Αντώνης Βαρδής – Αποκλειστική Συνέντευξη

Σαν χθες μου φαίνεται πως ήταν… Κι όμως πέρασαν τρία χρόνια από εκείνο το καυτό απόγευμα της 26ης Ιουλίου 2011 όταν, με αφορμή τη συμμετοχή του στη συναυλία του συγκροτήματος «Music Group Therapy» στη Θεσσαλονίκη, βρεθήκαμε, γύρω στις 7:30 το βράδυ με τον Αντώνη Βαρδή
στο καφέ του «Ολύμπιον» στην Πλατεία Αριστοτέλους για μια μικρή κουβέντα, που εξελίχθηκε σε μια μεγάλη βιογραφική συνέντευξη… Μαζί μας ήταν και οι φίλοι Ροζαλία Αλεξάκη και Πέτρος Πετράκης, που βοήθησαν στο «κλείσιμο» της συνέντευξης καθώς και ο φίλος και συνεργάτης Μάκης Ιωακειμίδης, που απαθανάτισε φωτογραφικά τις στιγμές.

Θυμάμαι πως αν και αγχωμένος αρχικά ο Αντώνης, λόγω του περιορισμένου χρόνου που είχε στη διάθεσή του, αφού στις 9 το βράδυ είχε πρόβα, στη συνέχεια και με τη ροή της κουβέντας, που ξεκίνησε από τα πρώτα του χρόνια στο τραγούδι, χαλάρωσε και, όπως μας είπε και ο ίδιος στο τέλος, το χάρηκε πολύ… Χαιρετηθήκαμε και συμφωνήσαμε να ξαναβρεθούμε… Δυστυχώς, πέρα από κάποιες φορές που μιλήσαμε τηλεφωνικά εκείνη την περίοδο, αυτό δεν ξανάγινε… Προσωπικά, ακόμα και με αυτή τη μοναδική συνάντηση, έμεινα με τις καλύτερες εντυπώσεις και αναμνήσεις… Ο Βαρδής ήταν από τους ανθρώπους που σε «κερδίζουν» με την πρώτη συνάντηση…

Καλό ταξίδι Αντώνη….

Αντώνη, αφού σε ευχαριστήσω για την αποδοχή της πρόσκλησης, θα ήθελα να μας πεις δυο λόγια, για την αρχή της καριέρας σου και το συγκρότημα των «Βίκιγκς». Εσύ τραγουδούσες εκεί; 

Ήταν προς το 1965-66… Τραγουδιστής του συγκροτήματος ήταν ο Γιώργος Παπαδόπουλος που όταν έφυγε, έμεινε σαν κύριος τραγουδιστής ο Αντώνης Στεφανίδης, που ήταν και συνθέτης, είχε γράψει το «Francois» και έγινε γνωστό. Έγραφα κι εγώ τραγούδια και κάποια τα τραγούδησα κιόλας… Αν μ’ ακούσεις στα αγγλικά… Άστα να πάνε… Εκεί ήταν τα πρώτα τραγούδια που συνέθεσα, το «Catherine» και κάτι άλλα… Το πρώτο μου ουσιαστικά τραγούδι στη δισκογραφία το «Πόσο πολύ σ’ αγάπησα» σε στίχους Κώστα Νεστορίδη, που τραγούδησε ο Γιώργος ο Νταλάρας το 1974, και μ’ αυτό πήρα το δεύτερο βραβείο σ’ ένα διαγωνισμό που διοργάνωσε το περιοδικό «Επίκαιρα»…


Και κυκλοφόρησε τότε στο δίσκο «Νιάτα». Το 1976 τραγουδάς έναν ολόκληρο δίσκο στη
Lyra , με τίτλο «Οραματίζομαι»… 
Αυτός ήταν ο πιο αποτυχημένος δίσκος που έχω κάνει στην καριέρα μου. Το 1974 που δούλευα με τον Νταλάρα, είχα γράψει κάποια τραγούδια που του αρέσανε. Μου ‘πε λοιπόν κάποια στιγμή, να βρούμε καλούς στίχους, για να δουλέψω. Ένας νέος στιχουργός, ο Γιάννης Αθανασιάδης, μου έδωσε καμιά εικοσαριά ποιήματά του και τα έδωσα στον Νταλάρα να μου πει αν του αρέσουνε. Μου είπε «είναι πάρα πολύ ωραία, είναι άπειρος αλλά είναι πάρα πολύ καλός». Έτσι ξεκίνησα να γράφω πάνω σ’ αυτούς τους στίχους. Έγραψα δεκαπέντε τραγούδια, τα ‘παιξα στο Γιώργο κι άρχισε να μου λέει: «Να κρατήσουμε αυτό, ν’ αλλάξουμε εκείνο, να κρατήσουμε το Οραματίζομαι, αλλά να βγάλουμε το άλλο….» Ο στιχουργός εν τω μεταξύ έμενε στη Σουηδία. Άρχισαν τα τηλέφωνα… Δυο χρόνια περίπου γινόταν αυτό το πράγμα, που μας κούρασε… Τόσο εγώ όσο κι ο στιχουργός «διαλυθήκαμε» με το να δουλεύουμε αυτά τα τραγούδια… Όχι μουσικά. Μουσικά του αρέσανε. Ήθελε ν’ αλλάζει συνέχεια στίχους. Εγώ όμως δέθηκα με τους στίχους του φίλου μου και του ’χα δώσει υπόσχεση. Μια μέρα λοιπόν στο μαγαζί που δουλεύαμε με τον Νταλάρα, βλέπω το Λευτέρη Παπαδόπουλο, τον οποίο θαύμαζα και θαυμάζω και μου λέει «Κοντέ…» έτσι μου ‘πε, ούτε το όνομά μου δεν είπε, γιατί αυτός είναι πανύψηλος, ξέρεις (γέλια)… Μου λέει λοιπόν, «Κοντέ, αν ακούσεις κάτι στίχους που έχω γράψει στα τραγούδια σου, θα σου φύγει η ψυχή…»


-«Ποια τραγούδια κύριε Λευτέρη; Εγώ δεν σας έχω δώσει τίποτα»

-«Μου έχει δώσει ο Γιώργος 13-14 τραγούδια, έχω γράψει 5-6 και τελειώνω και τα άλλα!».

Πάω στο Γιώργο και του λέω «Τι έγινε ρε Γιώργο; Έτσι κι έτσι μου είπε ο Λευτέρης».


-«Έχει γράψει κάτι στίχους θα είναι η καινούργια “Μικρά Ασία”» μου λέει. Εγώ όμως, ενώ ήταν καλό να συνεργαστώ με το Λευτέρη, δεν ήθελα… «Πάμε να κάνουμε ακρόαση» μου είπε. Εκεί επενέβη και ο Μάτσας: «Δεν πιστεύω ο Αντωνάκης να ’χει πρόβλημα ν’ αλλάξουμε τους στίχους, ύστερα είναι τιμή του που θα συνεργαστεί με το Λευτέρη Παπαδόπουλο». Και τους λέω «Όχι παιδιά, δεν τα δίνω τα κομμάτια». Δεν το περίμενε κανένας. Ήταν η πρώτη αναρχική απάντηση που έδωσα στον Νταλάρα, ενώ είμαστε φίλοι. «Δεν τα δίνω τα τραγούδια. Ή μ’ αυτούς τους στίχους ή καθόλου». Δεν το πιστεύανε… Είναι δυνατόν, να σου δίνεται η ευκαιρία σα νέος συνθέτης, να κάνεις ολόκληρη δουλειά με τον Νταλάρα, που τον θαύμαζα, το λάτρευα και να λες όχι; Και μου λέει ο Νικολόπουλος «Πάμε στη Lyra να τα πεις εσύ». Τα είπα λοιπόν στη Lyra , αλλά απέτυχε στην κυριολεξία ο δίσκος, γιατί δεν τα διαφημίσανε καθόλου. Έπαθα μεγάλη «κόμπλα», «καθίζηση» και δεν ξανάγραψα τραγούδια, γιατί δεν ήξερα τι φταίει… Δεν ήμουνα στο χώρο να ξέρω ότι η αιτία ήταν ότι δεν διαφημίστηκαν… Σκεφτόμουνα, η φωνή μου φταίει; Η μουσική; Ο στίχος, που μου έλεγε ο Γιώργος; Δεν ήξερα.


Εν τω μεταξύ το 1975 η Χάρις Αλεξίου είχε ηχογραφήσει ένα τραγούδι σου («Έτσι που το πας») στα «12 λαϊκά τραγούδια».
Ναι…. Και η Βίσση είπε αργότερα ένα τραγούδι, τις «Κυκλάδες». Τελικά το 1978 με πήρε ο Γιώργος τηλέφωνο, όταν ετοίμαζε το δίσκο «Οι Μάηδες οι ήλιοι μου» και μου είπε «Τώρα που περάσανε δυο χρόνια σε πειράζει να πούμε κι ένα του Λευτέρη Παπαδόπουλου που μου αρέσει πολύ;» Κι έβαλε το «Θυμήσου» από κείνη τη σειρά. Επίσης είπε το «Χελιδονάκι» με στίχους και πάλι του Λευτέρη, το «Κάτω απ’ την Κληματαριά» (στίχοι Ανδρέα Αγγελάκη) και το «Άμα δε σε δω», που είχε ηχογραφήσει και η Ελένη Βιτάλη (στίχοι Διονύση Τζεφρώνη).


Εσύ είσαι αυτοδίδακτος, έτσι δεν είναι;

Ναι, σαν μουσικός δεν έχω σπουδάσει. Κάποτε ένας μεγάλος μουσικός, ο πιανίστας Χάρης Καλέας μου είπε «Αντώνη με τις ιδέες που έχεις, που γράφεις τραγούδια και ενορχηστρώνεις , αν ήξερες μουσική, θα ’κανες πολύ περισσότερα πράγματα». Εγώ έχω ένα πρόβλημα… Μπορώ να δώσω την ψυχή μου, αλλά όταν συνειδητοποιήσω ότι υπάρχει κάποιος να με κοροϊδέψει, τσαντίζομαι και βάζω «Χ»… Πήγα λοιπόν σ’ ένα δάσκαλο και συμφωνήσαμε να κάνω τρεις φορές την εβδομάδα από μια ώρα. Πήγα την πρώτη μέρα και δεν κάναμε τίποτα, μου ’λεγε πώς είναι η θεωρία κλπ. Ήταν και μακριά από το σπίτι μου… Πήγα τη δεύτερη, επίσης δεν κάναμε τίποτα κι όλο κοίταγε το ρολόι. Την τρίτη φορά που ξεκίνησε να μου πει κάποια θεωρητικά, ήταν συνέχεια στο ρολόι και μίλαγε στο τηλέφωνο, τον πλήρωσα και δεν ξαναπήγα.


Πότε έγινε αυτό, είχες αρχίσει να παίζεις στα μαγαζιά; 
Ναι έπαιζα. Ήταν το ’78 νομίζω, ήμουν πια σχεδόν 30 χρονών.


Σαν μουσικός πότε ξεκίνησες να παίζεις με γνωστούς καλλιτέχνες; 
Η αρχή έγινε με το Δήμο Μούτση το 1970, όταν ακόμα υπηρετούσα στο ναυτικό, στου Παλάσκα. Ήταν η εποχή που όταν έβλεπες κάποιον άγνωστο στο δρόμο, του έλεγες «Σε παρακαλώ μήπως έχεις κανένα τσιγάρο να μου δώσεις;» Ήμουν πολύ άσχημα οικονομικά και πήγα ν’ ακούσω ένα φίλο μου, τον μπασίστα Νίκο Μητσόπουλο (που έπαιζε μπάσο και στους Vikings ) στις πρόβες που έκανε με το Μούτση, το Μητσιά και τη Γαλάνη. Εκεί κάνανε ακρόαση σε κιθαρίστες. Είχα κάτσει 5-6 ώρες στην πρόβα και περάσανε 20 κιθαρίστες. Είχαν μια παρτιτούρα μπροστά τους, παίζανε και τους έλεγε ο Μούτσης πως θα τους ειδοποιήσει. Εν τω μεταξύ εμένα μου φαινόταν πάρα πολύ εύκολο το τραγούδι που παίζανε κι ακούγοντας, το ‘χα βγάλει, το ‘χα περάσει μέσα μου. Λέει λοιπόν ο Μούτσης, ενώ ήταν να κάνουν σε τρεις μέρες εγκαίνια, γιατί ήταν και «τρελός»: «Παιδιά δεν θα κάνουμε εγκαίνια, δεν μπορώ να βρω κιθαρίστα....» Και λέει ο φίλος μου: «Ο Αντώνης παίζει κιθάρα κι είναι καλός, μήπως θέλετε να τον ακούσετε;»


Εσύ είχες λαϊκά ακούσματα από πιο παλιά;
Εγώ έπαιζα λαϊκά τραγούδια πριν βγει ο Μούτσης, που λέει ο λόγος, παρόλο που είναι πιο μεγάλος από μένα. Τσιτσάνη, Παπαϊωάννου, Καζαντζίδη, τα ‘παιζα και τα τραγούδαγα. Ήμουνα πολύ πιο λαϊκός απ ’το Μούτση εκείνη την εποχή. Οπότε λοιπόν λέει ο Μητσιάς «ρε συ Δήμο, πριν φύγουμε ας δοκιμάσουμε κι αυτό το παιδί». «Πριν με δοκιμάσετε υπάρχει ένα πρόβλημα, εγώ υπηρετώ και δεν μπορώ να βγαίνω κάθε μέρα έξω» τους είπα. Τότε παίζανε έξι φορές τη βδομάδα. «Παίξε και αν είσαι καλός, αυτό είναι το λιγότερο, θα τα βρούμε αυτά» απάντησε ο Μούτσης. Μόλις μου ‘πε έτσι μου βάζει την παρτιτούρα και μου λέει «παίξε αυτό το κομμάτι». «Δεν χρειάζεται» του απαντώ εγώ.


Θυμάσαι ποιο τραγούδι σου έδωσε;
Νομίζω πως ήταν το «Κάποιο τρένο» που λέει η Γαλάνη, που ξεκινάει κάπως έτσι: (τραγουδάει) «Χθες το βράδυ κάποιο τρένο….» Ξεκινάμε και ο Μούτσης μένει άφωνος, ο Μητσιάς βάζει τα γέλια… Όποτε είναι χαρούμενος ο Μητσιάς βάζει τα γέλια. Η Γαλάνη ήταν ευτυχισμένη… Οπότε μου λέει ο Μούτσης: «Πώς είναι δυνατόν να το παίζεις έτσι το κομμάτι; Ούτε στο δίσκο δεν το παίζουν έτσι. Για πάμε ένα άλλο». Αυτό δεν το ‘ξερα, δεν θυμάμαι ποιο ήτανε, το παίζω επιτόπου και λέει ο Μούτσης «Αυτός δεν χρειάζεται πρόβα, πού τον είχες κρυμμένο;» «Υπηρετεί, γι’ αυτό δεν είπα τίποτα» απαντά ο φίλος μου. «Θα το κανονίσουμε» είπε ο Μούτσης. Και με κάποια μέσα που είχαν, μου πήραν καθημερινή άδεια, κάναμε προβίτσες, μου δώσανε 360 δραχμές μεροκάματο, παίζαμε έξι φορές τη βδομάδα και αισθάνθηκα για πρώτη φορά στη ζωή μου, στα 22 μου, ότι είμαι πλούσιος. Μια BMW τότε έκανε 160.000 δραχμές. Ήτανε καλό μεροκάματο 360 δραχμές. Ο Μητσιάς έπαιρνε 1.000 δραχμές. Ήταν πολλά λεφτά κι εγώ τότε δεν είχα τσιγάρα να καπνίσω ή να πληρώσω το νοίκι μου…. Αργότερα ο Μούτσης σε μια αφιέρωση σε μια φωτογραφία, μου είχε γράψει «Θεωρώ τον εαυτό μου, τον πιο τυχερό άνθρωπο, που γνώρισα έναν τόσο καλό μουσικό». Ο Μούτσης έπαιζε πιάνο και βιολί και η απορία του ήταν πάντα, πώς είναι δυνατόν να μη διαβάζεις μουσική και να παίζεις τα κομμάτια απ’ έξω… Εγώ βέβαια είχα εξασκηθεί πολύ με «το αυτί» μου. Με το γκρουπ βγάζαμε τραγούδια δύσκολα, Β eatles κλπ, με δύσκολα ακόρντα, αλλά δεν τα βγάζαμε ολοκληρωμένα, με «έκτες» συγχορδίες κλπ … Ήτανε μεγάλη τιμή, έμαθα πολλά πράγματα από το Μούτση, δούλεψα από το ’70 μέχρι το 73 για έξι σεζόν, με Μητσιά, Γαλάνη, Μοσχολιού, Δημήτρη Ψαριανό, Αντώνη Καλογιάννη και μετά με το Νταλάρα, τη Χαρούλα, τη Βίσση…


Έχει δημοσιευθεί στη βιογραφία της Δήμητρας Γαλάνη, πως για να παίρνεις τότε άδειες από το στρατό, αναγκάστηκε να τραγουδήσει και σ’ ένα δίσκο με τίτλο «Το ναυτικό μας», που από τη μια πλευρά τραγουδούσε εκείνη κι ο Κόκοτας κάποια τραγούδια του Βαγγέλη Πιτσιλαδή, ενώ από την άλλη είχε εμβατήρια του ναυτικού.
Τότε ετοιμάζανε αυτό τον δίσκο. Και μου λένε «Εσύ που ξέρεις το Μητσιά και τη Γαλάνη, δεν μπορείς να τους πεις να συμμετέχουν;» Το είπα στη Γαλάνη , αρχικά δεν ήθελε, «δεν υπάρχει περίπτωση» μου έλεγε. Αλλά τελικά την «έψησα», ήρθε στου Παλάσκα, μίλησε με το διοικητή μου και επισφράγισα την καθημερινή έξοδο. Αυτοί οι άνθρωποι, η Γαλάνη, ο Μητσιάς κι ο Μούτσης με γλυτώσανε κι από ψυχική πτώχευση, γιατί ήμουν τόσο άσχημα οικονομικά. Ζούσα με τη μάνα μου και τον αδερφό μου, που ήταν μικρότερος, δε δούλευε, σπούδαζε και δεν είχαμε να πληρώσουμε το νοίκι μας, που τότε πληρώναμε 250 δραχμές το μήνα. Κι εγώ έπαιρνα 360 μεροκάματο. Με έσωσαν αυτοί οι άνθρωποι με τη βοήθειά τους και χωρίς να το ξέρουν. Ειδικά από το Δήμο πήρα πάρα πολλά πράγματα, γιατί είναι πολύ μεγάλη μουσικάρα και πολύ μεγάλος συνθέτης και λυπάμαι που δεν γράφει τραγούδια. Λυπάμαι γιατί έφυγε ο Λο ΐ ζος, έφυγε ο Κουγιουμτζής, ο Καλδάρας… Ο Μαρκόπουλος δεν γράφει πια τραγούδια, ο Ξαρχάκος επίσης, ο Σαββόπουλος, αυτοί ήτανε πολύ δυνατοί. Αυτό ήταν το ελληνικό τραγούδι. Από αυτούς γαλουχήθηκα, αυτούς άκουσα και έμαθα. Οι άλλοι πεθάνανε, υπάρχουν τα τραγούδια τους, αλλά όσοι ζούνε είναι κρίμα που δεν γράφουν….


Στα μαγαζιά ήταν διπλά τα προγράμματα τότε; 
Το Σάββατο και τριπλά. Αλλά όταν λέμε τριπλά μιλάμε για έξι ώρες πρόγραμμα, με δέκα λεπτά διάλειμμα, όπως στα μπουζουξίδικα.


Στους δίσκους πότε άρχισες να παίζεις; Έγραφες αποκλειστικά για μια εταιρεία ή έπαιζες και σε άλλες;
Οι μουσικοί δεν είχανε ποτέ συμβόλαια.


Εννοώ, όπως ο Νικολόπουλος με τον Πολυκανδριώτη, για παράδειγμα, που γράφανε κυρίως για τη
Minos ή αντίστοιχα ο Καρνέζης με τον Παπαδόπουλο για την Columbia .
Μπορώ να σου πω πως μόνο οι Καρνέζης-Παπαδόπουλος είχανε συμβόλαιο. Δεν ξέρω αν είχανε συμβόλαιο-χαρτί, αλλά παίζανε σχεδόν αποκλειστικά για συνθέτες όπως ο Θεοδωράκης, μετά ο Λουκιανός, ο Ξαρχάκος. Και ήταν «όργιο» και οι δυο τους. Οι άλλοι παίζανε σ’ όλη τη δισκογραφία. Ο Νικολόπουλος και ο Πολυκανδριώτης έχουν παίξει σε χιλιάδες τραγούδια. Σπουδαίοι μουσικοί. Δεν είχανε συμβόλαιο. Εγώ δεν πήγαινα, απέφευγα, γιατί μπορεί να ξέρεις να αποστηθίσεις ένα τραγούδι, στο στούντιο όμως, ο συνθέτης σου δίνει την παρτιτούρα και λέει «πάμε παιδιά» και αρχίζει και διευθύνει. Κι εγώ που δεν ήξερα να διαβάζω, έπρεπε να το ακούσω τουλάχιστον 3-4 φορές για να το συνειδητοποιήσω και να δω τα ακόρντα κλπ. Δεν ήθελα να δημιουργώ πρόβλημα και δεν πήγαινα. Πήγαινα μόνο σε φίλους που με παρακαλούσανε να πάω, γιατί θέλανε το δικό μου παίξιμο. Θα σου πω ένα περιστατικό… Στο δίσκο της Γαλάνη «Μ’ αγαπούσες θυμάμαι», που είχα τρία τραγούδια, την ενορχήστρωση είχε κάνει ο Κώστας Κλάββας. Πάω λοιπόν στο στούντιο, του ’χα πει φράσεις, τι θέλω κλπ, τα πήρε αυτός, έβαλε βιολιά, τα ‘κανε τέλεια τα κομμάτια. Σπουδαίος ενορχηστρωτής. Εγώ ήμουν πολύ χαρούμενος που τ’ άκουσα. Και μου λέει «Αντώνη θα παίξεις κιθάρα, γιατί παίζεις ωραία». Γράψαμε λοιπόν τα δικά μου τα κομμάτια, αλλά ο Κλάββας είχε κάνει ενορχήστρωση σ ’όλο το δίσκο. Και μου λέει «Αντώνη γράψαμε τα δικά σου, αλλά, επειδή έχω δυο κομμάτια ακόμα να παίξεις, δεν κάθεσαι επειδή μου αρέσει πολύ το παίξιμό σου και το χρώμα σου;» «Ευχαρίστως κύριε Κλάββα, θα καθίσω» του λέω. Ξεκινάει ένα κομμάτι κι όσο οι υπόλοιποι μουσικοί καθυστερούσαν να το καταλάβουνε, γιατί γράφαμε όλοι μαζί, εγώ το ‘ψαχνα, το ’χα το κομμάτι. Τελείωσε το πρώτο. Πάμε το δεύτερο, εμένα ξεχνάει να μου δώσει παρτιτούρα. Ξεκινάει πάλι η πρόβα. Εμένα το αυτί μου «λαγάνα», ήταν εύκολα κομμάτια. Κάποια στιγμή που το παίξαμε 3-4 φορές το κομμάτι, έκανα ένα ωραίο «σχηματάκι» και μου λέει «Ωπ! Πολύ ωραίο αυτό που έκανες. Θα το γράψω στην παρτιτούρα, για να το βλέπει ο κιθαρίστας όποτε παίζει». Πιάνει την παρτιτούρα, την βλέπει και λέει : «Αυτή η παρτιτούρα είναι από το προηγούμενο τραγούδι. Πού είναι το καινούργιο;» Του λέω «Δε μου ‘χετε δώσει…» -«Και πώς παίζεις;» -«Βλέπω αυτή την παρτιτούρα και παίζω» (γέλια). -«Κάτι δεν πάει καλά…» -«Κύριε Κλάββα δεν διαβάζω μουσική» -«Πώς παίζεις;» -«Παίζω έτσι». -«Έ όχι, αυτό είναι φοβερό ταλέντο που έχεις» Οι υπόλοιποι μουσικοί γελάγανε… Βέβαια, έγραφε κάποια «σχηματάκια» και κάποια ακόρντα. Εγώ όμως δεν διαβάζω ούτε ακόρντα. Αν μου δώσεις δηλαδή ένα ζεϊμπέκικο ή ένα χασάπικο και μου πεις τα ακόρντα, δεν ξέρω να στο παίξω. Εκτός αν ακούσω τη μουσική, οπότε θα πάει μόνο του.


Έχεις καταγράψει το σύνολο τραγουδιών που έχεις παίξει σαν μουσικός;
Για να σου πω την αλήθεια, σα μουσικός έπαιζα σε φίλους. Με φώναζε καμιά φορά ο Νικολόπουλος ή ο Σούκας, γιατί με το Σούκα παίζαμε μαζί με τον Νταλάρα στο μαγαζί κι έπαιζα κάνα τραγούδι, που ήθελε το δικό μου παίξιμο. Στους δίσκους του Πάριου, που έβαζα δικά μου τραγούδια, ή ας πούμε σ’ ένα τραγούδι του Νίκου Λαβράνου το «Για πάντα μαζί», παίζω εγώ κιθάρες. Έπαιζα, αλλά προσπαθούσα ν’ αποφύγω το στούντιο. Υπήρχε ένα στούντιο πολύ καλό εκείνη την εποχή και το είχε κάποιος πολύ καλός ηχολήπτης, ο οποίος είχε το παλιότερο στούντιο στην Ελλάδα. Πολλοί καλλιτέχνες γράφανε εκεί. Ο ηχολήπτης λοιπόν, με το που καθόσουν κάτω κι έπαιρνες ένα τραπεζάκι για να βάλεις το τασάκι, ερχότανε χωρίς να σου μιλήσει, έπαιρνε το τασάκι και το πήγαινε έξω. Βάζαμε ένα ποτηράκι νερό ή ένα καφέ, δε σου έλεγε τίποτα. Έκανε «τς, τς, τς» και τα μάζευε. «Γιατί δεν μας αφήνετε να καπνίσουμε, να πιούμε ένα καφέ, πώς θα περάσει η ώρα, εξάωρο έχουμε, οκτάωρο…» «Έξω, μην πέσει κάτω στο χαλί το καινούργιο» έλεγε. Όποτε πηγαίναμε εκεί, δεν το άντεχα και αισθανόμουν πάρα πολύ άσχημα. Και ήταν και πολύ ιδιότροπος. Αλλά οι εταιρείες του είχαν εμπιστοσύνη και έκανε ότι ήθελε, ήξερε πώς θα βγει το πράγμα. Του έλεγε ο μαέστρος «εδώ θέλω πιο πάνω» κι αν δεν ήταν ο Κλάββας κι ήταν ένας νέος, του ‘λεγε αυτός «Άστο…» Κι έτσι λοιπόν, όποτε πήγαινα, σκεφτόμουν το προηγούμενο βράδυ «Αν θα πάω εκεί και μου κάνει έτσι, τι να του κάνω; Να τσακωθώ μαζί του; Να πλακωθώ;» Ήταν και δυνατός τύπος και φοβόμουν μη με πλακώσει στο τέλος. Και σκεφτόμουν να του κάνω πλάκες. Μια φορά πήρα κάτι τυρόπιτες, τις άφησα έξω και έβαλα μέσα μια σακούλα χαρτιά από τυροπιτάδικο. Μπήκα μέσα και μάσαγα, τάχα, τυρόπιτα. Μόλις με βλέπει αρχίζει και φωνάζει «έξω, έξω!!!» «Μα γιατί, τι σας πειράζει;» του λέω… Και παίρνει τη σακούλα, αλλά ήταν άδεια η σακούλα, είχε μόνο χαρτοπετσέτες. «Δεν ντρέπεσαι, παίζεις μαζί μου;» κλπ. Kαι τότε σκέφτηκα να μην ξαναπάω…


Πόσο δύσκολο ήταν, ακριβώς μετά την επιτυχία που έκανε η Αλεξίου με τα «Τραγούδια της Χαρούλας» του Μάνου
Λοΐζου , να κάνεις το «Ξημερώνει» το 1980; 
Το φοβόμουν πάρα πολύ γιατί είχε κάνει το δίσκο του Μάνου στον οποίο είχαμε παίξει κιθάρες εγώ κι ο Λασκαράκης κι επειδή τα παίζαμε στο σπίτι του, τα ’χα μάθει πολύ καλά, τα ‘χα αγαπήσει τα κομμάτια, ήταν κι ο συγχωρεμένος ο Ρασούλης εκεί… Την είχα ερωτευτεί αυτή τη δουλειά και όταν πια τελείωσε και την άκουσα, έκανα το λάθος και είπα στη Χαρούλα και στον Αχιλλέα, πως αν ξανακάνει στην καριέρα της έναν τέτοιο δίσκο, θα είναι πολύ τυχερή. Κι εξακολουθώ να πιστεύω ότι δεν υπάρχει καλύτερος δίσκος της απ’ αυτόν. Κι εκεί μου λένε «Άντε ετοίμασε τραγούδια». «Παιδιά θέλετε να με σφάξετε;» τους είπα… Φοβήθηκα…. «Είναι επικίνδυνο… Μετά το Λοΐζο , που λατρεύω, δε νομίζω να μπορώ να γράψω εγώ κάτι καλύτερο… Να μην τη χαντακώσω… Την αγαπάω, μου αρέσει σαν τραγουδίστρια και δεν θέλω να τη χαντακώσω». Είδαν ότι εγώ είμαι ανασφαλής και είπαν σ’ έναν άλλο πολύ καλό συνθέτη να γράψει τη δουλειά. Τους πήγε 26-30 τραγούδια, αλλά έτυχε να πάει κάποια που τα είχε ξανακούσει ο Αχιλλέας, γιατί τα είχε πάει και για τον Νταλάρα. Ήταν καλά τραγούδια, αλλά τα είχε έτοιμα, δεν ήταν για τη Χαρούλα. Οπότε μου λέει ο Αχιλλέας «Δε μας προέκυψε μ’ αυτό το συνθέτη, στρως τον κώλο σου κάτω, είναι μεγάλη ευκαιρία να κάνεις αυτό τον δίσκο». Ναι, ήταν μεγάλη ευκαιρία να κάνω το δίσκο με την Αλεξίου, που είχε πουλήσει και τα «άντερά της» με το Λοΐζο , αλλά φοβόμουν, μην τυχόν δεν ξαναγράψω μετά άλλο δίσκο. Μου λέει ο Αχιλλέας «Ξεκίνα και θα σου πω, εγώ θα σε προφυλάξω. Άμα δω ότι δεν είναι τα τραγούδια καλά, θα κάνουμε εμείς άλλα κι εσύ δούλευε παράλληλα και κάποια στιγμή θα τα κάνουμε» . Και γράφω πρώτο το «Ξημερώνει». Μόλις τ’ ακούσανε, μόνο τη μελωδία, χωρίς στίχο, λέει η Χαρούλα «Τρελαίνομαι μ’ αυτό το κομμάτι, θα βάλω εγώ στίχους». Και ξεκίνησε έτσι…. Μετά από κάνα δυο βδομάδες καθόμασταν στο μπαλκόνι ενός ξενοδοχείου στη Μυτιλήνη και της έπαιξα το «Φεύγω» που είχα γράψει εγώ τους στίχους… 


Αυτό ήταν το πρώτο που έγραψες στίχους;
Νομίζω ναι… Και μου λέει ο Αχιλλέας, «Αντώνη αυτό το τραγούδι…..


….Είναι για τον Νταλάρα…»
Ναι!!! «Είναι για τον Νταλάρα. Αυτό δεν κάνει για τη Χαρούλα. Αν το πει ο Νταλάρας θα γίνει χαμός». Κοιτάω εγώ τη Χαρούλα περιμένοντας να πει κάτι αλλά δε λέει τίποτα. Του λέω «Κοίταξε να δεις, εγώ το έγραψα για τη Χαρούλα και πιστεύω ότι θα το πει καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον». Και σκεφτόμουν «Γιατί εγώ το πιστεύω αυτό το κομμάτι; Και όχι μόνο αυτό, αλλά μου λέει ότι είναι μεγάλο τραγούδι . Και γιατί λέει ότι είναι μεγάλο τραγούδι και να το πει ένας μεγάλος τραγουδιστής και όχι μια μεγάλη τραγουδίστρια;» Θαύμαζα τον Νταλάρα αλλά πίστευα πως το συγκεκριμένο τραγούδι πήγαινε περισσότερο στη Χαρούλα. Δεν ξέρω πώς το είδε ο Αχιλλέας, ίσως να επηρεάστηκε γιατί εγώ είχα γράψει τους στίχους και έλεγαν για κάποιον που πάει στα καράβια. Ήτανε προσωπικός στίχος, μίλαγε ένας άντρας. Αυτά όμως υποτίθεται ότι θα τ’ αλλάζαμε. Δεν κάθισε να σκεφτεί ότι η Αλεξίου δεν είχε πάει ποτέ στα καράβια και θα το αλλάζαμε αυτό. Ή εγώ έλεγα «φεύγω και παίρνω την καρδιά μου και μια κιθάρα συντροφιά μου» γιατί ήμουν κιθαρίστας, αλλά η Χαρούλα που άλλαξε τα λόγια, είπε «κι ένα τραγούδι συντροφιά μου». Και τελικά το βάλαμε στο δίσκο με τη φωνή της.


Πριν απ’ αυτό τον δίσκο, σε κάποια τραγούδια με τη Γαλάνη, τον Πουλόπουλο, τον Πάριο χρησιμοποίησες συχνά, λάτιν ηχοχρώματα. Ήταν της μόδας αυτό τότε;
Τρία τραγούδια είχα κάνει τέτοια. «Θέλω να μ’ αγαπάς», «Μ’ αγαπούσες θυμάμαι» και το «Αχ αγάπη». Σαν κιθαρίστας προσπαθούσα να προβάλλω πιο πολύ την κιθάρα, χωρίς να το καταλαβαίνω. Αφού εκείνη την εποχή που είχα γράψει αυτά τα τραγούδια, ένας πολύ καλός συνθέτης, νέος κι αυτός τότε, ο Σταμάτης Κραουνάκης, είπε σ’ ένα στιχουργό, τον Πάνο Φαλάρα, που συνεργαζόμασταν «Άρχισες και κάνεις τραγούδια μ’ αυτό τον τύπο ε;» «Ναι» απαντά ο Φαλάρας. «Από πού είναι, από τη Λατινική Αμερική;» τον ξαναρώτησε…


Πώς αποφάσισες να ξανατραγουδήσεις εσύ ο ίδιος τα τραγούδια σου το 1986;
Μετά τη Χαρούλα δεν είχα κανένα σκοπό να ξανατραγουδήσω, γιατί ενώ μου λέγανε διάφοροι τραγουδιστές «εσύ τραγουδάς πάρα πολύ ωραία», δεν είχε τύχει ποτέ, έστω για την πλάκα, να μου γίνει μια πρόταση να κάνω δίσκο. Κι έτσι έλεγα ότι απλά τραγουδάω σωστά. Με πονήρεψε και μου βαλε το μικρόβιο, η Λίτσα Διαμάντη, καλή της ώρα… Δουλεύαμε σ’ ένα σχήμα κι είχα γράψει ένα τραγούδι με δικούς μου στίχους , το «Έφυγα». Το έπαιξα στον Πάριο, νωρίς στο καμαρίνι και μετά όταν ανέβηκε η Διαμάντη επάνω να τραγουδήσει, ήρθε κοντά και μου είπε : «Μη φύγεις μετά. Είμαι πολύ περίεργη, θέλω ν’ ακούσω το κομμάτι που έπαιξες στον Πάριο, γιατί έχει τρελαθεί εντελώς». Μόλις τελειώσανε, με φωνάζει ο Πάριος, παίρνω την κιθάρα, το παίζω το κομμάτι, βουρκώνει κι ο Πάριος, βουρκώνει κι η Διαμάντη…. Η Διαμάντη όμως, εκτός του ότι είναι καλή τραγουδίστρια, έχει ένα λόγο αφοπλιστικό και δεν υπάρχει ποτέ περίπτωση, να σου πει τόσο δα ψέμα. Είναι υπερβολικά ειλικρινής και δεν καταλαβαίνει ότι μπορεί να χάσει απ’ αυτό … Κι επειδή είναι φίλοι με τον Πάριο γυρνάει και του λέει «Είσαι πολύ τυχερός, φοβερό τραγούδι. Βέβαια επειδή ξέρεις ότι εγώ τα λέω , το κομμάτι θα το πεις τέλεια, θα το πεις πάρα πολύ ωραία, αλλά δεν θα το πεις , όπως το λέει ο Αντώνης». Μετά την ξαναβλέπω στο διάδρομο που φεύγαμε και της λέω «Ρε Λίτσα τι είναι αυτό που είπες;» «Εγώ είμαι ειλικρινής, αυτό που άκουσα το είπα. Εγώ είπα τη γνώμη μου. Δεν υπάρχει περίπτωση να το πει καλύτερα από σένα. Θα το πει τέλεια αλλά όχι καλύτερα από σένα. Και κακώς που δεν κάθεσαι να κάνεις ένα δίσκο». Γι’ αυτό το λόγο όταν έκανα το ’86 το «Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα» ο πρώτος καλλιτέχνης που το άκουσε ήταν η Λίτσα Διαμάντη. Πήγα στο σπίτι της και της έβαλα ν’ ακούσει το δίσκο γιατί της το χρωστούσα.


Η συνεργασία με τον Καζαντζίδη πώς προέκυψε στο «Στην Ελλάς του 2000» ;
E ίχε μιλήσει και σε μια τηλεοπτική εκπομπή, με πολύ καλά λόγια για σένα.
Εγώ τον αγαπούσα πάντα τον Καζαντζίδη και από δέκα χρονών τραγουδούσα τα τραγούδια του. Είχε τύχει να τον δω δυο φορές. Μια στην Περαία με το Νικολόπουλο για πολύ λίγο και μια στο στούντιο στην Κολούμπια που είχα παίξει κιθάρα, σε ηλικία 21 χρονών, δυο τραγούδια του Βασίλη Βασιλειάδη και του Πυθαγόρα, που τραγουδούσε εκείνος, τα «Κι οι άντρες κλαίνε» και «Θα κόψω το τηλέφωνο». Και τον θαύμαζα… Αφού να φανταστείς πέρναγα απ’ το μπαράκι που έπινε καφέ και όλο πήγαινα τάχα να πιω νερό, για να τον δω λιγάκι. Τον χάζευα, όπως ένα κοριτσάκι 13-14 χρονών βλέπει τη Μαντόνα ή το Σάκη το Ρουβά και κάθεται να τον κοιτάει σα χαζό. Και σκεφτόμουν «Αυτός ο άνθρωπος είναι αυτός που λατρεύω;» Δεν του μίλησα όμως ποτέ. Τον λάτρευα, τον γουστάριζα, τον αγαπούσα, ήταν ο Θεός…. Τέλος… Όποτε έγραφα κάνα τραγούδι έλεγα «Αχ να το ’λεγε ο Καζαντζίδης αυτό!». Κάποια στιγμή ήρθανε από το ΣΚΑΙ και μου είπανε «Κάνουμε ένα αφιέρωμα στον Καζαντζίδη και στο μέρος που έχει μιλήσει, ο κύριος Καζαντζίδης έχει αναφέρει ότι σε θεωρεί έναν απ ’τους καλύτερους συνθέτες και ένα σπουδαίο λαϊκό τραγουδιστή». Όταν το άκουσα αυτό έπαθα πλάκα. Εκείνη την εποχή ο συγχωρεμένος ο Μπονάτσος έκανε πλάκες κι επειδή ήρθαν δυο άγνωστα παιδιά και μου ‘πανε ότι έτσι κι έτσι είπε ο Καζαντζίδης, να πεις κι εσύ κάτι για κείνον, σκέφτηκα «Μπονάτσος είναι αυτό. Ο Καζαντζίδης εμένα, από πού κι ως πού;» Τους είπα λοιπόν ότι θα τους απαντούσα αύριο, πήρα την εταιρεία μου τηλέφωνο και τους ανέθεσα να μάθουν αν ήταν αλήθεια. «Όντως κάνουν αφιέρωμα και μάθαμε από κάτι δικούς μας μέσα, ότι έχει μιλήσει για σένα με καλά λόγια». Τους είπα εντάξει, ήρθανε σπίτι και του αφιέρωσα το «Πάρε τα χνάρια μου». Είδα μετά την εκπομπή και τρελάθηκα! Αλλά υπάρχει ένα ερωτηματικό ακόμα, το οποίο δεν θα λυθεί ποτέ. Εκφράστηκε έτσι για μένα ο Στέλιος, χωρίς να τον ξέρω και δεν είμαι ακόμα σίγουρος αν αυτό που είπε, ότι ήμουν καλός συνθέτης και τραγουδιστής, το πίστευε ή ήθελε να κάνει κόντρα στο Χρήστο Νικολόπουλο, με τον οποίο εκείνο τον καιρό άρχιζαν οι γνωστές ιστορίες. Του είχε πάει ένα τραγούδι ο Χρήστος και είπε «εγώ δεν τραγουδάω αυτό το τραγούδι». Αυτό ήταν υπερβολικό για ένα συνθέτη τόσο σπουδαίο σαν το Χρήστο, που του είχε δώσει τόσες επιτυχίες. Εμένα μου βγήκε σε καλό βέβαια, γιατί όποιοι μ’ έβλεπαν στο δρόμο μου λέγανε «Μίλησε ο Στέλιος για σένα, είσαι καλός, είσαι καλός!!!»



Νομίζω πως αν δεν το πίστευε, δεν θα ερχόταν μετά να τραγουδήσει. Δεν τραγουδούσε εύκολα όπου να’ ναι... 
Από κει πήρα το θάρρος λοιπόν. Εκείνη την εποχή ο Στέλιος είχε αρχίσει να βγαίνει στα κανάλια, να κάνει συνεχώς παράπονα και να χάνει το δίκιο του. Όταν αγαπάς λοιπόν έναν άνθρωπο που τον έχεις θεό, στεναχωριέσαι όταν τα βλέπεις αυτά…. Πήρα το Σαράντη Αλιβιζάτο και του είπα να γράψουμε ένα τραγούδι που να τα ξεχνάει όλα αυτά, να μιλά για το μεγαλείο της φωνής του και τη μεγαλοπρέπεια της προσωπικότητάς του. Το ρεφρέν σκέφτηκα να το κάνω με τους Κατσιμιχαίους. Είχε προηγηθεί και το «Συγκάτοικοι είμαστε όλοι στην τρέλα» , το λέω στα παιδιά, κοιτάνε το στίχο και μου λένε «Αντώνη, αυτό είναι πολύ σπουδαίο τραγούδι, εμείς είμαστε μέσα, αλλά ο Στέλιος θα δεχθεί; Αν δε δεχθεί τι σκέφτεσαι;» «Τίποτα δε σκέφτομαι. Το κομμάτι το έγραψα για το Στέλιο. Δεν αλλάζει το όνομα, δεν μπορούμε να πούμε, μαζί μας Γιώργο ρίχτα, ή Μανώλη ρίχτα, είναι Στέλιος. Είναι όλη η ιστορία για το Στέλιο, ότι τον αγαπάμε, σταμάτα και συγχώρα τα όλα…». Αφού το έγραψα το κομμάτι του τηλεφώνησα, το σήκωσε η γυναίκα του: «Γεια σας είμαι ο Αντώνης ο Βαρδής». Μου απάντησε πολύ εγκάρδια «Αντώνη μου τι κάνεις , περίμενε να σου δώσω το Στέλιο». Το παίρνει ο Στέλιος: «Έλα Αντώνη, τι κάνεις είσαι καλά;» Ξαφνιάστηκα… Και σκεφτόμουνα, «Με τον Καζαντζίδη μιλάω τώρα;» Φοβερό!!! «Κύριε Στέλιο τι κάνετε;» «Καλά αγόρι μου καλά, τι ωραία που είπες το τραγουδάκι…» Έπαθα πλάκα… Του λέω «Κύριε Στέλιο, έχω γράψει ένα τραγούδι που είναι για σας, είναι ένα τραγούδι που αν δεν το πείτε εσείς , δεν πρόκειται να το δώσω σε κανέναν κι έχω την ιδέα να το πούμε με την επόμενη γενιά, τους πιο νέους, τον Πάνο και το Χάρη, που κατά καιρούς συζητάμε και σας θαυμάζουν, όπως σας θαυμάζω κι εγώ». «Να το ακούσω και να δω» μου είπε. «Πότε θα το ακούσετε;» «Εγώ τώρα είμαι στον Άγιο Κωνσταντίνο» «Πότε θέλετε να έρθω;» «Και σήμερα αν θέλεις». Παίρνω το αυτοκίνητο και φεύγω «σφαίρα» στον Άγιο Κωνσταντίνο. Πήγα το κομμάτι σε κασέτα, το ακούει και λέει «Αυτό είναι πολύ ωραίο τραγούδι κι έτσι όπως το ‘χεις σκεφτεί, με τον Πάνο και το Χάρη, που τους ξέρω ότι είναι αξιόλογα παιδιά, είναι πάρα πολύ ωραίο. Άστο να το ακούσω μερικές φορές και θα σε πάρω τηλέφωνο να σου πω». Εγώ το πήγα ηχογραφημένο με τη φωνή τη δική μου και του είπα ποια μέρη θα πει. Πέρασε μια βδομάδα και δεν με πήρε τηλέφωνο, οπότε σκέφτηκα πως δε θα το βάλουμε τελικά. Απ’ ότι φαίνεται ντρέπεται να μου το πει κλπ. Μου λέει όμως ο γιος μου ο Γιάννης, να ’ναι καλά το παιδί «Μπορεί να χει γίνει καμιά παρεξήγηση ή μπορεί να πιστεύει ότι εσύ θα τον πάρεις τηλέφωνο. Ίσως να μην κατάλαβες καλά κι επειδή είχες και τρακ, να σου είπε πάρε με τηλέφωνο να σου πω». Του λέω «Όχι μου είπε θα με πάρει εκείνος». Ντρεπόμουν να τον πάρω για να μην τον φέρω σε δύσκολη θέση. «Εγώ θα του τηλεφωνούσα, τουλάχιστον να ξέρω ότι δεν θα το πει» μου λέει ο Γιάννης. Με βαριά καρδιά λοιπόν σήκωσα το τηλέφωνο… «Γεια σας κυρία Βάσω τι κάνετε;»

«Αντώνη μου είσαι καλά; Nα σου δώσω το Στέλιο…. Στέλιο ο Αντωνάκης! 
-Έλα Αντώνη μου τι γίνεται, είσαι έτοιμος; 
-Τι έτοιμος, τι εννοείτε; 
-Το χεις τελειώσει το κομμάτι; 
- Το κομμάτι είναι τελειωμένο, σας το έφερα… 
-Α… Πότε με θέλεις; 
-Θα το πείτε; 
-Αφού σου είπα ότι θα το πω. 
-Δε μου το ‘πατε, μου είπατε ότι θα τηλεφωνηθούμε σε 2-3 μέρες. 
-Εγώ εννοούσα να με πάρεις σε 3 μέρες να μου πεις πότε να έρθω να το τραγουδήσω». Πήγε η ψυχή μου στην Κούλουρη και ξαναγύρισε.


Είχες δηλώσει τότε πως όταν πήγαινε στο στούντιο να γράψει, χαμήλωναν τις εντάσεις, ίσχυε αυτό;
Αυτό ήταν το «ευχαριστώ» μου. Επειδή είχα πει χιλιάδες ευχαριστώ, ήθελα να του πω κι ένα πιο μεγάλο. Στο στούντιο όταν κάνεις μίξη, μπορεί να βγάλεις τον πιο ασήμαντο τραγουδιστή να ακούγεται σαν τον Καζαντζίδη και το αντίθετο. Για να ευχαριστηθεί λοιπόν, είπα κάποια στιγμή, ότι δεν μπορούσαμε να μαζέψουμε τη φωνή του. Γιατί ένας που είναι της δουλειάς, ξέρει ότι δεν υπάρχει θέμα να μαζέψεις τη φωνή. Όταν ο Νταλάρας έκανε τα σεκόντα στον Καζαντζίδη στο «Υπάρχω», στη μίξη η φωνή του Νταλάρα, ενώ είναι ήδη λεπτή, βγήκε ακόμα πιο λεπτή. Αυτός που κάνει τη μίξη μπορεί να καταστρέψει τον άλλον ή να τον ανεβάσει. Το είπα καθαρά για να αισθανθεί ένα ευχαριστώ από μένα.


Υπάρχει κάποιος στιχουργούς που δεν συνεργάστηκες ενώ θα ήθελες; 
Έχω συνεργαστεί με τους καλύτερους στιχουργούς. Μ’ αυτούς που ήθελα να συνεργαστώ, τους ζήτησα ή μου ζήτησαν και συνεργαστήκαμε. Με όσους καλούς στιχουργούς δεν έχω κάνει τραγούδια, είναι γιατί δεν μου πάνε εμένα. Με τη Νικολακοπούλουας πούμε, δεν έχω συνεργαστεί ενώ είναι σπουδαία. Αλλά δεν μου πάει το ύφος των τραγουδιών της στη μουσική μου.


Από τραγουδιστές; 
Θαυμάζω πάρα πολλούς. Θεωρώ ότι μετά τον Καζαντζίδη και τον Αγγελόπουλο που φύγανε, οι μεγάλοι τραγουδιστές είναι ο Πάριος, ο Νταλάρας, η Χαρούλα, ο Μητσιάς και η Γλυκερία, η οποία εξακολουθεί να τραγουδάει όπως τραγουδούσε και πριν 20 χρόνια. Ενώ έχει τραγουδήσει πιο πολύ απ’ όλους και καπνίζει τρία πακέτα τσιγάρα τη μέρα.


Αντώνη, η γενικότερη οικονομική κρίση ήταν επόμενο να επηρεάσει και την κατάσταση στη νυχτερινή ζωή. Τι έχεις να πεις για τα μεροκάματα των τραγουδιστών και των μουσικών; Δεν θα πρέπει κάποια στιγμή, να βάλουν όλοι νερό στο κρασί τους;
Η αλήθεια είναι ότι ένα διάστημα τα μεροκάματα των μουσικών είχαν ανεβεί αρκετά και είναι πολύ δύσκολο να γυρίσεις στο μουσικό και να του πεις ότι έχει παραγίνει το πράγμα. Εγώ έχω σταματήσει τα τελευταία επτά χρόνια να δουλεύω και όποτε μιλάω με τους μουσικούς στο στούντιο , έχω την ευκαιρία να τους πω, ενώ παλιά δεν μπορούσα, ότι κάποιοι καλοί μουσικοί το’ χουνε παρακάνει. Όταν ήταν ακόμα πέντε μεροκάματα τη βδομάδα, τα χρήματα που ζητάγανε, ήταν πάρα πολλά… Ο απλός άνθρωπος που ακούει κάποια νούμερα, δεν μπορεί να φανταστεί πόσα λεφτά παίρνει ένας τραγουδιστής μεγάλος και λέει «εντάξει μωρέ τώρα ακούγονται τα νούμερα»…


Δεν ισχύουν αυτά τα νούμερα;
Ισχύουν και βέβαια ισχύουν. Αλλά ο απλός άνθρωπος που παίρνει 700-800 euro το μήνα, δεν μπορεί να φανταστεί, όταν ακούει για ένα μεροκάματο 20.000 euro το βράδυ. Ένας μισθωτός θέλει τρία χρόνια, για να πάρει το μεροκάματο ενός μεγάλου τραγουδιστή που βγαίνει το βράδυ, τραγουδάει μιάμιση ώρα και φεύγει. Αυτό λοιπόν, επειδή είναι εξωγήινο και εξωπραγματικό δεν μπορεί να γίνει πιστευτό. Συμβαίνει όμως. Έτσι λοιπόν συνέβη και με τα μεροκάματα των μουσικών που είχαν ανεβεί. Κάποιοι καλοί μουσικοί που ζητάγανε καλό μεροκάματο και ο επιχειρηματίας δεν το ‘δινε, το «τσόνταρε» ο τραγουδιστής, για να ’χει μαζί το μπουζούκι του ή τον μαέστρο του κι είχανε φτάσει σ’ ένα σημείο να «τρελαθούνε» κι οι μουσικοί. Τώρα λοιπόν δουλεύουν οι πολύ καλοί μουσικοί δυο φορές την εβδομάδα, η δεύτερη κατηγορία μουσικών παίρνει τα μισά χρήματα, απ ’ότι έπαιρνε και δε σου κρύβω, ότι πολλά μαγαζιά, όταν δεν πάνε καλά και το διήμερο, τους δίνουν ένα μεροκάματο και για τις δυο ημέρες. Πέσανε λιγάκι στα σκληρά, δυστυχώς. Ελπίζω κάποια στιγμή να φτιάξουνε τα πράγματα. Αυτός ήταν και ο λόγος που όταν με καλέσανε οι Music Group Therapy να παίξουμε μαζί στη Θεσσαλονίκη, δεν δέχτηκα να πάρω φράγκο. Και μάλιστα ούτε τα μεταφορικά και το ξενοδοχείο δεν πληρώθηκα, επειδή τα παιδιά είναι φίλοι μου και ξέρω τι περνάνε αυτές τις εποχές. Και θέλω, όταν κάνω ένα καλό σε κάποιους φίλους να είναι εξ’ ολοκλήρου καλό. A λλά ξέρεις τι γίνεται τώρα; Όταν ένας τραγουδιστής που παίρνει 20.000 ή 15 ή 10 πει «Τώρα θα πάρω 8.000» , δεν έχει καμιά σχέση μ’ ένα μουσικό που θα του κόψεις το μεροκάματο. Αυτή είναι η διαφορά.


Στις 20 Μαρτίου του 2006 επρόκειτο να γίνει μια συναυλία στο Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας με τη συμμετοχή των Νταλάρα, Πάριου, Παπακωνσταντίνου, Τερζή, Ρέμου, Μαχαιρίτσα, της Μελίνας Ασλανίδου και του γιου σου του Γιάννη. Στα ραδιόφωνα μάλιστα τότε, παιζόταν κι ένα τραγούδι με τίτλο «Μια συναυλία ακόμα» σε στίχους Βασίλη Γιαννόπουλου με κάποιους από αυτούς τους τραγουδιστές, το οποίο δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Ούτε η συναυλία έγινε όμως… Υπάρχει περίπτωση να γίνει στο μέλλον; 
Εγώ θα ’θελα, όποτε δίνω τραγούδια στους τραγουδιστές, να είναι πάντα ευχαριστημένοι κι όχι υποχρεωμένοι απέναντί μου. Έχω επιχειρήσει λοιπόν δυο φορές στη ζωή μου, να κάνω δυο μεγάλες συναυλίες, επειδή είχα σοβαρό οικονομικό πρόβλημα, αλλά τελικά αυτές οι συναυλίες για κάποιους λόγους δε γίνανε. Δε θα ’θελα να ξαναεπιχειρήσω να κάνω μια τέτοια συναυλία, γιατί δε θα ’θελα να είμαι υποχρεωμένος απέναντι στους τραγουδιστές. Δε θα γίνει ποτέ λοιπόν. Κι έχω πει μάλιστα στο γιο μου και στην κόρη μου, επειδή όλοι κάποια στιγμή θα πεθάνουμε, όταν φύγω απ’ τη ζωή και του κάνει πρόταση κανένας τραγουδιστής να κάνει για τον μπαμπά του καμιά συναυλία, να απαγορέψει να γίνει. Τόσο πολύ…. 

Ευχαριστούμε τους φίλους Ροζαλία Αλεξάκη, Πέτρο Πετράκη και το Καφέ του «Ολύμπιον» στην πλατεία Αριστοτέλους της Θεσσαλονίκης για τη φιλοξενία.


Οι φωτογραφίες της συνέντευξης, όπως και η τεχνική επεξεργασία του video, είναι του Μάκη Ιωακειμίδη, τον οποίο ευχαριστούμε ιδιαιτέρως. Oι υπόλοιπες φωτογραφίες προέρχονται από την προσωπική σελίδα του Αντώνη Βαρδή στο Facebook, από το αρχείο του Θανάση Γιώγλου και τη σελίδα του ντράμερ Τόλη Πιπερά στο Facebook

Στο παραπάνω video o Στέλιος Καζαντζίδης μιλά για τον Αντώνη Βαρδή και στη συνέχεια ο Βαρδής τραγουδά το «Πάρε τα χνάρια μου» (Θ.Δερβενιώτη-Κ.Βίρβου) στην εκπομπή «Μετρό» του ΣΚΑΙ το 1993. (Αρχείο Θανάση Γιώγλου)

Πρωτοδημοσιεύθηκε στο ogdoo.gr στις 20 Σεπτεμβρίου 2011

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!