μάνο Λοΐζο & Δημήτρη Λάγιο, το στίχο του που αποδόθηκε στο Μπρεχτ και άλλα.
Φώντας Λάδης - «Ο Λοΐζος ήταν μάθημα και για μας» Φωτογραφίες: Κίκα Α. Ρόκα
Με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου «Ο Δημήτρης Κανέλλος ερμηνεύει Φώντα Λάδη», ο συγγραφέας, δημοσιογράφος, ποιητής και στιχουργός, Φώντας Λάδης, μας υποδέχτηκε στο σπίτι του, στο χώρο όπου εργάζεται και δημιουργεί. Στο πρώτο μέρος της συνέντευξής μας, ο Φώντας Λάδης & ο Δημήτρης Κανέλλος μίλησαν από κοινού για το δίσκο, τη συνεργασία τους και τους λόγους για τους οποίους η δουλειά αυτή ξεχωρίζει.

Στο δεύτερο μέρος, ο Φώντας Λάδης, μεταξύ άλλων, μιλά για τους συνθέτες των οποίων έργα συμπεριλήφθηκαν στο δίσκο, δηλαδή για το Μάνο Λοΐζο και το Δημήτρη Λάγιο, καθώς και για τον εμβληματικό στίχο του, που αν και αποδόθηκε από λάθος στον Μπρεχτ, έγινε σύνθημα και από τη φωνή της Μαρίας Δημητριάδη πέρασε σε εκατοντάδες χιλιάδες στόματα.

Κ. Λάδη, ο Λοΐζος πώς ήταν σαν άνθρωπος;
Ένας πολύ καλός φίλος, πολύ καλός άνθρωπος, πλακατζής, με τις αδυναμίες του, μικρές και μεγάλες. Προσπαθούσε κι αυτός να ισορροπήσει. Τώρα με την κρίση ξαναγυρίσαμε στη φτώχεια και την ένδεια, αλλά και τότε υπήρχε έντονα το πρόβλημα. Οι άνθρωποι δεν είχαν δεύτερο παπούτσι να αλλάξουνε ή και να φάνε ακόμα το βράδυ. Ήταν η ζωή πιο απλή, έτσι όπως έχει συμβολοποιηθεί μέσα από τις ελληνικές ταινίες, όμως κάποια προβλήματα υπαρξιακά υπήρχαν με τον ίδιο τρόπο που υπάρχουν και σήμερα. Γιατί ήδη η Αθήνα ήταν μια μεγάλη πόλη. Ορμητικά μπαίνανε από το εξωτερικό καινούριες ιδέες, μόδα, τεχνολογία τη δεκαετία του ’60, πριν από τη Χούντα. Αυτά, λοιπόν, επηρέαζαν τον ψυχισμό των καλλιτεχνών, που ήταν έτσι πιο ευαίσθητοι. Τους απασχολούσαν κι άλλα πράγματα. Ο Λοΐζος, επειδή ήταν πολύ ευαίσθητος και λίγο ταλαιπωρημένος, του έλειπαν οι δικοί του, η καταγωγή του ήταν από την Κύπρο, οι γονείς του ήταν στην Αλεξάνδρεια, προσπαθούσε με δυσκολία να σπουδάσει, να βγάζει τα προς το ζην, αλλά με πάθος. Προσπαθούσε να ξεφύγει από τα μπερδεμένα πράγματα που είχε η ζωή από τότε, δηλαδή τις ανάγκες, τα συναισθηματικά, τι ρότα βάζεις στη ζωή σου, τι ακολουθείς… Γιατί ήτανε σίγουρα πολύ καλλιτεχνική φύση. Όλοι έχουμε τα προβλήματά μας, αλλά ένας υπάλληλος τα συμβιβάζει κάπως πιο εύκολα. Ένας καλλιτέχνης είναι περισσότερο μέσα στις «σειρήνες». Κι ο Μάνος είχε πολλές τέτοιες. Και συνδικαλιστής και πρόεδρος της ΕΜΣΕ ήταν κι έδωσε μεγάλες μάχες εναντίον της ΑΕΠΙ και τούτο κι εκείνο. Προσπαθούσε όλα να τα λύσει και μ’ όλα να είναι εντάξει. Φθάρηκε μ’ όλα αυτά. Αυτός ήταν ο Μάνος Λοΐζος. Ένας άνθρωπος με τρομερό ταλέντο, ο οποίος δούλευε πάρα πολύ, δοκίμαζε πάρα πολλές φορές τα τραγούδια, είχε τελειομανία. Και κατά τη γραφή τους και μετά, στο στούντιο. Κόστιζε πολύ στις εταιρείες. Ήθελε να ανανεώνεται. Μπορεί, όπως οι περισσότεροι Έλληνες συνθέτες να μην έτυχε να έχει την παιδεία ενός Θεοδωράκη ας πούμε, κι αυτό τον δυσκόλευε, γιατί αν θες να κάνεις κάτι πιο σύνθετο, δεν είναι πάντα εύκολο. Οι σπουδές βοηθάνε. Με μια κιθάρα κι αυτοδίδακτος δε μπορείς να κάνεις τα πάντα. Είναι θέματα πολυπλοκότητας, πιο σύνθετες μορφές τέχνης. Αυτό, λοιπόν, δεν το είχε ο Μάνος, ενώ ας πούμε ο Λεοντής το έχει και προσπαθούσε να το ξεπεράσει. Και το ξεπέρασε σε μεγάλο βαθμό. Και κοιτούσε, επειδή είχε το ταλέντο να γράφει πολύ ωραίες μελωδίες, να το αναπληρώσει εκεί. Δεν έπεφτε στην παγίδα να γράψει τα ίδια και τα ίδια. Ήθελε συνέχεια να πρωτοτυπεί. Κάθε του δίσκος να είναι κάτι διαφορετικό από τον προηγούμενο. Πολύ σημαντικό. Εγώ δεν το ‘χω αυτό. Του πήγαινα, ας πούμε, μια καινούρια σειρά πολιτικά τραγούδια. Και μου ‘λεγε «κάτσε ρε παιδί μου, τι παραπάνω θα γράψουμε απ’ τη τσιμινιέρα και το δέντρο; Πάμε κάπου αλλού τώρα!». Ψαχνότανε, τι γράφει ο Ρασούλης, τι γράφει ο Παπακωνσταντίνου… Γιατί του είχε πάει στίχους και ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, ως νεαρός ποιητής. Βασανιζότανε να μην επαναληφθεί και το πέτυχε σε μεγάλο βαθμό. Γι’ αυτό δεν έχει και μεγάλη δισκογραφία. Κι αν δεις, σε κάθε δίσκο του, αν όχι όλα, τα εφτά είναι επιτυχίες. Είχε την εντελώς αντίθετη άποψη απ’ αυτήν που είχαν οι εταιρειάρχες, ότι «θα πιάσει ο δίσκος με δυο καλά τραγούδια και κράτα τα άλλα για τον άλλο δίσκο». Έπασχε, του ΄λειπε ένα τραγούδι, δεν το ‘βρισκε στο Ρασούλη, έτρεχε στον Πυθαγόρα… Άμα δεις στα «Τραγούδια της Χαρούλας» υπάρχουν και τρία τραγούδια σε στίχους Πυθαγόρα, γιατί δε μπορούσε να ολοκληρώσει με το Ρασούλη. Ή στο «Καλημέρα ήλιε» θα δεις ότι υπάρχουν και δυο σε δικούς του στίχους, γεγονός που τον έφερε σε ρήξη με το Δημήτρη Χριστοδούλου. Δεν το ήξερε και τσαντίστηκε. Βγήκε ο δίσκος και ξαφνικά βλέπει πως δεν ήταν όλα δικά του. Παρέδιδε το δίσκο μόνο όταν ήταν σίγουρος πως όλα ήταν τέλεια. Αυτό ήταν ένα πολύ σπουδαίο χαρακτηριστικό του. Μάθημα και για μας.
fontaslad02
Ο Δημήτρης Λάγιος;
Καθένας έχει, ανάλογα με τη στιγμή που μπαίνει στο τραγούδι, τα δικά του προβλήματα. Αυτός ήταν νεότερος κι επειδή είχε ταλέντο και το ‘ξερε, ήθελε να φτάσει γρήγορα στην επιτυχία. Ίσως είχε προαίσθημα και ήθελε να προλάβει να γράψει με γνωστούς εκτελεστές και το πέτυχε, που ήταν δύσκολο για άλλους. Έκανε Ωδεία, έκανε φεστιβάλ στη Ζάκυνθο… Έκανε πολύ σπουδαία πράγματα ο Δημήτρης, πέρα από το τραγούδι. Όμως δεν ήταν τελειομανής στον ίδιο βαθμό με το Μάνο.

Με τους στίχους τι συμβαίνει;
Άμα σου δείξω τι κουταμάρες έχω γράψει, θα τρελαθείς. Ντρέπομαι μην τα δουν τα παιδιά μου. Τα κρατάω από ματαιοδοξία, για να μπορεί κάποιος να δει πώς δουλεύει ένας ποιητής, κάνει σχεδιάσματα, «θητεύει» σιγά σιγά, μιμείται το δημοτικό, μιμείται το ρεμπέτικο για να μάθει… Αλλά για να έρθει το ένα, πρέπει να γράψεις πολλά.

Πιστεύετε το τραγούδι σήμερα επηρεάζει με τον τρόπο που επηρέαζε παλιά;
Ό,τι μπορώ παρακολουθώ, αλλά δεν έχω πλήρη εικόνα. Έχω κάποια επαφή, γιατί έρχονται τραγουδιστές και συγκροτήματα όπως οι Magic de Spell και γνωριζόμαστε και παρακολουθώ κάποιες σοβαρές προσπάθειες νέων παιδιών. Παλιότερα ήθελα να κάνω ένα φεστιβάλ πολιτικού τραγουδιού και ανακάλυψα ότι υπάρχουνε δυνάμεις που γράφουν ενδιαφέροντα τραγούδια, αλλά γενικά δε γνωρίζω τι υπάρχει ή μπορεί να το ακούω και να μη μ’ αγγίζει και να φταίω εγώ. Η νεολαία έχει και σήμερα ινδάλματα, άρα κάτι φέρνουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι. Δε μπορώ να τα παρακολουθώ όλα, από πλευράς οικονομίας χρόνου και των ενδιαφερόντων μου. Πάντα το καλό τραγούδι θα κάνει καλό και θα επηρεάζει τον κόσμο και άμεσα και έμμεσα στη ζωή και στις κινήσεις του. Αν δεν το πίστευα, θα έγραφα τραγούδια;

Κάποια στιγμή, στίχος σας αποδόθηκε από λάθος στο Μπρεχτ. «Τον φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον, δεν θα πεθάνει μόνος, τσάκισέ τον». Πώς νιώσατε;
Όπως έγινε το μπέρδεμα, μέσα από το ίντερνετ, που δε μπορείς κι εύκολα να πιάσεις το νήμα και να δεις πότε και ποιος -καλοπροαίρετα πιστεύω- το είπε και κάποιοι το πίστεψαν, ένα μέρος του κόσμου έλεγε πως ανήκει στο Μπρεχτ, ενώ κάποιοι άλλοι ήδη από τότε επέμεναν πως ανήκει στο Φώντα Λάδη. Μετά ψάξανε για μικτές ερμηνείες, ότι ναι μεν είναι του Λάδη, αλλά είναι μετάφραση κτλ. Κάποια στιγμή που η δράση της Χρυσής Αυγής έφερε στην επικαιρότητα την ανάγκη για το στίχο αυτό που εξέφραζε αυτό που ένιωθε ο κόσμος ενάντια στη Χρυσή Αυγή, το πράγμα άρχισε να παίρνει διαστάσεις. Στην Κύπρο ας πούμε γράψανε σε μπλουζάκια το στίχο, σε φεστιβάλ, σε διαδηλώσεις το γράφανε σε πανό κτλ., γιατί ταίριαζε, ειδικά η τελευταία αποστροφή. Κάποια στιγμή, λοιπόν, άρχισε να με πειράζει, όχι μόνο λόγω ματαιοδοξίας. Στην αρχή μου άρεσε αυτή η σύγχυση, το θεωρούσα και τιμή μου να αποδίδεται στίχος μου στο Μπρεχτ. Όταν όμως εμφανίστηκε σε μια τεράστια διαδήλωση εναντίον των δολοφόνων του Φύσσα ή όταν το ανέφερε ο Κουτσούμπας, σκέφτηκα να το αποκαταστήσουμε πλέον. Έστειλα, λοιπόν, «πρέσβεις» στο ΚΚΕ κι αμέσως και ο Τσίπρας και ο Κουτσούμπας με δηλώσεις τους «αποκατέστησαν» την αλήθεια.

Το 2014 υπήρξε μια προσπάθεια επαναλειτουργίας του Συλλόγου Φίλων Ελληνικής Μουσικής, του οποίου ήσασταν μέλος. Τι έγινε;
Δεν έγιναν σπουδαία πράγματα. Έγινε η επανασύσταση του σωματείου με 100 τόσες υπογραφές, κάναμε μια επίσημη συνεδρίαση, μίλησα εγώ, αλλά, για να σου πω την αλήθεια, δεν ήμουν σύμφωνος. Το θεωρώ πολύ σημαντικό στα σύγχρονα δεδομένα να λειτουργήσει ένας Σύλλογος σαν τον ΣΦΕΜ ή και ο ίδιος ο ΣΦΕΜ, δηλαδή να έχει μια βιβλιοθήκη, μια χορωδία κι όπου πάει, αλλά όχι χωρίς μια μεγάλη στέγη στο κέντρο, η οποία δεν υπήρχε, άρα η επαναλειτουργία αδράνησε.

Video

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!