Ελευθερία Αρβανιτάκη & Γιάννης Κότσιρας μιλούν στο Ogdoo.gr για τη συνεργασία τους

20 χρόνια μετά, οι δυο καλλιτέχνες ξανασυναντιόνται επί σκηνής.
Ελευθερία Αρβανιτάκη & Γιάννης Κότσιρας μιλούν στο Ogdoo.gr για τη συνεργασία τους Φωτογραφίες: NDP Photo Agency
Παρουσιάζουν ένα από εκείνα τα προγράμματα τα φετινά που εύκολα χαρακτηρίζεται «άχαστο». Παράλληλα, έχουν ο καθένας τους διαγράψει μια σημαντική πορεία στο ελληνικό τραγούδι, το οποίο και έχουν προικίσει με ουκ ολίγα «διαμαντάκια» όλα αυτά τα χρόνια.

Ο λόγος για την Ελευθερία Αρβανιτάκη και τον Γιάννη Κότσιρα που εμφανίζονται κάθε Σάββατο (αλλά και τις μέρες των γιορτών) στην Ακτή Πειραιώς σε ένα πρόγραμμα με το γενικό τίτλο «Δυνατά κάθε φορά».

Με αυτή την αφορμή τους συνάντησα μαζί, ελαφρώς αγχωμένος, για μια συζήτηση γύρω από το τραγούδι και τη διαδρομή τους. Καθώς περίμενα να τους ειδοποιήσουν ότι είχα φτάσει, άκουσα το Γιάννη Κότσιρα να λέει πολύ απλά: «Ελευθερία, έλα, ήρθε ο Γιώργος». Και, κάπως έτσι, μου έφυγε το άγχος και απόλαυσα τη συζήτησή μας. Ελπίζω κι εσείς.

Ξαναβρίσκεστε, λοιπόν, επί σκηνής είκοσι χρόνια μετά την τελευταία φορά - τότε στην Ιερά Οδό. Τι είναι ίδιο και τι έχει αλλάξει έκτοτε; Για την ιστορία, είχα παρακολουθήσει εκείνη την εμφάνισή σας.

Ε.Α. Ενδιαφέρον θα έχει να μας πεις εσύ, μετά το αποψινό live, την άποψή σου.

Γ.Κ. Νομίζω ότι έχουν αλλάξει πολλά και πολλά έχουν μείνει ίδια. Σίγουρα, εμένα έχει αλλάξει το ρεπερτόριό μου. Όταν ξεκινούσα με την Ελευθερία, φαντάσου, εκείνη μου διάλεγε τα τραγούδια που θα πω. Μαζί τα διαλέγαμε, δηλαδή, αλλά εκείνη είχε τον τελικό λόγο. Τώρα υπάρχει ένα συγκεκριμένο ρεπερτόριο που έχει αποκτηθεί και δεν μπορείς να το παρακάμψεις. Αυτό είναι που συμβαίνει από τη μεριά μου. Θα σου πει καλύτερη η Ελευθερία.

Ε.Α. Εγώ βλέπω ένα Γιάννη πολύ ώριμο, με μια ιστορία πλέον στην ελληνική μουσική -μια πορεία που παρακολουθώ από τότε που ξεκινήσαμε μαζί και ομολογώ ότι είναι εξαιρετική- και η συνάντησή μας εδώ δεν χρειάστηκε πολλά λόγια. Συνεννοηθήκαμε αμέσως με το Γιάννη και πολύ εύκολα φτιάξαμε και το πρόγραμμα, στο οποίο συμμετείχε και η Λήδα Ρουμάνη. Τον βρίσκω πια μπαμπά, τον βρίσκω έναν άνθρωπο που γράφει και μουσική και στίχους και μοιραζόμαστε το πρόγραμμα από την αρχή μέχρι το τέλος, εκτός από δυο εικοσάλεπτα που μένει μόνος του ο καθένας επί σκηνής. Φιλοξενούμε, επίσης, δυο νέα παιδιά, τη Βίκυ Καρατζόγλου και τον Παναγιώτη Λάμπουρα, που είναι μια πρότασή μας.

Στη συνέντευξη τύπου αναφέρατε την ιστορία με το τραγούδι που είχε ξεχωρίσει από την αρχή η Ελευθερία από το «Φύλακα άγγελο» που μόλις είχε κυκλοφορήσει τότε…

Γ.Κ. Η Ελευθερία πάντοτε μού διάλεγε. Είχε πάντοτε ένα ένστικτο με τα πράγματα. Την πρώτη φορά που συνεργαστήκαμε - γιατί δεν ήταν τότε η πρώτη φορά, είχαμε συνεργαστεί ήδη δυο φορές…

Ε.Α. Ήμασταν μαζί δυο χρόνια.

Γ.Κ. Τότε, λοιπόν, είχα μόλις κυκλοφορήσει το «Μόνο ένα φιλί», για την ακρίβεια ήτανε να κυκλοφορήσει, δεν είχε κυκλοφορήσει ακόμα. Της είχα πάει, λοιπόν, να το ακούσει και είχε τρελαθεί με το «Τσιγάρο», το οποίο είχε βαφτίσει μόνη της «Υπόσχεση» - δεν είχε τίτλο ακόμα το τραγούδι, να σκεφτείς. Μου είχε πει, λοιπόν: αυτό το τραγούδι, την Υπόσχεση, να βγάλετε πρώτο, θα πάει πολύ καλά. Δεν βγάλαμε εκείνο, τότε, αλλά αναδείχτηκε από μόνο του. Στην πορεία έγινε και ο «Φύλακας Άγγελος» όπου διάλεξε επίσης το «Φτάνει που κλαίμε» για να λέω στην παράσταση. Για αυτό σου λέω ότι εκείνη τα διαλέγει, μη νομίζεις (γέλια).

Λίγο πριν είπε ότι παρακολουθούσε την πορεία σου όλα αυτά τα χρόνια. Με αυτή την αφορμή, θέλω να σας ρωτήσω και τους δύο: σε αυτή την εικοσαετία, ποιο είναι το αγαπημένο σας τραγούδι του ενός από ρεπερτόριο του άλλου;

Ε.Α. Αυτή είναι δύσκολη ερώτηση. Και είναι και δύσκολη και θέλει και σκέψη. Εγώ, συναισθηματικά, θα πω το «Τσιγάρο» γιατί σηματοδοτεί εκείνη τη συνάντησή μας και τα τραγούδια που μου έβαζε ο Γιάννης να ακούσω. Αλλά δεν είναι το μόνο.

Γ.Κ. Και εγώ έχω πάρα πολλά αγαπημένα της Ελευθερίας. Πάρα πολλά. Από το «Παράπονο» και την «Ξενιτιά», μέχρι το «Μένω εκτός» και κάποια πιο εσωστρεφή κομμάτια από τα «Τραγούδια για τους μήνες». Ο δίσκος αυτός, γενικότερα, έχει ιδιαίτερη θέση στη δισκοθήκη μου. Είναι κάποιοι δίσκοι που τους έχω ξεχωριστά. Το δίσκο αυτό, για να καταλάβεις, τον έχω δίπλα στο «Άξιον εστί», δίπλα στο «Σταυρό του Νότου», δίπλα «Στου αιώνα την παράγκα». Τον έχω, δηλαδή, με αυτούς τους δίσκους τους μοναδικούς που μαζευόμασταν με τα παιδιά στο σχολείο και λέγαμε: θα μαζευτούμε σήμερα στο σπίτι να ακούσουμε τον καινούργιο δίσκο της Αρβανιτάκη με τον Παπαδημητρίου. Αυτό το πράγμα εννοώ. Είναι σε αυτή την κατηγορία. Οπότε, δε μπορώ να ξεχωρίσω ένα, μπορώ όμως να σου πω όλα αυτά. Και πολλά άλλα που θα κάνουν τον κατάλογο τεράστιο.

Ε.Α. Στην παράσταση αυτή, να σου πω, εγώ ακούω με μεγάλη προσοχή ένα τραγούδι που έχει γράψει ο Γιάννης που δεν έχει δισκογραφηθεί ακόμα.

Γ.Κ. Το «Κοίτα γύρω»;

Ε.Α. Ναι, αυτό. Μου έχει κάνει πάρα πολύ μεγάλη εντύπωση. Θα το ακούσεις απόψε.
0210 ELEFTHERIA ARVANITAKI GIANIS KOTSIARAS 30102018 small
Αναφέρθηκες στους δίσκους που όλοι μας έχουμε σε ένα ξεχωριστό σημείο στο σπίτι και στην καρδιά μας. Αυτοί οι δίσκοι ήταν δίσκοι - concept. Εσείς, τώρα, που σαν ερμηνευτές έχετε τη δυναμική να επιλέξετε τι θα τραγουδήσετε περισσότερο από κάποιον που ξεκινάει τη διαδρομή του, βρίσκετε τέτοιο υλικό; Με ποιο τρόπο διαλέγετε κάθε φορά τι θα τραγουδήσετε;

Ε.Α. Για μένα, ο σωστός τρόπος είναι να συνεργάζεσαι με ανθρώπους των οποίων τη δουλειά εκτιμάς: το συνθέτη και το στιχουργό που εκτιμάς κυρίως επαγγελματικά. Μπορεί μετά να μετατραπεί και σε φιλική σχέση όλο αυτό, ή και όχι. Βασικά, πρέπει να είναι άνθρωποι που θαυμάζεις. Αυτό είναι κατ’ αρχήν για μένα.

Γ.Κ. Κοίταξε, η τεχνολογία και η δισκογραφία κατήργησαν τα έργα. Δηλαδή, βρισκόμαστε στην εποχή του single, του τραγουδιού. Οπότε, ένας δημιουργός δύσκολα μπαίνει στη διαδικασία να φτιάξει ένα ολοκληρωμένο έργο: να μελοποιήσει έναν ποιητή ή να μελοποιήσει μια συγκεκριμένη συλλογή τραγουδιών με ενιαίο θέμα. Έτσι, οι περισσότεροι κι από εμάς τους τραγουδιστές, απευθυνόμαστε πλέον σε πολλούς ανθρώπους προσπαθώντας να ανακαλύψουμε κάποιο τραγούδι που να μας εκφράζει συναισθηματικά κυρίως. Είναι ευχής έργον όποτε αυτό ταυτίζεται σαν συγκυρία με αυτό που είπε κι η Ελευθερία: να είναι με ανθρώπους που εκτιμάς, θαυμάζεις και σέβεσαι για τη δουλειά τους.

Ε.Α. Με το Γιάννη, ας πούμε, χαθήκαμε είκοσι χρόνια. Δεν επικοινωνούσαμε. Ωστόσο, η πορεία του μου έδειχνε ότι έχει στόχο. Ακόμα και οι δίσκοι του που δεν ήταν ολοκληρωμένα έργα, αλλά είχαν μαζεμένα τραγούδια, μου δείχνανε ακριβώς που πάει αυτή η προσωπικότητα. Και αυτό ήταν που παρακολουθούσα στο Γιάννη και αυτό που είπε συμβαίνει σήμερα στη δισκογραφία. Συμφωνώ απόλυτα μαζί του. Δεν είναι εποχή που γίνονται ολοκληρωμένα έργα, όπως τα «Τραγούδια για τους μήνες» ή τα τραγούδια της Σαπφούς που έκανα με το Νίκο Ξυδάκη (σ.σ. «Γρήγορα η ώρα πέρασε»). Ωστόσο, δε λέω ότι δεν μπορεί να ξαναβρεθεί αυτό.

Ούτε και είναι απαραίτητο συστατικό για τη διαχρονικότητα μιας δουλειάς.

Γ.Κ. Όχι.

Ε.Α. Όχι απαραίτητα.

Απλώς, αναρωτιέμαι αυτό τον καιρό για τη σχέση της μουσικής με τη μουσική βιομηχανία και κατά πόσο η μία είναι αναγκαία στην άλλη ή και κατά πόσο η μία καθοδηγεί την άλλη. Η μουσική βιομηχανία θέτει τους όρους του «παιχνιδιού» και συχνά - πυκνά η μουσική αναγκάζεται να τους ακολουθήσει. Ποια είναι τελικά η σχέση των δύο; Φτιάχνεις ένα δίσκο που περιέχει 10 με 16 τραγούδια, ξέροντας ότι -αν είσαι τυχερός, αλλά και αν έχεις κάνει φοβερή δουλειά- στην καλύτερη περίπτωση 3 με 4 από αυτά θα ακουστούν μέσα στο οικοσύστημα της μουσικής βιομηχανίας.

Ε.Α. Εγώ δεν καταλαβαίνω αυτό που λες για τη μουσική βιομηχανία. Αυτή τη στιγμή η μουσική βιομηχανία είναι σε τεράστια κρίση και δεν είναι και σε κατάσταση να ορίσει τα πράγματα. Να πει, δηλαδή, του Γιάννη ή να πει της Ελευθερίας, θα κάνεις αυτό, συνεργάσου με αυτόν. Αυτό δεν το είχαμε και ποτέ. Είμαι σίγουρη ότι ούτε και ο Γιάννης το συνάντησε.

Γ.Κ. Ποτέ.

Ε.Α. Δε νομίζω ότι έχει αυτή τη δύναμη και αυτό το ρόλο η δισκογραφική εταιρεία πια. Καταρχήν, δηλαδή, δεν συμφωνώ με αυτό που λες.

Η μουσική βιομηχανία, όμως, δεν είναι μόνο οι δισκογραφικές εταιρείες. Είναι όλο το οικοσύστημα. Είναι οι δημοσιογράφοι, τα ραδιόφωνα, τα κανάλια. Όλο αυτό το οικοδόμημα, μπορεί να μην είναι το ίδιο για κάποιον που έχει κάνει μια διαδρομή, που είναι αναγνωρισμένος και που το σύστημα αυτό τον έχει ανάγκη. Για κάποιον, όμως, που τώρα ξεκινάει, ενδεχομένως να μην είναι καλλιτεχνικά «φιλόξενο» το περιβάλλον. Έχω ακούσει μέχρι και για οδηγίες σχετικά με τη διάρκεια του τραγουδιού: να μην ξεπερνάει τα τρία λεπτά.

Ε.Α. Αυτό υπήρχε ανέκαθεν. Δεν είναι τωρινό. Δεν θα βρεις διαφορά από τα σημερινά χρόνια στα πίσω.

Γ.Κ. Ο Λευτέρης Παπαδόπουλος μού το έλεγε αυτό, φαντάσου. Τη δεκαετία του 1960 που γράφανε τραγούδια, τους έλεγαν ότι το τραγούδι πρέπει να είναι μέχρι τρία (3) λεπτά, όχι παραπάνω. Και υπήρχε και λόγος τότε. Έπρεπε να χωρέσουν συγκεκριμένα τραγούδια στη συγκεκριμένη διάρκεια ενός βινυλίου. Το βινύλιο δεν είναι την «ελαστικότητα» - ας το πούμε έτσι - που είχε το cd, οπότε ήταν συγκεκριμένος ο χρόνος. Αυτό, όμως, δεν είναι δείγμα της μουσικής βιομηχανίας. Εγώ θεωρώ ότι πλέον δεν υπάρχει μουσική βιομηχανία για τον εξής λόγο: γιατί δεν υπάρχουν αλληλοσυνεργαζόμενα κομμάτια. Δηλαδή, η δισκογραφία έχει καταργηθεί, το ραδιόφωνο έχει αυτονομηθεί, έχουν μπει οι επιχειρηματίες στο λαϊκο-ποπ ρεπερτόριο και πληρώνουν για τα σουξέ, μουσικοκριτικοί δημοσιογράφοι δεν υπάρχουν πια -είναι ελάχιστες περιπτώσεις και αυτές γράφουν από προσωπικό ενδιαφέρον- οπότε αυτό που υπάρχει σε όλες τις χώρες του εξωτερικού έχει καταργηθεί πια εδώ. Δεν υπάρχει πια. Υπήρξε μια περίοδο μικρή, όπου όλα αυτά τα κομμάτια ήταν συνδεδεμένα και το ένα βοηθούσε το άλλο. Με την κατάπτωση της δισκογραφίας, οι κρίκοι αυτοί διαλύσανε και τώρα είναι μεμονωμένα κομμάτια που συμπορεύονται γιατί τυχαίνει να τους ενώνει το εμπορικό κομμάτι του πώς θα ζήσουμε.

Έχει ακόμα την προέκταση της δουλειάς το τραγούδι;

Γ.Κ. Είναι λίγο δυσνόητο όπως το διατυπώνεις. Προφανώς εννοείς αν μπορούμε να επιβιώσουμε παίζοντας μουσική.

Ναι, αυτό.

Γ.Κ. Η αλήθεια είναι πως εγώ αισθάνομαι ότι επιστρέφουμε σιγά - σιγά στις μέρες που εγώ ξεκίνησα, το 1990, όπου οι περισσότεροι που κάνανε αυτή τη δουλειά είχανε και μια πρωινή δουλειά. Αναφέρομαι κυρίως στους νεότερους τραγουδιστές και στους μουσικούς. Αισθάνομαι ότι πάμε προς τα εκεί σε αυτή τη φάση.

Ε.Α. Τώρα πλέον το να ασχοληθείς μόνο με τη μουσική δεν σε συντηρεί.

Γ.Κ. Αυτό συνέβαινε, έτσι κι αλλιώς, με τους στιχουργούς. Ειδικά με τους στιχουργούς.

Ε.Α. Και με συνθέτες.

Γ.Κ. Και με αρκετούς συνθέτες. Τώρα, όμως, σε αυτή τη φάση που μιλάμε, γνωρίζω πάρα πολλούς τραγουδιστές, συναδέλφους μου, ακόμα και φτασμένους ανθρώπους, που έχουνε κάνει μεγάλες καριέρες και μεγάλες επιτυχίες, που κάνουν δεύτερη δουλειά. Δεν ξέρω. Κι εγώ μπορεί να χρειαστώ κάποια στιγμή.

Δεν πρέπει, όμως, να είσαι προσηλωμένος στο τραγούδι; Σε ποιο βαθμό αυτό αποβαίνει εις βάρος του καλλιτεχνικού αποτελέσματος;

Ε.Α. Πολλοί από τους μεγάλους μας ποιητές έκαναν άλλη δουλειά. Κι όμως πήραμε Νόμπελ. Δεν το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι, όταν έχεις μεράκι για αυτό το πράγμα, βρίσκεις και την ώρα και το χρόνο. Κι ας έχεις και μια δεύτερη δουλειά. Αλλά, κοίταξε: θα σου μιλήσω τώρα για μένα και επειδή παρακολουθώ και το Γιάννη. Εάν πούμε «δουλειά» το τραγούδι, κάτι θα έχει χαθεί. Εμείς, κι όταν μιλήσαμε μαζί, είπαμε: πάμε να παίξουμε παρέα; Να μοιραστούμε χαρές; Για εμάς, η μουσική και οι παραστάσεις είναι πάρα πολύ αναζωογονητικές. Είναι σα μια πολύ μεγάλη παρηγοριά στα δύσκολα χρόνια που ζούμε. Ευτυχώς, τουλάχιστον, που δεν το αντιμετωπίζουμε αυτή την τέχνη μόνο ως δουλειά.
4698 ARVANITAKI KOTSIRAS 03112018 small
Σήμερα που κάνουμε τη συνέντευξη είναι η επέτειος του Πολυτεχνείου και το τραγούδι, τότε, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην εξέγερση, τόσο μέσα από το ραδιοφωνικό σταθμό και τη μετάδοση των απαγορευμένων του Θεοδωράκη, όσο και με τη ζωντανή εκτέλεση τραγουδιών ακόμα και από τον ίδιο το Νίκο Ξυλούρη. Σήμερα, ποιος είναι ο ρόλος του τραγουδιού;

Ε.Α. Ο ρόλος του τραγουδιού, κατ’ αρχήν, είναι να περιγράψει την εποχή του. Και απέχει πολύ από το να δημιουργήσει τέχνη. Καταλαβαίνεις τι εννοώ: η μισή Ελλάδα τραγουδάει και η άλλη μισή γράφει τραγούδια. Αυτό, για να γίνει τέχνη, έχει κι άλλες προϋποθέσεις.

Γ.Κ. Εγώ αισθάνομαι ότι βρισκόμαστε σε μια αμήχανη περίοδο, έτσι κι αλλιώς. Βιώνουμε μια βαρβαρότητα. Δεν έχει τελειώσει. Τη βιώνουμε ακόμα. Δεν έχουμε δει το πραγματικό μέγεθός της, δεν έχουμε δει ποια είναι ακριβώς, δεν έχουμε δει όλες της τις πλευρές.

Ε.Α. Δεν ζούμε και στο καθεστώς εκείνης της εποχής.

Γ.Κ. Όχι. Καθόλου. Εκείνη την εποχή είχαμε δικτατορία. Θυμάμαι ότι μαζευόμασταν με τους φίλους μου στο σπίτι και ακούγαμε Θεοδωράκη κρυφά. Σήμερα είναι αλλιώς τα πράγματα. Βιώνουμε μια πολύ μεγάλη κρίση, όπως τη βιώνει ο δυτικός κόσμος γενικότερα και κάποιες μεγάλες χώρες της Ευρώπης. Άλλη αυτή η δυσκολία που έρχεται -το ότι θα συναντάμε, δηλαδή, πολλούς πένητες δίπλα μας- και άλλη εκείνη η εποχή που είχε φυλακή, βασανιστήρια, παρακολουθήσεις κλπ. Δεν έχουν σχέση οι δυο εποχές. Σε αυτή την εποχή, αυτό που αισθάνομαι εγώ, τουλάχιστον, από τους συναδέλφους είναι ότι βγάζουνε τον καλύτερό τους εαυτό σε αυτό που κάνουμε.

Γ.Κ. Ακριβώς. Προσπαθώντας να επιβιώσουμε και προσπαθώντας να παρηγορήσουμε και δώσουμε πνευματικές διεξόδους σε αυτή τη σκοτεινιά. Εάν φύγει η σκοτεινιά, θα μπορούμε να την περιγράψουμε. Αλλά ακόμα τη βιώνουμε. Οπότε, κάνουμε αυτό που λέει η Ελευθερία. Είναι πολύ σωστό. Κάνουμε ό,τι καλύτερο -κι εμείς και οι συνάδελφοί μας- υπό τις παρούσες συνθήκες.

Έχει αλλάξει και ο τρόπος που ακούμε μουσική, πια.

Ε.Α. Από το τηλέφωνο.

Ναι, από streaming πλατφόρμες, όπου το υλικό δεν είναι πλέον χειροπιαστό. Εσείς, με ποιο τρόπο ακούτε μουσική σήμερα;

Ε.Α. Εγώ ακούω από cd.

Γ.Κ. Κι εγώ. Ακούω, όμως, και βινύλιο ακόμα. Ακούω αναγκαστικά και από το Spotify και από το youtube. Κυρίως το youtube, που είναι πλέον και μια ωραία βιβλιοθήκη: θες κάτι, το πατάς και το βρίσκεις. Δεν μπορούμε να μιλήσουμε για ποιότητα σε αυτά τα μέσα.

Ε.Α. Για ποιότητα ήχου εννοείς.

Γ.Κ. Ναι. Είναι άθλια η ποιότητα του ήχου και δυστυχώς οι νεότεροι έχουν συνηθίσει σε αυτή την άθλια ποιότητα. Μόνο αν έχουν μέτρο σύγκρισης μπορούν να καταλάβουν τι σημαίνει ποιότητα. Πολύ πρόσφατα έβαλα κι άκουσα το «Μένω εκτός» σε βινύλιο…

Ε.Α. Το έχεις σε βινύλιο;

Γ.Κ. Ναι, το έχω. Μετά από λίγο, για κάποιο λόγο που δεν θυμάμαι τώρα, το άκουσα και στο youtube. Εντάξει, είναι τεράστια η διαφορά.

Ζούμε μια μεταβατική περίοδο και με την άνθιση της τεχνολογίας έχουν αλλάξει πολλά πράγματα από εκείνα που ίσχυαν στο παρελθόν.

Γ.Κ. Εγώ για αυτό το λόγο πιστεύω ότι δεν υπάρχουν πια τα μεγάλα σουξέ. Δηλαδή, αυτό που έχουμε βιώσει -και η Ελευθερία και εγώ- με το «Δυνατά» ή το «Τσιγάρο», τραγούδια δηλαδή με τα οποία σειόταν η Ελλάδα, έχει πολλά χρόνια να συμβεί. Δεν εμφανίζονται, δηλαδή, τραγούδια που να διασχίζουν όλο το κοινωνικό φάσμα. Βλέπεις, για παράδειγμα, τραγούδια με εκατομμύρια views στο youtube και δεν τα γνωρίζει ο κόσμος. Γιατί δεν τα γνωρίζει;

Ε.Α. Και επιπλέον, δεν γνωρίζει και τους καλλιτέχνες. Ξέρει το τραγούδι, συνδέεται μαζί του, και ξεχνάει ποιος το λέει.

Και βέβαια, αν το πάμε στο δημιουργικό κομμάτι, εκεί κι αν αγνοεί τα ονόματα και την ύπαρξη των δημιουργών.

Ε.Α. Ναι, καλά. Αυτό άστο.

Γ.Κ. Είναι μια πονεμένη ιστορία.
anoigmaELEFTHERIA ARVANITAKI GIANIS KOTSIARAS 30102018 small
Πόσο εύκολο είναι, λοιπόν, να τραγουδάτε σήμερα το «Δυνατά» ή το «Τσιγάρο» μετά από τόσες φορές, μετά από τόσα χρόνια; Αναρωτιέμαι καμιά φορά, πολύ απλοϊκά: δεν το έχει βαρεθεί;

Γ.Κ. Κοίταξε, μπορεί κάποια στιγμή, την ώρα που φτιάχνεις ένα πρόγραμμα, να σκεφτείς: μήπως φέτος να μην το πω; Αυτή νομίζω είναι μια αναζήτηση που την έχουμε όλοι οι καλλιτέχνες γιατί μας αρέσει να ρισκάρουμε. Είναι στο αίμα μας. Να πούμε καινούργια πράγματα, να δοκιμαστούμε. Να κουραστώ, όμως, από το συγκεκριμένο τραγούδι, δεν γίνεται. Δεν σε αφήνει η ίδια η αγάπη του κόσμου. Κάθε μέρα βλέπεις άλλες αντιδράσεις. Είναι φοβερό αυτό το πράγμα.

Είναι ένα είδος «bullying» από πλευράς τραγουδιού όλο αυτό; Του τύπου: θα με πεις και φέτος! (γέλια)

Γ.Κ. Μπορεί.

Ε.Α. Αρκετές φορές έχω αφαιρέσει κάποια πολύ κεντρικά μου κομμάτια από μια παράσταση. Τα λέω στο encore τελικά. Επειδή τα ζητάνε, αναγκαστικά, τα λες. Εδώ, παίζουμε με το Γιάννη και ζητάνε: το «Τσιγάρο». Κυλάει ο χρόνος του προγράμματος και, όσο δεν το ακούνε, το ζητάνε.

Γ.Κ. Ναι, πράγματι.

Ε.Α. Στη συγκεκριμένη παράσταση, το «Τσιγάρο» είναι στο encore. Οπότε, μέχρι να έρθει η ώρα του, αγχώνονται. Και είναι ωραία αυτή η σχέση, ξέρεις, με το κοινό από κάτω, που αισθάνεται τόσο οικεία ώστε να σε διαταράξει.

Γ.Κ. Και να το βλέπεις, ότι υπάρχει άγχος κάτω. Να περνάει η ώρα και να σου λέει, τι γίνεται, δεν θα το πει;

Video

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!