Χατζής: «Ήξερα ότι δεν θα πάω στον παράδεισο, εκεί πάνε µόνο οι ξανθοί»

«Τώρα όπου κι αν γυρίσεις θα δεις µαύρους. Τότε δεν ήταν έτσι τα πράγµατα».

Ο Κώστας Χατζής παραχώρησε συνέντευξη στην Έμυ Ντούρου και το Documento.

Αφορμή της συνομιλίας τους οι παραστάσεις του σπουδαίου τραγουδοποιού στο Half Note Jazz Club από τις 8 έως τις 11 Φεβρουαρίου.

Πηγαίος συνομιλητής ο Χατζής, κατασταλαγμένος άνθρωπος και καλλιτέχνης, οι στιγμές μαζί του αποτελούν κάθε φορά «εμπειρία» ζωής.

Σας μεταφέρω μερικά αποσπάσματα της συζήτησης του με τη δημοσιογράφο, με «πυρήνα» την διαφορετικότητα και το ρατσισμό, τις «επιπτώσεις» των οποίων σε ζόρικους καιρούς, ο Χατζής βίωσε στο πετσί του.

Σας έχουν συµβεί πολλά από τότε που ήσασταν παιδί κι όµως παραµένετε εξαιρετικά ευγενής. ∆εν νιώσατε ποτέ θυµό;
Φυσικά και ένιωσα. Όταν ήµουν νεότερος ήµουν επιθετικός, αλλά τότε ήµουν ζαγάρι. Γιατί κοιµήθηκα στους δρόµους, σε παγκάκια, πέρασα πάρα πολύ δύσκολα. Εκείνη την εποχή είχα διαβάσει και πράγµατα που αντί να µε ηµερέψουν µε αγρίεψαν περισσότερο. Εκείνο που µε έκανε να αγαπήσω τον εαυτό µου, τους συνανθρώπους µου και τη ζωή ήταν η Αγία Γραφή, η οποία είναι το προσπέκτους της ζωής, φτάνει να µην αφήνουµε να µας την ερµηνεύουν οι θρησκευτικοί ηγέτες. Η ίδια η Γραφή ερµηνεύει τον εαυτό της.

Πιστεύατε πάντα στον Θεό;
Όχι.

Τι σας έκανε να πιστέψετε;
∆εν φοβόµουν ότι θα πάω στην κόλαση. Ούτως ή άλλως ήξερα ότι δεν θα πήγαινα ποτέ στον παράδεισο, εκεί πάνε µόνο οι ξανθοί. Ο πατέρας µου ήταν πολύ θρήσκος άνθρωπος. Για τα Χριστούγεννα νήστευε σαράντα µέρες και το Πάσχα πενήντα – ο Θεός βέβαια δεν θέλει από εµάς τη λατρεία µέσω της νηστείας που νοµίζει πολύς κόσµος. Μια φορά λοιπόν που µπορεί να ήταν Πάσχα εκείνος έτρωγε φασόλια. Τόλµησα και του είπα: «Πατέρα, εσύ είσαι πολύ καλός άνθρωπος, ούτε µυρµήγκι δεν πατάς, σίγουρα ο Θεός δεν θα µπορούσε να σου έχει λίγο κρέας;». Και µου απάντησε: «Μη λες τέτοια λόγια, παιδί µου. Όποιον αγαπάει ο Θεός τον παιδεύει». Για πλάκα τότε του είπα: «Εγώ θα φάω». «Πώς θα φας;» µε ρώτησε. «Θα κλέψω» του απάντησα. Και έγινε έξω φρενών.

Γιατί ασχοληθήκατε µε το κοινωνικό τραγούδι;
Γιατί γεννήθηκα περιθωριακός. Και εγώ µπορεί να είµαι περιθωριακός γιατί είµαι γύφτος, υπάρχουν όµως και Έλληνες που αν και δεν είναι γύφτοι είναι περιθωριακοί. Είτε γιατί είναι φτωχοί είτε γιατί δεν είχαν να σπουδάσουν.

Όταν λέτε περιθωριακός τι εννοείτε;
Περιθωριακός είναι εκείνος που οι άλλοι δεν τον αναγνωρίζουν τον ως ισάξιο.

Εσάς σας θεωρούσαν περιθωριακό λόγω της καταγωγής σας;
Βέβαια. Κι εκτός αυτού ήµουν και φτωχός.

Πότε ήρθε η µεγάλη αλλαγή στη ζωή σας;
Το ’56 είχε βγει µια νοµοθεσία ή διάταξη, δεν το έψαξα ποτέ, η οποία απαγόρευε στους γύφτους να µπαίνουν στα λεωφορεία και στο τραµ. Άρθηκε γρήγορα. Εκείνο τον καιρό επειδή έγραφα αυτό το είδος µουσικής και µε άκουγαν σε διάφορα µέρη, έρχονταν εκεί που έπαιζα να ακούσουν τον γύφτο που λέει επαναστατικά τραγούδια. Τα τραγούδια µου όµως δεν ήταν επαναστατικά αλλά ρεαλιστικά. Αναφερόµουν στην καταδυνάστευση της φυλής. ∆εν µε ενδιέφερε να λέω για το τσιγγάνικο αίµα ή ερωτικά τραγούδια.

Γιατί; ∆εν σας αρέσουν;
Πώς δεν µου αρέσουν. Εχω τραγουδήσει όχι ερωτικό αλλά ροµαντικό τραγούδι. Πιο πολύ όµως µε ενδιέφερε να τραγουδήσω για το πουλί που θέλει να είναι ελεύθερο να πετάει και όταν κουρνιάζει να µην κουρνιάζει µε µαύρα πουλιά αλλά µε άσπρα. Έλεγα τραγούδια δηλαδή που έδειχναν ότι δεν ήθελα να είµαι ο σκούρος. Τώρα όπου κι αν γυρίσεις θα δεις µαύρους. Τότε δεν ήταν έτσι τα πράγµατα. Και περνάγαµε πολύ δύσκολα. Μιλούσα για τα ανθρώπινα δικαιώµατα. Αργότερα οι στίχοι έγιναν πολύ πιο έντονοι και ξεκάθαροι.

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!