Δημήτρης Μεσημέρης - «Οι πιο σημαντικές λέξεις στη μουσική είναι η αισθητική και η προσέγγιση»

Ο 24χρονος Κύπριος τραγουδοποιός «συστήνεται»
Ο Δημήτρης Μεσημέρης είναι ένα από τα μεγαλύτερα ταλέντα που έχει να επιδείξει σήμερα η κυπριακή μουσική σκηνή. Στα 24 του χρόνια μετράει ήδη δύο single, μια συμμετοχή σε ολοκληρωμένο δίσκο, αναρίθμητες εμφανίσεις σε μουσικές σκηνές της Κύπρου και αρκετές συμμετοχές σε συναυλίες καταξιωμένων Ελλήνων καλλιτεχνών, όπως η Μαρινέλλα, ο Χρήστος Νικολόπουλος, ο Αντώνης Ρέμος, η Άννα Βίσση, ο Χρήστος Θηβαίος, ο Βασίλης Καζούλης, ο Παντελής Θαλασσινός και άλλοι.

Αυθεντικός και ευαίσθητος καλλιτέχνης, επιλεκτικός στις συνεργασίες και το ρεπερτόριό του, διαβασμένος ερευνητής του «καλού» ελληνικού τραγουδιού, νιώθει έτοιμος να διευρύνει τους ορίζοντές του. Επόμενος σταθμός του μια εμφάνιση με τον Παντελή Θαλασσινό στις 6 Σεπτεμβρίου στο αρχοντικό «Αξιοθέα».

Με αφορμή αυτή του την εμφάνιση συζητήσαμε για την πορεία του στο τραγούδι και τα μελλοντικά του σχέδια.

Δημήτρη, ποια ήταν τα πρώτα σου ακούσματα σαν παιδί;
Τα πρώτα μου ακούσματα ήταν τραγούδια του Τσιτσάνη και του Βαμβακάρη που τραγουδούσε και έπαιζε στο μπουζούκι ο πατέρας μου. Θυμάμαι να κάθομαι μπροστά στη σκηνή και να παρακολουθώ προσεκτικά τον πατέρα μου και τους άλλους μουσικούς, την κονσόλα, τα όργανα, και να αναρωτιέμαι πώς λειτουργεί το καθετί. Από μικρό με κέρδισε το παραδοσιακό και το λαϊκό τραγούδι ή καλύτερα το «καλό» ελληνικό τραγούδι όπως το ονομάζω εγώ. Δεν μου αρέσει να βάζω ταυτότητες γιατί ακόμα και εγώ ο ίδιος μπερδεύω το τι είναι τι.

Ήσουν αυτοδίδακτος στην κιθάρα ή έμαθες να παίζεις στο ωδείο;
Ξεκίνησα μαθήματα κιθάρας στο ωδείο στα δέκα μου, αλλά επειδή ήμουν πάντα πολύ ανυπόμονος, ήθελα να μάθω κιθάρα για να παίζω και να ερμηνεύω δικά μου τραγούδια. Πήγαινα μάθημα και δεν το απολάμβανα και έτσι άφησα την κιθάρα στην άκρη. Μετά από μερικά χρόνια γνώρισα ένα δάσκαλο που έπαιζε κιθάρα μαζί με τον πατέρα μου, ο οποίος μου έδειξε τρεις συγχορδίες και ένα τραγούδι που μπορούσε να παιχτεί χρησιμοποιώντας μόνο αυτές. Αυτό με εντυπωσίασε και έτσι άρχισα μόνος μου να παίζω. Τα πιο πολλά πράγματα, όπως τους δρόμους του ρεμπέτικου, τα έμαθα στον προσωπικό μου χρόνο στην Αγγλία όπου σπούδασα για τρία χρόνια. Αυτά τα χρόνια έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη μου σαν μουσικός.

Μίλα μου για τις σπουδές σου στο Anglia Ruskin University. Απ’ ότι ξέρω η εργασία σου είχε ως θέμα το ρεμπέτικο τραγούδι.
Η πτυχιακή μου εργασία είχε σχέση με το ρεμπέτικο τραγούδι. Κάθε μαθητής είχε το ελεύθερο να επιλέξει σε ποιο θέμα ήθελε να επικεντρωθεί στη μελέτη που έπρεπε να κάνει τον τρίτο χρόνο των σπουδών του. Εγώ αυτή τη μελέτη ξεκίνησα να την κάνω από τις αρχές του δευτέρου χρόνου γιατί ήξερα από νωρίς με τι ήθελα να ασχοληθώ.

Τι πηγές χρησιμοποίησες για μια τέτοια εργασία;
Επισκέφθηκα τον «Ιανό» στην Αθήνα, και αγόρασα τέσσερις Ρεμπέτικες Ανθολογίες του Τάσου Σχορέλη, τη «Ρεμπετολογία» του Ηλία Πετρόπουλου, το «Road to rempetika» της Gail Holst-Warhaft, παρακολούθησα επίσης πολλά επεισόδια της εκπομπής «Η μηχανή του χρόνου», μελέτησα το ρεμπέτικο φόρουμ rempetiko.gr και διάφορες άλλες πηγές.

Τι έμαθες μέσα από αυτή σου τη μελέτη;
Αυτή η εργασία δεν με βοήθησε μόνο να μάθω ιστορικές πληροφορίες, μου άλλαξε τον τρόπο της ερμηνείας μου, και το νιώθω αυτό. Όταν ξέρεις την ιστορία ενός κομματιού, γιατί γράφτηκε, γιατί λογοκρίθηκε, τι παραλληλισμούς έχει, τότε μπαίνεις μέσα στο τραγούδι καλύτερα και αυτό βγαίνει στην ερμηνεία.

Κατά τη διάρκεια των σπουδών σου ερμήνευσες ελληνικά τραγούδια σε ένα ξένο κοινό. Πώς τους φανήκαν;
Ο κόσμος χειροκρότησε έντονα τα τραγούδια αυτά. Η δυτική μουσική δεν έχει αυτό τον τρόπο ερμηνείας που έχει η μουσική της ανατολής, τα διάφορα γυρίσματα δηλαδή που κάνουμε εμείς, οπότε ήταν κάτι πολύ ενδιαφέρον για εκείνους.

Η σύνθεση πότε μπήκε στη ζωή σου;
Η σύνθεση μπήκε στη ζωή μου εντελώς τυχαία, όταν ένιωσα σαν παιδί ότι ήθελα κι εγώ να γράψω τα δικά μου τραγούδια. Το πρώτο μου τραγούδι λεγόταν «Μη σταματάς να ονειρεύεσαι». Το έγραψα για μένα. Αργότερα έγραψα δύο τραγούδια που κυκλοφόρησαν σαν single το καλοκαίρι του 2014. Το πρώτο ονομαζόταν «Εικόνα δίχως χρώμα» και είχε ένα πιο παραδοσιακό άκουσμα ενώ το άλλο ήταν ένα ροκ τραγούδι με τίτλο «Πού να είσαι» σε στίχους Χρήστου Κουτσιοφή. Με τον ενορχηστρωτή του δίσκου, τον Αχιλλέα Τσαγγαρίδη, σκεφτήκαμε να βάλουμε μαζί αυτά τα τραγούδια για να δείξουμε ότι αυτά τα δύο είδη τραγουδιού μπορούν να συνυπάρξουν. Αργότερα, βέβαια, εμένα με κέρδισε το «Εικόνα δίχως χρώμα». Ο ήχος της Ανατολής, της Μικράς Ασίας.

Τι θέματα έχουν τα τραγούδια που γράφεις;
Τα τραγούδια που γράφω έχουν να κάνουν με τη ζωή μας. Την πορεία μας. Ένα τραγούδι μου μιλάει για τρένα και βαγόνια. Ένα άλλο λέει «Σαν θα ζωγραφίσεις την αγάπη / βάλε μέσα χρώματα και δάκρυα / βάλε ουρανό, πουλιά και δέντρα / και ως το άπειρο ξεκίνα μέτρα». Δεν μπορώ να τα κατατάξω κάπου. Δεν είναι κοινωνικός στίχος. Θα τα έλεγα ίσως βιωματικά.

Παρόλο που ακολουθείς ένα μη εμπορικό δρόμο, είσαι δημοφιλής, έχεις ένα κοινό που σε ακολουθεί. Πού πιστεύεις ότι οφείλεται αυτό; Ξέρει κατά βάθος ο κόσμος να εκτιμά τις αληθινές αξίες;
Την ευθύνη για το τι ακούει ο κόσμος την έχουν τα μέσα ενημέρωσης. Το ραδιόφωνο αναγκάζει τον κόσμο να ακούει αυτά που παίζει. Ένας άνθρωπος που επιστρέφει από τη δουλειά του και ανοίγει το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο θα μάθει να τραγουδά αυτό που ακούει. Δεν θα κάτσει να ασχοληθεί με το στίχο και το νόημα του τραγουδιού. Πρόσεξα όμως ότι όσο μεγαλώνει ο άνθρωπος και ωριμάζει αντιλαμβάνεται καλύτερα τη μουσική. Στα 23-24 αρχίζουν να διαχωρίζουν το τραγούδι της διασκέδασης από το τραγούδι της ψυχαγωγίας. Πάνε στο club και ξέρουν ότι αυτό που ακούνε δεν είναι καλό, είναι απλά κάτι για να χορέψουν, και ξέρουν ποιο είναι το καλό τραγούδι, αλλά μπορεί να μην πάνε να το ακούσουν επειδή δεν είναι πολύ «in» και δεν θα δουν κόσμο εκεί. Εμείς θέλουμε κοινό με ταλέντο. Με ταλέντο να ακούει. Το ότι έχω ένα κοινό που με ακολουθεί πιστεύω οφείλεται στο ότι αντιλαμβάνεται τις απόψεις μου και τις σέβεται. Γι’ αυτό και έρχεται να με ακούσει.

Για να σε γνωρίσει καλύτερα ο κόσμος που δεν σε ξέρει θα ήθελα να σου αναφέρω δέκα ονόματα συνθετών και να μου πεις το αγαπημένο σου τραγούδι τους.
Μάρκος Βαμβακάρης - Είναι απίθανο να διαλέξω ένα κομμάτι από συνθέτες αυτού του επιπέδου που θα μου αναφέρεις. Απλώς θα σου πω στην τύχη ένα από τα αγαπημένα μου. Για τον Βαμβακάρη ας πούμε το «Όλοι οι ρεμπέτες του ντουνιά».

Βασίλης Τσιτσάνης - Είναι ο αγαπημένος μου συνθέτης όλων των εποχών και γι’ αυτό προτιμώ να μην σου πω κανένα.

Απόστολος Καλδάρας - «Αν είναι η αγάπη έγκλημα». Βεβαίως όμως δεν πρέπει να ξεχνάμε και την «Μικρά Ασία».

Άκης Πάνου - «Εφτά νομά σ’ ένα δωμά».

Γιώργος Ζαμπέτας - «Όταν θα λάβεις αυτό το γράμμα».

Μίκης Θεοδωράκης - «Όμορφη πόλη».

Μάνος Χατζιδάκις - «Κεμάλ»

Σταύρος Ξαρχάκος - «Στης πίκρας τα ξερόνησα» από το «Ρεμπέτικο».

Μάνος Λοΐζος - «Έχω έναν καφενέ».

Σταύρος Κουγιουμτζής - «Μη μου θυμώνεις μάτια μου».

Ποιους Κύπριους καλλιτέχνες ξεχωρίζεις;
Από δημιουργούς ξεχωρίζω τον Μάριο Τόκα και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη. Θεωρώ ότι ο Αλκίνοος, μετά τον Μάριο Τόκα, άφησε πίσω του έργο που θα υπάρχει για πάντα. Δημιούργησε ένα διαφορετικό είδος τραγουδιού. Από τους σημερινούς τραγουδιστές εκτιμώ πολύ τον Δημήτρη Φανή, τον Κούλη Θεοδώρου, τη Μαρία Θεοδότου, την Κατερίνα Παράσχου, τον Πάρη Παράσχο, τον Ανδρέα Ελεσνίτσαλη και άλλους πολλούς. Νιώθω ότι είναι από τους σοβαρούς τραγουδιστές που έχουμε στην Κύπρο.

Γνώρισες την Άννα Βίσση όταν συμμετείχες σε μια συναυλία της. Πώς σου φαίνεται σαν καλλιτέχνης;
Είχα κάνει το support στη συναυλία της Άννας Βίσση πριν δύο χρόνια στην Πάφο. Μου αρέσουν πιο πολύ τα παλιά της τραγούδια, όπως το «Σ’ αγαπώ» ή «Στα χρόνια της υπομονής» σε μουσική του Σταύρου Κουγιουμτζή.

Πώς ήταν η συνάντηση σου με τη Μαρινέλλα;
Η Μαρινέλλα είναι ένας εξαιρετικός άνθρωπος. Θυμάμαι πριν από τη συναυλία στην Πάφο καθίσαμε στο ξενοδοχείο έξω στο lobby και προσπαθούσε να εξηγήσει στη σερβιτόρα πώς ακριβώς να της φτιάξει ένα μοχίτο. Και αργότερα στην προετοιμασία για τη συναυλία θυμάμαι ότι δεν καθότανε λεπτό πάνω στη σκηνή. Φρόντιζε τα πάντα. Μου έκανε φοβερή εντύπωση επίσης ότι την ώρα που έκανα εγώ sound check ήρθε και εκείνη να κάνει το δικό της. Πολύ απλός και γλυκός άνθρωπος.

Η συνεργασία σου με το Χρήστο Θηβαίο και το Βασίλη Καζούλη πώς προέκυψε;
Προέκυψε μέσα από μια συνεργασία που έχουμε τα τελευταία χρόνια μαζί με τον Νικόλα Φιλήτα από τους «Prospectus», με τον οποίο αποφασίσαμε να κάνουμε πιο απλές εμφανίσεις σε μικρά μαγαζιά, δύο φωνές και μια κιθάρα. Έγινε η πρόταση να τραγουδήσουμε στη Λεμεσό στο «Πέραμα» και στην Κυπερούντα στο «Dolly Bar». Ήταν δύο ακουστικές παραστάσεις όπου περάσαμε πολύ ωραία και μου δόθηκε η ευκαιρία να μπλεχτώ σε ένα λίγο διαφορετικό είδος, πιο ροκ. Ιδιαίτερη στιγμή για μένα ήταν όταν τραγουδήσαμε μαζί με τον Χρήστο Θηβαίο την «Μικρή πατρίδα».

Από την ξένη μουσική τι σε συγκινεί;
Μου αρέσει πολύ η μπλουζ μουσική, B.B. King, John Mayer, Eric Clapton, αλλά για να την ακούω μόνο. Θα τραγουδούσα για το κέφι μου ένα τραγούδι όπως το «Sweet home Chicago», αλλά δεν είναι το στοιχείο μου. Εμένα η μητρική γλώσσα μου είναι τα ελληνικά. Όταν τραγουδάω στα ελληνικά, κάθε λέξη βγαίνει από μέσα μου, φεύγει από την ψυχή μου και βγαίνει από το στόμα μου. Όταν τραγουδάς σε μια ξένη γλώσσα, όσο καλά και να την ξέρεις, οι λέξεις περνούν από το μυαλό. Δεν λέω ότι είναι κακό να τραγουδούμε σε άλλες γλώσσες, άλλωστε και εγώ το έκανα και ίσως το κάνω ξανά, αλλά όχι για να παρουσιάσω το Δημήτρη μέσα από αυτό.

Δημήτρη, πώς βλέπεις το ελληνικό τραγούδι σήμερα;
Υπάρχουν πολύ καλά τραγούδια και ισάξια των παλιών. Δε σταμάτησε ποτέ το καλό τραγούδι να κυκλοφορεί. Απλά δυστυχώς χάνονται μέσα στη βαβούρα. Σήμερα δε φτάνει να είσαι μόνο καλλιτέχνης. Πρέπει να είσαι και έξυπνος άνθρωπος ή να έχεις έναν καλό σύμβουλο ο οποίος να θέλει το καλό σου και να γνωρίζει τι σε αντιπροσωπεύει για να μπορεί να σε βοηθάει σε άλλους τομείς που δεν κατέχεις εσύ. Για παράδειγμα τη Μαρίνα Σάττι τη θεωρώ πολύ έξυπνη, ή τους Ιμάμ Μπαϊλντί, τους Gadjo Dilo, τον Μαραβέγια. Είναι έξυπνοι καλλιτέχνες και έχουν καλές μουσικές. Δεν έχουν καμία σχέση με πολλούς άλλους.

Εσύ έχεις κάποιο σύμβουλο δίπλα σου;
Έχω πολλούς συμβούλους από το στενό περιβάλλον μου, αλλά η δική μου βούληση είναι αυτή που μετράει περισσότερο. Καμιά φορά φτάνω και σε αδιέξοδα.

Στις 6 Σεπτεμβρίου θα εμφανιστείς μαζί με τον Παντελή Θαλασσινό. Τι θα δούμε σε αυτό το πρόγραμμα;
Την Πέμπτη 6 Σεπτεμβρίου θα εμφανιστούμε για δεύτερη χρονιά με τον Παντελή Θαλασσινό στο αρχοντικό «Αξιοθέα». Μαέστρος μας θα είναι ο Αχιλλέας Τσαγγαρίδης ο οποίος ήταν και ο συνθέτης ενός δίσκου που συμμετείχαμε μαζί με τον Θαλασσινό και άλλους καλλιτέχνες πριν από μερικούς μήνες σε στίχους Ελένης Σιούφτα (σ.σ. «Κόντρα στη σιωπή»). Το πρόγραμμα στην «Αξιοθέα» θα περιλαμβάνει τραγούδια του Θαλασσινού και θα συμμετέχει επίσης η Μαρία Θεοδότου.
pantelis kypros
Νιώθεις ότι ο Παντελής Θαλασσινός είναι ένας από τους ανθρώπους που σε έχουν επηρεάσει καλλιτεχνικά;
Νομίζω πως είναι ένας από τους 4-5 καλλιτέχνες που με έβαλαν μέσα σ’ αυτά τα μονοπάτια ακούγοντάς τους από παιδί. Ίσως να με έχουν επηρεάσει ακόμα και στη σύνθεση μου. Είναι περίεργο γιατί εγώ αυτά που ακούω μέσα στις συνθέσεις τους τα μελέτησα και μόνος μου, χωρίς να τα ακούσω από εκείνους, αλλά τα βρήκα εκ των υστέρων και σ’ αυτούς και έδεσαν. Δηλαδή χρησιμοποιούν όργανα παλιά, όπως το νταούλι ή το μπεντίρ και τα χρησιμοποιούν με σωστή προσέγγιση και αισθητική. Για μένα οι πιο σημαντικές λέξεις στη μουσική είναι η αισθητική και η προσέγγιση.

Πώς είναι η μεταξύ σας σχέση;
Έχουμε γνωριστεί αρκετά καλά, μου δίνει πολύ ωραίες συμβουλές, είναι πρόθυμος να μοιραστεί τις γνώσεις του, ευχάριστος, αυθεντικός, πάει τη βαρκάδα του, κάνει το ψάρεμα του. Ένας πολύ γαλήνιος άνθρωπος.

Τι άλλα σχέδια έχεις για το εγγύς μέλλον;
Από τον Οκτώβρη ξεκινάμε στο «Avalon» κάθε δεύτερη Παρασκευή μαζί με τον Ανδρέα Μωυσέως με τον οποίο μας συνδέουν δύο χρόνια φιλίας και συνεργασίας. Έχουμε και μια παράσταση με τον Νικόλα Φιλήτα με μια κιθάρα και δύο φωνές, και άλλη μια μόνος μου με έναν ακόμα μουσικό στο «Baristro». Παίζουμε επίσης στο Πάρκο Στροβόλου στις 11 Σεπτεμβρίου σε μια παράσταση του Άδμητου Πιτσιλλίδη με τραγούδια της μπουάτ, όπου συμμετέχουν η Κατερίνα Παράσχου, ο Πάρις Παράσχος και ο Ανδρέας Ελεσνίτσαλης.

Πριν ολοκληρώσουμε θα ήθελα να σε ρωτήσω, ποια ήταν για σένα η σημαντικότερη στιγμή της πορείας σου μέχρι σήμερα;
Αυτή είναι μια πολύ ωραία ερώτηση. Δεν τη σκέφτηκα ποτέ, γιατί ίσως βλέπω μόνο μπροστά. Είναι καλά όμως ενίοτε να κάνει κανείς μια ανασκόπηση στο παρελθόν. Νιώθω ότι τα καλύτερα πράγματα που έκανα ήταν αυτές οι μικρές συμμετοχές ανάμεσα σε μεγάλους καλλιτέχνες όπως η Μαρινέλλα, ο Νικολόπουλος, ο Ρέμος, η Βίσση, ο Θηβαίος, ο Καζούλης, ο Θαλασσινός. Πάντα από τις ζωντανές εμφανίσεις θα πάρεις περισσότερα πράγματα παρά βλέποντας τους μέσα από ένα βίντεο. Ζώντας τους μπροστά σου παρατηρείς το πώς συμπεριφέρονται πάνω στη σκηνή, κερδίζεις πάρα πολλά πράγματα και αισθάνεσαι και εσύ ευτυχισμένος γνωρίζοντας ότι ήσουν ένα μέρος αυτής της παράστασης.

Δημήτρη σε ευχαριστώ πάρα πολύ και σου εύχομαι κάθε επιτυχία σε ό,τι κάνεις.
Ευχαριστώ πολύ κι εγώ.

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!