Ευαγγελία Μαργαρώνη: «Πέρασα δυσκολίες και στεναχώριες, αλλά δεν έχω παράπονο»

(ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ & PHOTOS) Μια από τις τελευταίες συνεντεύξεις της σπουδαίας μουσικού που έφυγε από τη ζωή

«Έφυγε» η κυρά Βαγγελιώ


Έφυγε την Τετάρτη 5 Σεπτεμβρίου από τη ζωή, σε ηλικία 90 ετών, μια από τις σημαντικότερες μουσικούς του μεταπολεμικού λαϊκού τραγουδιού. Η Κυρία Ευαγγελία Μαργαρώνη.

Είχα τη μεγάλη χαρά να τη γνωρίσω, να την επισκεφθώ αρκετές φορές στο σπίτι της στην Κοκκινιά, να ακουμπήσω στο πιάνο της και στο παλιό μαύρο τηλέφωνο που μιλούσε με τον Τσιτσάνη και να την ακούω να διηγείται σπάνιες ιστορίες από τη μεγάλη διαδρομή της στο χώρο της λαϊκής μουσικής. Δεν ξέρω γιατί, αλλά όταν τη συναντούσα ένιωθα πως μιλούσα με τη γιαγιά μου, που είχε φύγει από τη ζωή το 2002 και, όσο ζούσε, μου αφηγούνταν τις ιστορίες και τις περιπέτειες από το μεγάλο ξεριζωμό του ’22 από την Μικρά Ασία.

Στις 15 Νοεμβρίου 2008 η κυρία Ευαγγελία μου παραχώρησε μια συνέντευξη, που δημοσιεύθηκε τον Φλεβάρη του 2009 στο 6ο τεύχος του περιοδικού «ΟΑΣΙΣ» και έμελλε να είναι μια από τις τελευταίες της. Θυμάμαι πως δεν ήθελε να την ηχογραφήσω, αλλά να γράφω τις απαντήσεις της. Τελικά κατάφερα να την πείσω και να αποκτήσω ένα «ακριβό» ντοκουμέντο με τη φωνή της…

Την αναδημοσιεύουμε σήμερα, σαν ελάχιστο φόρο τιμής στην ιερή μνήμη της. Ο πρόλογος είναι ακριβώς ο ίδιος με του περιοδικού.


Η μαγεία των ήχων στα πλήκτρα


Για πενήντα και πλέον χρόνια στόλισε και στήριξε το ελληνικό λαϊκό τραγούδι με τα μαγικά της δάχτυλα, που «ζωγράφισαν» πάνω στα πλήκτρα του πιάνου και του ακορντεόν αξεπέραστες μελωδίες. Η κυρία Μαργαρώνη, η κυρά Βαγγελιώ, ανοίγει το σπίτι της και την καρδιά της και θυμάται όλα αυτά που σημάδεψαν τη μακροχρόνια θητεία της στο πλευρό του Βασίλη Τσιτσάνη, αλλά και των άλλων μεγάλων λαϊκών συνθετών και τραγουδιστών.


Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή…Γεννηθήκατε το 1928. Ποια ήταν τα πρώτα σας ακούσματα;

Τα ακούσματα που είχα σε ηλικία 6-7 ετών ήταν τα Μικρασιάτικα και παραδοσιακά τραγούδια , από τον πατέρα μου, τον Μανώλη Μαργαρώνη ο οποίος έπαιζε σαντούρι.

Εσείς πότε καταλάβατε πως η μουσική είναι αυτή που θα σας συντροφεύσει σε όλη σας τη ζωή;

Το 1938 ξεκίνησα να μαθαίνω βιολί αλλά δεν μου άρεσε και το παράτησα. Το ‘40 πήρε ο πατέρας μου ένα πιάνο για να μάθει να παίζει και ν’ αφήσει το σαντούρι και σκέφθηκε να μάθω κι εγώ πιάνο που ήταν πιο εύκολο από το βιολί. Άρχισε να μου δείχνει σιγά σιγά τα πλήκτρα. Κι έτσι φτιάξαμε μια εισαγωγή από κάποιο τραγούδι, πρακτικά. Τότε κηρύχθηκε ο πόλεμος. Και σκέφθηκε να πάρω ακορντεόν για να μπορέσουμε να πάμε σε κάποιο μαγαζί, εκείνος με το σαντούρι κι εγώ με το ακορντεόν. Γνωρίζαμε έναν πιανίστα τυφλό, τον Λάβδα και πήγα σ’ αυτόν με το ακορντεονάκι το μικρό. Μού ‘δειξε πρακτικά ένα ανατολίτικο τραγουδάκι, τη «Τζεμιλέ». Εκείνη την εποχή ο Στελλάκης ο Περπινιάδης είχε ένα μαγαζί στη Νεάπολη. Εκεί δούλευε ο πατέρας μου με το Λάβδα και κιθάρα-τραγούδι τον Γιάννη Σαμιώτη. Με πήρανε κι εμένα μαζί, σε ηλικία 12 ετών να παίζω αυτό το τραγουδάκι και μου έδιναν κάποιο φιλοδώρημα. Γιατί παρόλο που είχε ξεσπάσει ο πόλεμος , υπήρχε κόσμος που «τα είχε» και διασκέδαζε.

Αυτά συνέβαιναν πριν έρθουν οι Γερμανοί στην Ελλάδα;

Ναι…Υπήρχαν οικογένειες που ερχόταν και διασκέδαζαν στο μαγαζί.

Πληρωνόσασταν μόνο από τις παρέες ή και από το μαγαζί;

Από το μαγαζί δεν παίρναμε τίποτα, μόνο από τη «χαρτούρα». Δεν υπήρχαν μεροκάματα. Εγώ ότι έπαιρνα, πήγαινα και τους τα έδινα…Ο μπαμπάς μου δε δεχόταν να πάρω τίποτα... Ήταν πολύ δύσκολα εκείνα τα χρόνια, πολύ περισσότερο όταν ήρθαν και οι Γερμανοί. Σιγά σιγά όταν άρχισα να μαθαίνω κι άλλα τραγούδια, ο πατέρας μου σκέφθηκε να μάθω πιάνο. Ξεκίνησα με μια δασκάλα, μέχρι που πήγα στο «Ωδείο Αθηνών» που είναι στην οδό Πειραιώς αλλά δεν με δέχθηκαν γιατί είχαν περάσει τα χρόνια μου. Ήμουν πλέον 15-16 χρονών, μεγάλη για να πάω για πιανίστρια. Στη συνέχεια γράφτηκα στο «Ελληνικό Ωδείο» και όταν είδαν ότι στην προκαταρκτική ήμουν προχωρημένη μ’ έβαλαν στην κατωτέρα. Είχα μια δασκάλα πολύ καλή και καθηγητή που με παρακολουθούσε τον Μάριο το Βάρβογλη. Διευθυντής του Ωδείου ήταν ο Αντίοχος Ευαγγελάτος. Από κει ξεκίνησα να είμαι, σχεδόν, επαγγελματίας μουσικός. Στα 17 μου γράφτηκα στον Πανελλήνιο σύλλογο μουσικών στον οποίο ήταν όλοι οι μουσικοί του ελαφρού τραγουδιού. Δεν υπήρχαν λαϊκά τραγούδια. Όταν γράφτηκα εκεί ήδη είχα αρχίσει να διαβάζω μουσική. Έμαθαν ότι εργάζομαι σαν επαγγελματίας στο λαϊκό τραγούδι αλλά και στα ελαφρά και τους είχε κάνει εντύπωση πως είναι δυνατόν στα 17-18 μου χρόνια να παίζω λαϊκά και δημοτικά τραγούδια και να είμαι και στα ελαφρά. Με έβαλαν και στην ορχήστρα ελαφρών τραγουδιών στην Οdeon με διευθυντή τον Ζακ Ιακωβίδη. Από κει ξεκίνησε η πορεία μου, μέχρι το ’49 που γνώρισα τον Τσιτσάνη. Δούλευα πλέον σαν επαγγελματίας στα μαγαζιά του Περιβόλα και του Κεφάλα. Ο Κώστας Λάβδας , έπαιζε πιάνο, εγώ ακορντεόν, είχαμε μια κιθάρα και ο πατέρας μου το ’47 σταμάτησε και αντί για σαντούρι βάλαμε και βιολί. Συμπτωματικά βιολί έπαιζε ο άντρας που παντρεύτηκα αργότερα ο Λουκάς Καρμανιόλας. Ο πιανίστας όμως κάποια στιγμή θέλησε να ξεκουραστεί και μ ’έβαλε να κάθομαι και στο πιάνο.

Θυμάστε ποιοι τραγουδούσαν σ’ εκείνο το σχήμα;

Τραγουδούσε η μεγαλύτερη φίρμα της Σμύρνης, ο Κώστας ο Νούρος κι ερχόντουσαν πολλοί Σμυρνιοί πελάτες να τον ακούσουν σε ελληνικά τραγούδια, σε παραδοσιακά, σε αμανέδες και σε τούρκικα. Αυτά γινόταν στου «Περιβόλα». Απέναντι ήταν το μαγαζί του «Κεφάλα». Εκεί ήταν τραγουδιστής ο Στελλάκης Περπινιάδης.

Σε ποια περιοχή ήταν αυτά τα μαγαζιά;

Εδώ στην Κοκκινιά. Πολύ κοντά στο σπίτι μας.

Στου «Κεφάλα» ποια ήταν η ορχήστρα;

Βιολί, κιθάρα, ακορντεόν, που έπαιζε μια κοπέλα η Βούλα Δερέμπεη , η οποία συνέχισε στο κλασσικό τραγούδι, έγινε καθηγήτρια πιάνο ενώ εγώ έμεινα στο λαϊκό τραγούδι.

Με τη Μαρίκα Νίνου πότε γνωριστήκατε;

To ’48-’49 πάει η Μαρίκα στου «Κεφάλα» με τον άντρα της και το γιο της. Είχανε το σχήμα «2 ½ Νίνο» και έκαναν κάποια νούμερα σαν ακροβατικά για να επιβιώσουν. Νομίζω πως η Μαρίκα είχε ήδη τραγουδήσει με το Μανώλη Χιώτη…

Είχε ηχογραφήσει το «Ώρες σε κρυφοκοιτάζω» με το Χιώτη.

Ναι…Δεν θυμάμαι αν είχε τραγουδήσει και με τον Τσιτσάνη. Και πήγε και του μίλησε για μένα. Εγώ το ότι συνεργάστηκα μαζί του το χρωστάω στη Μαρίκα. Κάποια στιγμή ήρθε ο Τσιτσάνης στου «Περιβόλα» για φαγητό και για να με ακούσει στο πιάνο. Είχα πάρει πλέον τον αέρα του λαϊκού τραγουδιού. Παίζαμε τραγούδια δικά του αλλά και του Παπαϊωάννου χωρίς να ξέρουμε ποιος είναι ο συνθέτης τότε. Κι αφού με άκουσε, προφανώς του άρεσε το παίξιμό μου, ήταν πολύ απλό, πολύ κλασσικό και αμέσως μου πρότεινε να συνεργαστούμε. Η πρώτη μας συνεργασία ήταν σε δίσκο.

Θυμάστε σε ποιο τραγούδι;

«Κι αν πάθεις και καμιά ζημιά Τσιτσάνη μου, εγώ θα την πληρώσω».

Εκεί παίξατε ακορντεόν ή πιάνο;

Aκορντεόν. Ακούγοντας αυτό τον δίσκο ο Μητσάκης, με πήρε μαζί του να δουλέψω στου «Τζίμη του Χοντρού» στην Αχαρνών, πιάνο και ακορντεόν. Όλο το ’50 δούλεψα με τον Μητσάκη. Το ’51 μου έκανε πρόταση ο Τσιτσάνης. Στου «Τζίμη» ερχόντουσαν διάφοροι Έλληνες από την Κωνσταντινούπολη. Ένας απ’ αυτούς, Γιάννης Πολίτης ήταν τ’ όνομά του, πρότεινε στον Τσιτσάνη να πάμε στην Κωνσταντινούπολη και τον Οκτώβρη του ’51, πήγαμε μαζί στην Πόλη σε ένα τούρκικο μαγαζί την «Καζαμπλάνκα», με τούρκο καταστηματάρχη, για δυο μήνες. Από κει και πέρα συνέχισα με τον Τσιτσάνη. Με την επιστροφή μας πήγαμε αμέσως στου «Τζίμη του Χοντρού». Εκεί, επειδή υπήρχε άλλη μουσική, βγαίναμε εμείς σαν «πρόγραμμα». Στο πιάνο ήταν η Λιλή Νικολέσκο. Κατέβαινε εκείνη και ανέβαινα εγώ στο πιάνο να συνοδεύσω τον Τσιτσάνη.

Τότε έγινε και η ζωντανή ηχογράφηση με τη Μαρίκα Νίνου, που κυκλοφόρησε το 1977 σε δίσκο;

Ναι από εκεί πρέπει να ήταν, ίσως όμως και λίγο αργότερα. Στη συνέχεια, το 1952 πήγαμε στην «Τριάνα του Χειλά» στη Συγγρού. Αργότερα στου «Μαργωμένου» , στο «Φαληρικόν» και σε άλλα μαγαζιά.

Θυμάστε πόσο ήταν περίπου το μεροκάματο τότε;

Τη δεκαετία του ’60 παίρναμε περίπου 50-60 δραχμές.

Αληθεύει πως τις παρτιτούρες του Τσιτσάνη τις γράφατε εσείς;

Ναι. Εγώ έγραφα και μουσική τότε. Ένα χρόνο ήθελα να πάρω πτυχίο δασκάλας στο Ωδείο και το σταμάτησα, γιατί δεν μπορούσα πλέον να συνεχίσω, ξενυχτούσα το βράδυ στα μαγαζιά. Για να συνεχίσω και να πάρω πτυχίο έπρεπε να μελετάω στο πιάνο ολόκληρη μέρα. Μου βγήκε σε καλό όμως, απ’ ότι φαίνεται. Ο Τσιτσάνης όταν ανέβαινε στο πάλκο, έπαιρνε το μπουζούκι, το κούρντιζε και μετά έκανε κάποια «φαντασία», δεν έπαιζε αμέσως τραγούδι. Κι όταν του άρεσε κάποια φράση, γύριζε σε μένα, στο πιάνο, είχαμε γνωριστεί πλέον καλά και μου έλεγε «Ευαγγελία σημείωσέ το». Αυτή τη φράση, επειδή εκείνη την ώρα δεν είχα πεντάγραμμο να τα γράφω σε νότες , τα έγραφα σε κανένα χαρτί, σε κανένα πακέτο τσιγάρου , με συλλαβές ή με α, β κλπ. Είχα δυνατό αυτί, τα ’παιρνα αμέσως. Μου τηλεφωνούσε λοιπόν την άλλη μέρα και μου έλεγε «θυμάσαι τι έπαιξα; Tι έκανα εκείνη την ώρα; » Εγώ , αφού το είχα γραμμένο, του το έπαιζα στο πιάνο. Αυτή ήταν η αρχή. Εκείνος έπαιρνε αμέσως το μπουζούκι. Μ’ αυτή τη φράση δημιουργούσε κι αυτός το τραγουδάκι αλλά κομμάτι-κομμάτι, όχι μια και καλή. Μετά έβαζε και λίγο παρακάτω. Με ξανάπαιρνε τηλέφωνο. «Άκου το αυτό…» Εκείνος στη Γλυφάδα κι εγώ εδώ, στην Κοκκινιά. Το άκουγα που το έπαιζε στο μπουζούκι και το έπαιζα στο πιάνο για να το ακούσει. Αφού το άκουγε κλείναμε το τηλέφωνο. Συνέχιζε αυτός κομμάτι-κομμάτι. Αυτή η δουλειά γινόταν από το τηλέφωνο για 1-2 μήνες. Να παίζει, να το ακούω, να του το παίζω εγώ στο πιάνο, να το ακούει αυτός, ώσπου να τελειώσει το τραγούδι. Και κάθε φορά έλεγε «να το κάνουμε έτσι; Να αφαιρέσουμε; Να το κάνουμε αλλιώς;» Του έλεγα βέβαια κι εγώ τη γνώμη μου, να κάνει κάποια αλλαγή αλλά πάντα τον άφηνα στη δική του κρίση. Του έλεγα «εγώ λέω αυτό αλλά σκέψου εσύ τι σου αρέσει εσένα, τι θέλεις εσύ». Δεν ήθελα ποτέ να φανώ ότι θα κάνω κάποια αλλαγή στο τραγούδι του. Ποτέ. Κι αν έτυχε, μπορεί να το έκανε εκείνος από μόνος του.

Φαντάζομαι πως θα ήταν πολύ χρονοβόρα διαδικασία, δεδομένου ότι τα τραγούδια του Τσιτσάνη δεν είχαν απλώς ένα κουπλέ-ρεφραίν αλλά τρία - τέσσερα διαφορετικά θέματα.

Βέβαια, κρατούσε πολύ αυτή η διαδικασία. Έγραφε την εισαγωγή, μετά έγραφε το κουπλέ, μετά έβαζε και το ρεφραίν. Και ανάλογα με το αν ήταν δύο ή τρεις στίχοι, επαναλαμβανόταν αυτό για να γίνει ο δίσκος για τρία λεπτά που ήταν τότε. Αφού το συμπλήρωνε όλο, το έγραφα εγώ σε παρτιτούρα, πρόχειρα στην αρχή με μολύβι και τα έπαιρναν μετά οι μουσικοί οίκοι, ο Γαϊτάνος ή ο Διαμαντόπουλος και τα τύπωναν σε φυλλάδια. Έτσι γινόταν το γράψιμο των τραγουδιών. Παλαιότερα, δεν ξέρω, μπορεί να τα έδινε σε κάποιον άλλον αλλά σε μένα έδειξε μια εμπιστοσύνη και του τα ’γραφα σωστά.

Ποιοι άλλοι μουσικοί συνόδευαν τον Τσιτσάνη στα κέντρα τότε;

Ο Γιάννης Σαλασίδης έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε. Είχε πολύ δυνατή φωνή.

Ο Σαλασίδης ακούγεται στη «Ζαϊρα» στα «Καβουράκια» και στα άλλα τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στην αίθουσα «Παρνασσός» το 1954;

Ναι ο Σαλασίδης είναι. Τότε παίζαμε χωρίς μικρόφωνα. Αργότερα όταν επέτρεψαν τα μικρόφωνα, κάτω στου «Μαργωμένου», βάζαμε ένα που το είχε ο τραγουδιστής αλλά επιτρεπόταν μέχρι τις 12 ή 1 τη νύχτα. Κι όταν έκλεινε το μικρόφωνο δε μπορούσαν οι άλλοι τραγουδιστές να τραγουδήσουν. Ο Σαλασίδης όμως είχε τη φωνή, έλεγε αυτός τα τραγούδια και συνεχίζαμε μέχρι τις 2 ή 3. Μετά από τον Σαλασίδη, στην «Τριάνα του Χειλά» εκτός από μένα, έπαιζε ο άντρας μου βιολί και είχαμε σαν τραγουδιστή το Σταύρο το Μαυρίδη. Στην αρχή είχαμε έναν τραγουδιστή που λεγόταν Γιώργος Πάρης και έλεγε τα ευρωπαϊκά. Κι ένα άλλον ακορντεονίστα, Βασίλης λεγόταν αλλά το επώνυμό του δεν το θυμάμαι. Το ’52 ή ’53 έφερε ο Χειλάς δύο τουρκάλες τραγουδίστριες, η μια λεγόταν Τζιχάντ Ισίτ και τις συνόδευε ένας τυφλός μουσικός o Ούντι Χραντ, που έπαιζε ούτι. Έλεγαν τούρκικα τραγούδια. Είχαμε πολλούς πελάτες ελληνοαμερικάνους, γιατί ο Χειλάς είχε κάνει στην Αμερική. Είχε βγάλει και φέιγ-βολάν που διαφήμιζε το ότι είχαμε ελληνική μουσική με μπουζούκια κι ερχόταν πολύς κόσμος. Δουλέψαμε πάρα πολύ καλά. Στις τουρκάλες συνόδευα εγώ, έμαθα τα τραγούδια τους από τον τούρκο που τα έπαιζε στο ούτι και ο άντρας μου που έπαιζε βιολί. Επίσης σε ένα πρόγραμμα έβγαιναν δυο κοπέλες οι «Τζάνετ Σίστερς» που ήταν αδελφές του Αλέκου Τζανετάκου του ηθοποιού και έκαναν ένα νούμερο. Είχανε και μια πιο μικρή αδελφή την Κάσυ Σίστερ. Αυτή έβγαινε σαν ξεχωριστό νούμερο και τραγουδούσε ελληνικά αλλά πιο μοντέρνα τραγούδια. Αυτό ήταν το πρόγραμμά μας.

Με την Σωτηρία Μπέλλου πότε συνεργαστήκατε;

Με την Μπέλλου συνεργάστηκα πολύ αργότερα, στο «Χάραμα», τα τελευταία χρόνια. Δεν θυμάμαι αν είχαμε δουλέψει μαζί και στου «Μαργωμένου». Εκεί ήταν το σχήμα Τσιτσάνης-Παπαϊωάννου και η Μαρίκα. Μετά έφυγε η Μαρίκα, δεν ξέρω για ποιο λόγο και είχαμε τη Ρένα Ντάλλια. Μιαν άλλη χρονιά είχαμε τον Γαβαλά με τη Ρία Κούρτη και μπουζούκι τον Γιάννη Καραμπεσίνη.

Αυτό το σχήμα προφανώς θα ήταν αργότερα στη δεκαετία του ’60.

Όντως ήταν αρκετά αργότερα. Δεν τα θυμάμαι με τη σειρά. Με το σχήμα «Τσιτσάνης-Παπαϊωάννου» μπουζούκι έπαιζε και ο Γιώργος Μανισαλής…

Ο «Κοριός»;

Ναι με το παρατσούκλι «Κοριός». Όταν κατέβαινε ο Τσιτσάνης κατέβαινε και ο «Κοριός» για να συνεχίσουν οι τραγουδίστριες που είχαμε με ελαφρό πρόγραμμα. Αργότερα είχαμε μπουζούκι το Δημήτρη τον Βύζα τον οποίο τον είδα και πέρυσι μετά από πολλά χρόνια αλλά και το Θανάση τον Πολυκανδριώτη. Τότε ο Θανάσης υπηρετούσε φαντάρος. Kαι κάθε βράδυ που έβγαινε έξω ο Θανάσης ερχόταν και δούλευε στου «Μαργωμένου» μαζί με τον Βύζα.

Στη θρυλική ηχογράφηση της «Συννεφιασμένης Κυριακής» με τον Καζαντζίδη εσείς παίζετε;

Όχι σ’αυτήν την ηχογράφηση δεν παίζω. Εγώ έπαιξα σ’ αυτήν με τη Μαρίκα Νίνου στον «Παρνασσό».

Νομίζω πως παίζετε και στις περίφημες επανεκτελέσεις του Τσιτσάνη που έγιναν με τη μορφή ποτ-πουρί σε 45άρια extended play στις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Ναι και σ’ αυτά παίζω πιάνο. Όπως και στου Παπαϊωάννου.

Από τους παλιούς τραγουδιστές ποιοι ήταν αυτοί που σας συγκινούσαν περισσότερο;

Ο Γιώργος Κάβουρας και ο Στράτος Διονυσίου…Και ο Καζαντζίδης βέβαια αλλά περισσότερο ο Διονυσίου και ο Κάβουρας.

Από τους νέους τραγουδιστές σήμερα, βλέπετε κάποιους που να μπορούν να συνεχίσουν το δρόμο των παλιών;

Δε νομίζω, δυστυχώς…

Με τον Καζαντζίδη είχατε συνεργαστεί ποτέ;

Στο πάλκο όχι. Σε ηχογραφήσεις μόνο. Παίζω πιάνο σ’ένα τραγούδι που κάνει στην αρχή μια πρόζα ο Τσιτσάνης που λέει «Ξημέρωνε η Κυριακή χτυπούσαν οι καμπάνες…» Κάνω εγώ μια «φαντασία» εκείνη την ώρα και μπαίνει ο Καζαντζίδης.

Αυτό ήταν και το πρώτο της συνεργασίας του Τσιτσάνη με τον Καζαντζίδη, το «Κατάδικος για πάντα» το 1956. Θυμάστε κι άλλα τραγούδια;

Είχα παίξει ακορντεόν στο «Άσπρο πουκάμισο φορώ», στο «Πάρε το δάκρυ μου βοριά», στο «Σαν την καλαμιά στον κάμπο» του Μπάμπη Μπακάλη γιατί μετά από τον Τσιτσάνη, εκτός από το πιάνο είχα συνεργαστεί με όλους τους συνθέτες. Έχω εδώ ένα τετράδιο που έγραψα πριν από δυο χρόνια και έχω σημειώσει όλους τους συνθέτες και τους τραγουδιστές με τους οποίους έχω συνεργαστεί.

Τσιτσάνης, Μητσάκης, Παπαϊωάννου, Χιώτης, Νταράλας, Μπακάλης, Καλδάρας, Καπετάνιος, Καπλάνης, Τατασόπουλος, Λαύκας, Λαβίδας, Βαμβακάρης, Πετσάς, Καραμπεσίνης, Ευσταθίου, Κλουβάτος, Ρεπάνης, Πολυκανδριώτης, Κυριαζής, Σταματίου, Κηλαηδόνης, Κολοκοτρώνης, Σαββόπουλος, Ντούο Χάρμα, Ιακωβίδης, Σμυρναίος, Περιστέρης, Καραπατάκης, Αθανασίου, Γενίτσαρης, Χατζηχρήστος, Καλφόπουλος, Χρυσίνης, Καρανικόλας, Ζαμπέτας….Όλο το ελληνικό λαϊκό τραγούδι…

Κι αυτό είναι μόνο ένα μέρος, δεν είναι όλοι…Και με το Στράτο Παγιουμτζή συνεργάστηκα σε δίσκους. Τον ήθελε πολύ ο Τσιτσάνης. Και με τον Τσαουσάκη σε πολλά τραγούδια που έγιναν επιτυχίες όπως «Η μπόρα». «Έχει ο ουρανός μαυρίσει, και η μπόρα δε θ’ αργήσει». Πολύ ωραία τραγούδια.

Για την εισβολή των Ινδικών τραγουδιών στα τέλη της δεκαετίας του ’60 ποια είναι η γνώμη σας; Αν δεν απατώμαι ο Τσιτσάνης υπήρξε πολέμιος όλης αυτής της κατάστασης. Αν και ο ίδιος είχε γράψει αρκετά τραγούδια επηρεασμένα από το κλίμα της Ανατολής, αλλά σε δικές του μουσικές, όπως η «Ζαϊρα» , η «Σεράχ», η «Γκιουλμπαχάρ» κλπ.

Αυτά τα είχε γραμμένα από πριν. Ήταν δικά του. Ο Τσιτσάνης ήταν αντίθετος με τα Ινδικά. Ίσως κι εκείνος να έπαιρνε καμιά φράση αλλά όχι ολοκληρωμένο τραγούδι. Αρκετοί ήταν οι συνθέτες όμως που πήγαιναν στους κινηματογράφους με τα μαγνητόφωνα και ηχογραφούσαν τα τραγούδια από τις ινδικές ταινίες και μετά τα κυκλοφορούσαν. Μια εποχή στου «Μαργωμένου» που ήμασταν με το Στράτο Διονυσίου, μόλις είχε βγάλει τα πρώτα του τραγούδια, «Το ηλεκτρόφωνο κοιτάζω» και το «Καρδιά μου καημένη» που ήταν διασκευασμένα και τα έλεγε τότε στο μαγαζί με μεγάλη επιτυχία.

Με τον Λουκά Νταράλα πότε συνεργαστήκατε; Στις επανεκτελέσεις που έκανε το 1975;

Ναι, τότε. Τον είχαμε γείτονα το Λουκά. Εδώ έμενε, λίγο πιο πάνω. Και σε δημοτικά έχω παίξει. Και δυστυχώς δεν έχω τους δίσκους στους οποίους έχω παίξει. Αν είχα μυαλό τότε και μάζευα δίσκους δεν ξέρω τι συλλογή θα είχα…

Τι θυμάστε από τις πρώτες σας φωνοληψίες;

Οι εγγραφές τότε γινόταν με κερί. Πηγαίναμε να κάνουμε φωνοληψία με σκοπό να περάσουμε 4, 5, 6 τραγούδια και περνούσε η μέρα μας πότε με ένα τραγούδι και πότε με κανένα. Γιατί γινόταν λάθη, τέλειωναν τα κεριά και δεν έμενε τίποτα. Μόνο η κούραση απ’όλη την ημέρα. Από τις 8 το πρωί μέχρι το απόγευμα. Εν τω μεταξύ όταν είχα γνωρίσει τον Μητσάκη εκείνος ήταν στην Odeon, εγώ ήμουν στην Columbia. Τότε δεν έπρεπε οι μουσικοί της Columbia να παίζουν και στην Οdeon. Ο Μητσάκης λοιπόν μίλησε στον Μάτσα, ήταν ο Μάτσας με τον Μπενβενίστε τότε και με πήρε και στην Odeon. Και από τότε ήμουν Τρίτη, Πέμπτη, Σάββατο στην Columbia και Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή στην Οdeon. Και το βράδυ πήγαινα και στο μαγαζί.

Μια που έγινε αναφορά θα ήθελα να μου πείτε δυο λόγια και για το εργοστάσιο της Columbia που κατεδαφίστηκε πρόσφατα.

Αυτό δεν έπρεπε να γίνει. Έπρεπε να μείνει το εργοστάσιο όπως ήταν. Όλες οι ηχογραφήσεις εκεί γινόταν. Δεν έπρεπε να γίνει αυτό…

Πώς μπορούσατε και συνδυάζατε όλες τις καλλιτεχνικές σας δραστηριότητες με την οικογένεια;

Πέρασα πάρα πολλά. Πολλή κούραση. Δεν μπορείς να φανταστείς. Ευτυχώς είχα βοήθεια από τον μπαμπά και τη μαμά μου που πρόσεχαν τα παιδιά μετά το 1956 που γεννήθηκε ο γιος μου. Μετά από 6 χρόνια γεννήθηκε και η κόρη μου. Το 1971 έχασα τον άντρα μου σε ηλικία 51 ετών κι έπρεπε να συνεχίσω εγώ τη δουλειά. Και συμπτωματικά την ημέρα που πέθανε είχαν εγκαίνια για χειμερινή σεζόν στο «Χάραμα». Πέμπτη 7 Οκτωβρίου. Τους πήρα τηλέφωνο και τους είπα «μην τον περιμένετε το Λουκά, γιατί συνέβη αυτό και δεν θα έρθει». Την επόμενη μέρα στην κηδεία του είχε έρθει όλο το «Χάραμα».

Εσείς παίζατε τότε στο «Χάραμα»;

Όχι δεν έπαιζα. Ήταν μια περίοδος, δεν θυμάμαι ακριβώς, που είχα αρρωστήσει και δεν έπαιζα. Αλλά μετά από δυο μήνες από το θάνατο του Λουκά με πήρανε για πιάνο. Εγώ δεν ήθελα να δουλέψω ακόμη. Με τι καρδιά να πάω να δουλέψω; Αλλά γνώριζα τον Γιάννη τον Δέδε, που είχαμε παίξει μαζί στις φωνοληψίες και τον Γιώργο τον Κουλαξίζη. Δεν γνώριζα κανέναν άλλον. Ο Παπαϊωάννου θέλησε να με πάρει και δεν ήξερα ούτε πού ήταν το μαγαζί για να πάω. Πήγαινα στις Τζιτζιφιές στο σπίτι του Παπαϊωάννου, μ’ έπαιρνε με το αυτοκίνητο, πηγαίναμε στο «Χάραμα» για να μάθω το δρόμο, για ένα ορισμένο διάστημα. Και μετά έφευγα από εδώ από την Κοκκινιά με το λεωφορείο, κατέβαινα στην πλατεία Κουμουνδούρου, από εκει έπαιρνα το λεωφορείο της Καισαριανής, κατέβαινα σε μια στάση, έπαιρνα την οδό Σκοπευτηρίου κι έβγαινα ακριβώς στο «Χάραμα». Κι από τότε έμεινα στο «Χάραμα» μέχρι που πέθανε ο Τσιτσάνης, το 1984. Κι άλλον ένα χρόνο μείναμε με τη Σωτηρία Μπέλλου. Μετά με πήρε ο Στέλιος ο Βαμβακάρης και κάναμε συναυλίες, γυρίσαμε όλη την Ελλάδα. Ηχογραφήσαμε και 2-3 δίσκους μαζί με τραγούδια δικά του και του Μάρκου. Πήγα στο εξωτερικό, Σουηδία, Φινλανδία με το Στέλιο. Με τον Τσιτσάνη είχαμε πάει στην Κύπρο το 1979. Ήταν εκεί και ο Μάνος ο Λοΐζος. Ήταν και από τα λίγα μέρη που πήγε εκτός Αθηνών. Στην Κύπρο, στην Κρήτη και στην Κωνσταντινούπολη. Το ’82 πήγα με τη Σωτηρία Μπέλλου στο Βέλγιο. Το ’86 με την Αλεξάνδρα στον Καναδά. 

Και στη δεκαετία του ’90 όμως, σας ακούμε να παίζετε πιάνο σε τραγούδια όπως στον «Γκρεμό» του Χατζιδάκι, με τον Γεράσιμο Ανδρεάτο, στο δίσκο «Αχ πατρίδα μου γλυκιά» του Λουκιανού Κηλαηδόνη...

Ο Κηλαηδόνης έκανε κάποια τραγούδια του Τσιτσάνη. Είχα παίξει στο «Είμαστε αλάνια» τα ίδια μέρη, όπως ήταν και στην πρώτη εκτέλεση. Παλαιότερα είχα παίξει και με τη Γαλάνη στο «Σκοπευτήριο» του Τσιτσάνη. «Η σκιά μου κι εγώ», «Περαία και Μοσχάτο» κλπ .

Παίξατε και στον «Παπατζή» του Βαγγέλη Παπάζογλου, με τον Γιώργο Νταλάρα στο δίσκο «Εμείς οι Έλληνες» το 1997.

Εκεί παίζω το μέρος που έπαιζε ο πατέρας μου κανονάκι στην πρώτη εκτέλεση. Εγώ όσον καιρό δούλευα με τον πατέρα μου, δεν ήξερα ποιος ήταν. Έβλεπα τους μουσικούς που ερχόταν τότε, όπως η Ρίτα η Αμπατζή και γνώρισα όλους τους Μικρασιάτες της εποχής εκείνης. Τον Ρούκουνα, τον μπάρμπα Γιάννη τον Λειβαδίτη που έπαιζε τσέμπαλο, τον Χρυσαφάκη που ήταν πρόεδρος του σωματείου «Αλληλοβοήθεια» στην οδό Αθηνάς. Αργότερα όταν άκουσα δίσκους με τον Βαγγέλη Παπάζογλου, με τον Στελλάκη Περπινιάδη, με την Ρίτα Αμπατζή να παίζει μέσα ο πατέρας μου και να του λένε «γεια σου Μαργαρώνη με τις πενιές σου», κατάλαβα ότι υπήρξε ένας από τους καλούς μουσικούς.

Έχετε γράψει κι ένα τραγούδι, το «Όπως στρώνεις θα κοιμάσαι» που ηχογραφήθηκε το 1954 με την Άννα Χρυσάφη και τον Σταύρο Πλέσσα.Αυτό το τραγούδι πώς προέκυψε; Είχατε γράψει κι άλλα και κυκλοφόρησε μόνο αυτό;

Όχι, όχι. Κανένα. Δεν ήθελα να γράφω πολλά…

Με τους συνθέτες του λεγόμενου έντεχνου τραγουδιού δεν είχατε συνεργαστεί ποτέ;

Όχι. Είχα παίξει στο «Αγάπη πού ’γινες δίκοπο μαχαίρι» του Χατζιδάκι, αλλά μόνο στο γύρισμα της ταινίας «Στέλλα» με τον Τσιτσάνη και την Μελίνα.

Στις 25 Μαίου του 2005 ο Δήμος της Νίκαιας σας τίμησε στο Κηποθέατρο Νίκαιας για την προσφορά σας στην ελληνική μουσική. Τι θυμάστε από εκείνη τη βραδιά; Έχουν γίνει άλλες ανάλογες εκδηλώσεις;

Ήταν μια πολύ όμορφη εκδήλωση. Είχε παίξει το συγκρότημα μπουζουκιών «Δρόμος», μίλησε ο Γιώργος Νταλάρας και παραβρέθηκαν ο Γιάννης Σταματίου ή «Σπόρος», ο Γιώργος Λιάνης και πολύς κόσμος. Άλλες εκδηλώσεις, όχι δεν έχουν γίνει.

Τελικά, κάνοντας τον απολογισμό, τι έχουν αφήσει όλα αυτά τα χρόνια πίσω τους;

Πέρασα πολλές δυσκολίες και στεναχώριες. Αγωνία για τα παιδιά μου που μεγάλωναν. Τι παρέες κάνουν κλπ. Αλλά με βοήθησε ο Θεός, δεν έχω παράπονο, έτυχαν και οι δουλειές που σου είπα πριν και τα κατάφερα, μεγάλωσα και πάντρεψα τα παιδιά μου με καλούς ανθρώπους. Και τα βλέπω σήμερα και τα παιδιά μου και τα εγγόνια μου, τα καμαρώνω και χαίρομαι που τα κατάφερα…

Υ.Γ: Δέκα χρόνια μετά, ευχαριστώ και πάλι το φίλο Άρη Αναγνωστόπουλο για την ουσιαστική συμβολή του στην πραγματοποίηση αυτής της συζήτησης.

-Οι φωτογραφίες προέρχονται από το προσωπικό αρχείο της κυρίας Ευαγγελίας Μαργαρώνη. Όπως μας εκμυστηρεύθηκε τότε, ήταν πολλές οι φορές που, αν και έδωσε απλόχερα υλικό από το αρχείο της, δυστυχώς, αυτό δεν επεστράφη ποτέ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!