Χαράλαμπος Βασιλειάδης - «Ο μέγας Τσάντας»

Ο στιχουργός Χαράλαμπος Βασιλειάδης ή «Τσάντας» γεννήθηκε το 1907 και πέθανε στις 16 Μαΐου 1970 στη Νέα Φιλαδέλφεια.
Στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού, πρωταγωνιστές που έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στην πορεία και εξέλιξή του, εξακολουθούν να παραμένουν εδώ και δεκαετίες αδικαίωτοι στο περιθώριο της «ιστορίας», χωρίς την ανάλογη προβολή και αναγνώριση. Το γεγονός αυτό οφείλεται στην ελλιπή βιβλιογραφία και έρευνα, στην παθολογική κρυψίνοια και εμμονή των ανθρώπων που ασχολούνται με το είδος να εξαντλούν το όλο «θέμα» σε λίγες στερεότυπες παραμέτρους και ίσως στην άγνοια που «νίπτοντας τας χείρας» εξασφαλίζει στους σύγχρονους Πιλάτους τον «ύπνο του δικαίου».

Η κατηγορία των στιχουργών είναι αυτή που αναμφίβολα έχει υποστεί τα περισσότερα δεινά. Τον παλιό καλό καιρό το «Εν αρχή ην ο λόγος» δεν είχε πέραση στην τραγουδοποιία. Οι στιχουργοί - σύμφωνα με τα ήθη και έθιμα της εποχής - παρέμεναν στωικά στην αφάνεια αφού οι συνθέτες και οι ερμηνευτές είχαν τον πρώτο «λόγο». Έτσι στους περισσότερους δίσκους 78 στροφών αλλά και σε πολλά 45άρια αναγράφεται η συνήθης ένδειξη, στίχοι - μουσική: Βασίλης Τσιτσάνης, Γιάννης Παπαϊωάννου, Απόστολος Χατζηχρήστος κλπ.

Με το πέρασμα των χρόνων, αποκαλύφτηκε ότι πίσω από τις ετικέτες κρύβονταν πρόσωπα που λίγο-πολύ ήταν γνωστά για την άλλοτε έντονη κι άλλοτε αραιή και διακριτική τους παρουσία στην δισκογραφία. Ποιος να φανταζόταν ποτέ ότι ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης, που επισήμως - λόγω των άτυπων συμφωνιών - φέρεται ως στιχουργός 86 τραγουδιών, θα διέθετε τελικά «μυστική» εργογραφία πολλαπλάσια της αναγραφόμενης; Σιγά-σιγά, κι αφού οι εμπλεκόμενοι έχουν φύγει πια απ’ τη ζωή, τα πράγματα αρχίζουν να μπαίνουν στην θέση τους και να λέγονται με το πραγματικό όνομά τους. Γιατί όσο ορισμένοι από τους θιασώτες των ειδικών αυτών συμφωνιών παρέμεναν στο προσκήνιο, παρατηρήθηκαν φαινόμενα, όπου το όνομα των στιχουργών - που τυπώθηκε κανονικά στους παλαιότερους δίσκους - να μην υπάρχει στις μεταγενέστερες εκδόσεις.

Μια άλλη διάσταση, στην οποία ο Τσάντας - όπως και άλλοι μάστορες του λόγου αλλά και της μελωδίας - σημείωσε αξιόλογες «επιδόσεις», ήταν το «χάρισμα» των δημιουργιών του. Όμως λίγο πριν αλλά και μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, μάλλον θα ήταν ασύλληπτο, ακόμα και για τους πιο προνοητικούς, να συλλάβουν το «ζήτημα» των πνευματικών δικαιωμάτων που διαιωνίζουν σήμερα σε «άσχετους’ απογόνους, την άδικη αλλά συνηθισμένη τότε, απλή «ανταλλαγή» ή «μοιρασιά» ή «υποχρέωση» ή απλώς «χατήρι».

Τα πρώτα χρόνια


Σύμφωνα με μαρτυρίες και πληροφορίες που συλλέξαμε από διάφορες πηγές ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης γεννήθηκε στο Τσανάκ Καλέ της Μικράς Ασίας το 1902. Με τα προσφυγικά κύματα έρχεται στην Ελλάδα. Ήταν μορφωμένος και γλωσσομαθής και για τον λόγο αυτό ασχολήθηκε με μεταφράσεις κειμένων όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Γιάννης Παπαϊωάννου στην αυτοβιογραφία του («Ντόμπρα και Σταράτα» επιμέλεια Κώστας Χατζηδουλής, εκδόσεις Κάκτος, 1982).

Η πρώτη του επίσημη παρουσία στην δισκογραφία, σύμφωνα με τις ετικέτες των δίσκων, καταγράφεται το Δεκέμβρη του 1946 στην Columbia, με το «Δυο καρπούζια σ’ ένα χέρι» {DG 6620} σε μουσική του Στελλάκη Περπινιάδη. Όμως ο Βασιλειάδης είχε ήδη ξεχωρίσει προπολεμικά για την στιχουργική του δεινότητα. Μια μεγάλη επιτυχία της Ιωάννας Γεωργακοπούλου, το περίφημο «Μπρος τον Άγιο Σπυρίδωνα» όπως αποκαλύφτηκε πια, φέρει την υπογραφή του.

Ο Κώστας Βίρβος στην βιογραφία του («Μια ζωή τραγούδια», εκδόσεις Ντέφι, 1985) αναφέρει ότι Βασιλειάδης γνώριζε τέσσερις γλώσσες και για ένα διάστημα εργάστηκε στο Υπουργείο Ναυτικών, αλλά σύντομα τον κέρδισε η στιχουργική εγκαταλείποντας οποιανδήποτε άλλη δραστηριότητά. Μάλιστα, ο Βίρβος, τονίζει ότι πριν την δική του εμφάνιση στην δισκογραφία οι μόνοι επαγγελματίες λαϊκοί στιχουργοί ήταν η Παπαγιαννοπούλου και ο Βασιλειάδης: «ο Μπάμπης Βασιλειάδης, ο παλιότερος, η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου που άρχισε το '47 να γράφει, εγώ και μετά ο Χρήστος Κολοκοτρώνης».

Αλλά και τα λόγια του Γιώργου Ζαμπέτας, μέσα από την αυτοβιογραφία του («Βίος και Πολιτεία - Και η βρόχα έπιπτε στρειτ θρου», επιμέλεια Ιωάννας Κλειάσιου, εκδόσεις Ντέφι, 1997) είναι ενδεικτικά της «προπολεμικής» ενασχόλησης και αναγνώρισης του Βασιλειάδη στο χώρο του τραγουδιού: «Το Μπάμπη, τον ήξερα απ’ το '45, μας είχε συστήσει ο Στράτος στο μπαράκι και με συμπάθησε και μού ‘δινε στίχους για να γράφω κάνα τραγουδάκι».

Μια τσάντα γεμάτη τραγούδια


Ο Βασιλειάδης είναι γνωστός στο κύκλωμα της τραγουδοποιίας με το παρατσούκλι Τσάντας ο λόγιας. Έτσι τον αποκαλούσε χαρακτηριστικά ο χιουμορίστας και πλακατζής Στράτος Παγιουμτζής και του... έμεινε. Το ίδιο είχε συμβεί και με το «Βλάχος» που κόλλησε στον Τσιτσάνη. Ακόμα και σήμερα αν μιλήσεις με κάποιον παλαιότερο δημιουργό ή ερμηνευτή δεν θα συνεννοηθείς ποτέ λέγοντας «Βασιλειάδης», αλλά σίγουρα θα βρεις την άκρη με το «Τσάντας» που στα χρόνια υπερίσχυσε του «Λόγιας». Το «Τσάντας» ήταν εύστοχο γιατί ο Βασιλειάδης γυρνούσε στα στέκια των μουσικών στην Ίωνος, με έναν χαρτοφύλακα γεμάτο στίχους. Οι συνθέτες τον πλησίαζαν, ζητώντας του «υλικό» κι εκείνος άνοιγε την τσάντα κι έβγαζε τα στιχάκια του. Πολλές φορές έγραφε κατά παραγγελία. Του υπαγόρευαν το θέμα κι εκείνος πίνοντας το καφεδάκι του στο μπαράκι του «Μάριου», έπαιρνε χαρτί και μολύβι και εκτελούσε «τας διαταγάς».

Γεγονός είναι ότι ο Τσάντας, τα μεταπολεμικά χρόνια κυριάρχησε με την πένα του στην δισκογραφία και γενικότερα στο χώρο του. Πολυγραφότατος, ευρηματικός και αστείρευτος κινήθηκε με άνεση και απλότητα σε όλα τα μήκη και πλάτη του τραγουδιού. Από «ελαφρολαϊκά» των Άκη Σμυρναίου («Η τράτα», «Το τελευταίο γράμμα», «Ζαφείρα» με την Μαριάννα Χατζοπούλου, «Ένα φιλάκι» με την Ούλα Μπάμπα) και Νίκου Γούναρη («Σκαλί καλέ μου σκαλί», «Στο ψηλό το μπαλκονάκι», «Μαχαραγιάς αν ήμουνα») μέχρι βαριά λαϊκά όπως τα «Φέρτε μια κούπα με κρασί» σε μουσική Απόστολου Καλδάρα με τον Πρόδρομο Τσαουσάκη, «Όταν κοιμάται ο δυστυχής» του Βασίλη Καραπατάκη με τον Τάκη Μπίνη, «Απόψε μ’ εγκατέλειψες» του Στέλιου Χρυσίνη με την Ρένα Στάμου, «Η λαδιά» του Ανέστου Αθανασίου ή Γύφτου με τον Βαγγέλη Σοκορέλη και την Ανθούλα Αλιφραγκή, «Εσύ ‘σαι αριστοκράτισσα» του Λ. Μπουρνέλη με τον Γιώργο Ταλιούρη, «Σκαλοπάτι-σκαλοπάτι» και «Σκαλί, σκαλί κατέβηκα» του Γιώργου Λαύκα, «Σάπιο σανίδι πάτησα» του Γεράσιμου Κλουβάτου κ.α.

Ξεχωριστές και πολυαγαπημένες στιγμές τα «Η άμαξα μεσ’ την βροχή» και «Πεντάμορφη» του Χατζηχρήστου και οι θρυλικοί «Γλάροι» σε μουσική Νίκου Μεϊμάρη με το μελωδικό ντουέτο των Πάνου Γαβαλά και Βούλας Γκίκα. Ο Γαβαλάς ερμήνευσε πολλές δημιουργίες του Τσάντα. Ανάμεσά τους τον πρώτο λόγο κατέχει το «Σιγανοψιχάλισμα» με το οποίο και καθιερώθηκε στην δισκογραφία το 1956. Άλλες όμορφες καταθέσεις τους: «Για κρατήστε με πια φίλοι» σε μουσική Βαγγέλη Πρέκα, «Μην αργείς κι αργοπεθαίνω» του Χρυσίνη, «Γύρνα πάλι στο φτωχοκάλυβό μας» του Παναγιώτη Πετσά και το επιτυχημένο «Μ’ έκανε η αγάπη σου ξενύχτη» του δεξιοτέχνη μπουζουξή Αντώνη Κατινάρη.

Αλλά μήπως υστερούν σε μαγεία και χάρη οι «Σεβιλιάνες» σε μουσική του Λαύκα και το «Όλα ξεχάστηκαν» του Γιάννη Σταμούλη ή Μπιραλάχ που σφράγισε με τη φωνή της η Στέλλα Χακίλ, το «Φυσάει ο μπάτης» της Γεωργακοπούλου, η «Μαγκάλα» του Ατταλίδη, οι «Παρτίδες» του Μανώλη Χιώτη; Τι μπορεί να πει κανείς για τόσο απλές αλλά έντονα δραματικές στιγμές, όπως αυτές που ξετυλίγονται στο ανεπανάληπτο «Μη μου ξυπνάς το παρελθόν» του Κάξου και στη «Γόπα» του Φώτη Χαλουλάκου..

Ο τελευταίος είχε δηλώσει σχετικά στον Τάσο Σχορέλη («Ρεμπέτικη Ανθολογία», τόμος Δ, εκδόσεις Πλέθρον, 1981): «Στον Τσάντα χρωστάω πολλά. Κι όχι μόνο εγώ. Και ποιον δεν βοήθησε; Αυτός με πήγε στην Odeon. Για τον Τσάντα πρέπει να γραφτούνε πολλά γιατί του αξίζει. Ολόκληρο βιβλίο... Παίζαμε σ’ ένα ουζερί στη Βάθη με τον Κυριαζή. Εκεί με στίχους του Τσάντα έγραψα τη «Γόπα». Την τραγούδησε ο Γιάννης και αυτός ήταν ο πρώτος του δίσκος».

Με στίχους του Τσάντα έκανε το ντεμπούτο σαν συνθέτης στο γραμμόφωνο και ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης, το 1949, με το «Καντήλι τρεμοσβήνει» που ερμήνευσαν οι Στελλάκης, Σούλα Καλφοπούλου και Μάρκος Βαμβακάρης. Η συνεργασία τους συνεχίστηκε με τα «Πήρα την στράτα την κακιά» που τραγούδησε η Πόλυ Πάνου και «Ξένο σπίτι, ξένες πόρτες» με τον Τσαουσάκη. Επίσης ο Σπύρος Ζαγοραίος ενώ ξεκίνησε την πορεία του στο τραγούδι το 1952 με μια δημιουργία του Τσιτσάνη, η πρώτη ουσιαστικά εγγραφή του θεωρείται αυτή που πραγματοποίησε 6 χρόνια μετά στο αθάνατο «Άναψε το τσιγάρο» των Κλουβάτου - Τσάντα στην Odeon. Το ίδιο τραγούδι ηχογράφησε λίγους μήνες αργότερα και η Καίτη Γκρέυ για λογαριασμό της «αντίπαλης» Columbia. Η Γκρέυ συνέδεσε το όνομά της με ένα μεγάλο σουξέ των Χρυσίνη - Τσάντα, το «Κάτσε στον καναπέ μου».

Στίχους του Βασιλειάδη μελοποίησε και ο Τσιτσάνης. Ανάμεσα τους περιλαμβάνεται και «Το πικραμένο αγόρι» με τη φωνή Τσαουσάκη που τόσο πολύ αγάπησε ο Μάνος Χατζιδάκις ώστε να το συμπεριλάβει στα «Πέριξ» με τη Βούλα Σαββίδη και σε οργανική μορφή στον «Σκληρό Απρίλη του '45».

Οι μεγάλες στιγμές: Παπαϊωάννου - Ζαμπέτας - Καζαντζίδης


Ο Τσάντας συνεργάστηκε με όλους σχεδόν τους κορυφαίους συνθέτες και ερμηνευτές. Την μεταπολεμική περίοδο η σύμπραξή του με τον Γιάννη Παπαϊωάννου έμεινε ιστορική: “Πριν το χάραμα”, “Είσαι γυναίκα του μπελά”, “Απ’ της Ζέας το λιμάνι”, “Στα πεύκα και στα έλατα”, “Άνοιξε γιατί δεν αντέχω”, “Κάνε κουράγιο καρδιά μου”, “Είμαστε φίλοι”, “Σβήσε το φως να κοιμηθούμε” “Δεν σε ρωτώ ποια ήσουνα” κ.α. Το τελευταίο τραγούδι το ερμήνευσε το 1953 ο Στέλιος Καζαντζίδης σημειώνοντας επιτυχία. Ο Καζαντζίδης μου είχε μιλήσει με κολακευτικά λόγια για την αξία και την προσωπικότητα του Τσάντα τονίζοντας ότι αυτός μεσολάβησε για την γνωριμία του με τον Χρυσίνη και την μετέπειτα ένταξή του στην δισκογραφία. Έκτοτε οι δρόμοι τους διασταυρώθηκαν λίγες φορές αλλά πάντα με λαμπρά αποτελέσματα: “Ένας μάγκας στο Βοτανικό” σε μουσική Σπύρου Περιστέρη (το τραγούδι είχε κυκλοφορήσει με διαφορετικούς στίχους το 1933 και ερμηνευτή τον Ζαχαρία Κασιμάτη) “Πάντα εσένα συλλογιέμαι” του Στράτου Ατταλίδη, “Κλαίει απόψε η καρδιά μου” κ.α.

Ο Καζαντζίδης στην δεύτερη -μετά το 1987- πορεία του δτην δισκογραφία επανεκτέλεσε το “Πριν το χάραμα” των Παπαιωάννου-Τσάντα που είχαν πρωτοτραγουδήσει το 1947 οι Οδυσσέας Μοσχονάς και Στελλάκης και το “Πικραμένο δειλινό” του ακορντεονίστα Σωτήρη Ζωιόπουλου που ξεχώρισε το 1955 με τον Γαβαλά.

Η πορεία του Τσάντα απ’ τα μισά περίπου της δεκαετίας του '50 μέχρι και το βιολογικό του τέλος, το Μάη του 1970, σημαδεύτηκε απ’ την μελωδική αύρα και τον συνθετικό οίστρο του Γιώργου Ζαμπέτα. Ανάμεσά τους, πανταχού παρών, και ο Καζαντζίδης. Αλλά ας αφήσουμε τον ίδιο το Ζαμπέτα να μας τα διηγηθεί καλύτερα:

«...το 1952 ηχογραφώ το πρώτο μου τραγούδι στην Columbia, τότε που ανέβαινε κι ο Καζαντζίδης, αλλά δεν μου τον δώσανε, μου δώσανε τον Τσαουσάκη. Το “Σαν σήμερα, σαν σήμερα” σε στίχους του Χαράλαμπου του Βασιλειάδη. Οικτρά αποτυχία!... Πήγαμε την επόμενη βδομάδα και γραμμοφωνήσαμε με τον Καζαντζίδη το “Αφήνω γεια στη μάνα μου” σε στίχους Βίρβου. Του βάζω πάλι μετά του Καζαντζίδη, αφού έγινε το πρώτο ανάρπαστο το “Βαθιά στη θάλασσα θα πέσω” σε στίχους του Τσάντα... Έχω πελάτες που με αγαπάνε πολύ κι έρχονται στο μαγαζί μου για μένα, έχει αρχίσει πια το όνομά μου να μετράει. Κάνω τότε και το τραγούδι με τον Καζαντζίδη που γίνεται ανάρπαστο και είμαι σε πολύ καλή σειρά».

Για τα τραγούδια των Ζαμπέτα-Βασιλειάδη, έχω την εντύπωση, ότι οι τίτλοι και μόνο, μιλούν από μόνοι τους: “Ζαλούμπα”, “Μεξικάνα”, “Βραζιλιάνα μου γλυκειά”, “Στάσου στο 16”, “Ήρθα κι απόψε στα σκαλοπάτια σου”, “Ο αράπης”, “Ο πιο καλός ο μαθητής”, “Κυρ’ Αλέκο”, “Τα δειλινά”, “Πάει-πάει”, “Πατέρα κάτσε φρόνιμα”, “Ακου τ’ αηδόνια”, “Αγωνία”, “Ο ξενύχτης” “Πού ‘σαι Θανάση” κ.α. Το τελευταίο μελοποιήθηκε τρία χρόνια μετά τον θάνατο του Τσάντα.

Ο Ζαμπέτας στην αυτοβιογραφία του είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικός και κατατοπιστικός: «Αυτός που ήτανε τρέλα, ήτανε ο γέρος. Αυτός ήτανε μπαξές! Ερχότανε ο Μπάμπης στο σπίτι και καθόμαστε ώρες ατέλειωτες. Γράψε-σβήσε συνέχεια. Του έλεγα τη βλέψη μου για κάθε τραγούδι κι αμέσως τό ‘γραφε, μεγάλη ευχέρεια στο γράψιμο... Ήτανε αδελφός της πρώτης γυναίκας του Παπαδόπουλου, του δικτάτορα, μ’ αυτήν που είχε τα δυο παιδιά. Ο Παπαδόπουλος την είχε χωρίσει την αδελφή του Τσάντα, την είχε όμως σ’ ένα σπίτι στη Νέα Σμύρνη με φρουρά και την προστάτευε γιατί είχε τα παιδιά του. Ο Τσάντας είχε και γραφείο κοντά στο γραφείο του Παπαδόπουλου, αλλά πολύ σπάνια καθότανε εκεί. Έμενε σε μιαν οκέλα, ένα προσφυγικό χαμόσπιτο στη Νέα Φιλαδέλφεια. Εκεί πήγαινα εγώ και γράφαμε τραγούδια, γράφαμε στίχους σβήναμε. Ήτανε πολύ δυνατός, του έλεγες τι θέλεις περίπου, πέντε λέξεις κι αμέσως, τάκα-τάκα το έφτιαχνε. Ήτανε παντρεμένος με την κυρία Άννα... Μου λέει η κυρία Άννα ότι την ώρα που πέθανε άνοιξε την τσάντα του και έδωσε ένα τραγούδι για μένα. Το “Πού ‘σαι Θανάση”. Σημαδιακό τραγούδι. Με έλεγε γιο του ο Τσάντας. Δεν είχε παιδιά, άκληρος ήταν. Αφού τα ποσοστά του απ’ τα τραγούδια που κάναμε ήτανε κανονικά το 50% κι ο γέρος ήθελε το 1/3. Έλεγε πως τα άλλα ανήκουνε στα εγγόνια του, τα δικά μου παιδιά δηλαδή. Χρυσός άνθρωπος, μας αγαπούσε πάρα πολύ. Μεγάλος θησαυρός για το ελληνικό τραγούδι, απ’ τους μεγαλύτερους!».

Τα έργα του, μνημεία λόγου


Ο Τσάντας διαθέτοντας μια εκπληκτική ευκολία και άνεση στο γράψιμο, μερικές φορές για λόγους “μικροπολιτικής” ή γαλαντομίας, χάριζε τους στίχους του. Ο Παπαιωάννου στην αυτοβιογραφία τα λέει “ντόμπρα και σταράτα”: «Πολύ καλός στιχουργός, είπαμε, αλλά τα τραγούδια του τα πούλαγε 5 δεκάρες ή τα χάριζε, όπως η Παπαγιαννοπούλου. Ξέρω πολλά τραγούδια που έδωσαν αυτοί κι έγιναν μεγάλες επιτυχίες χωρίς να παίρνουνε δεκάρα. Ναι, τσάμπα!».

Ο Βίρβος συνηγορεί με τον μπάρμπα-Γιάννη: «Είχε τρομερή ευχέρεια στο γράψιμο στίχων. Πρέπει νά ‘χει γράψει γύρω στα 2000 τραγούδια. Πολλές φορές αν δεν παίρνανε στίχους δικούς του, τους έδινε με 10%, 15%, τους χάριζε ουσιαστικά, απλά και μόνο για να ακουστούν».

Ο Ζαμπέτας με την σειρά του υπογραμίζει: «Ο Τσάντας με την τσάντα του όλη μέρα γύρναγε κι έδινε στίχους και μοίραζε και στίχους, και τού ‘κλεβαν και στίχους. Του τα παίρνανε για ένα πακέτο τσιγάρα. Έχει γράψει παρα-πάρα πολλά τραγούδια, αλλά τα μισά μόνο έχουνε το όνομά του. Τον κλέβανε πολλοί διάφοροι επιτήδειοι, δεν του γράφανε το όνομα κι αυτός δεν έκανε και τίποτα, δεν τους κυνήγαγε».

Ο Τσάντας από μεράκι αλλά και για ανταγωνιστικούς λόγους προσπαθούσε να λειτουργεί “μονοπωλιακά” στην στιχουργική “πιάτσα”. Ο Θόδωρος Δερβενιώτης μου είπε χαρακτηριστικά πως η συνήθης φράση του Τσάντα ήταν: «Προκειμένου να βγει η νεκροφόρα απ’ το δικό μου σπίτι, ας βγει απ’ το δικό τους...». Ο Δερβενιώτης που πραγματοποίησε το συνθετικό ντεμπούτο πάνω σε στίχους του Τσάντα, τονίζει πως ήταν παρών σε ορισμένες στιγμές “παραγγελιάς”: «Ερχόταν κάποιος συνθέτης στου Μάριου και ζητούσε στίχους για ένα συγκεκριμένο θέμα. Ο Βασιλειάδης έπιανε αμέσως μολύβι και χαρτί και είτε ολοκλήρωνε το τραγούδι μέσα σε λίγη ώρα ή έκανε τον κατάλληλο σκελετό και το παρέδιδε την επομένη... Μάλιστα όταν έδινε ένα τραγούδι σε κάποιον συνθέτη πήγαινε και το δήλωνε αμέσως - πριν την ηχογράφησή του - στην ΑΕΠΙ για να δείξει την έντονη δραστηριότητά του και ενδεχομένως να πάρει κάποια προκαταβολή».

Το αξιοσημείωτο είναι ότι, εξετάζοντας το έργο του Τσάντα, διαπιστώνει κανείς την υψηλή ποιότητα και διαχρονικότητα του λόγου του. Όλα σχεδόν τα τραγούδια του είναι ένα κι ένα. Έχουν εντελώς προσωπικό ύφος, γραφή, φαντασία και “εικόνες” που ο χαρακτηρισμός “απέριττα” όσο κι αν ακούγεται τετριμμένος είναι 100% αντιπροσωπευτικός. Η φράση “Μην πετάξεις τίποτα” θα μπορούσε να συνοδεύει σαν υπότιτλος την εργογραφία του.

Ο Τσάντας κατάφερνε με την τέχνη του να αναδεικνύει την μελωδία και να εξευγενίζει ακόμα και τα πιο κοινότυπα θέματα. Δεν είναι τυχαίο ότι στην θρυλική “τσάντα” του και το κύρος του στηρίχτηκαν κολοσσοί αλλά και ταπεινές εταιρίες όπως οι Monte Carlo, Rca-Victor, Polydisk, Fidelity, Philips, Polydor. Τα μαθήματα στιχουργικής που παρέδωσε στους “απογόνους” του κράτησαν σε υψηλό επίπεδο το στιχουργικό μέρος δισκογραφία του Ζαμπέτα στην δεκαετία του '70. Πρόσφατα με την επιτυχία των “Απέναντι” επανήρθε στο προσκήνιο το υπέροχο “Το παρελθόν θυμήθηκα” των Στράτου Καμενίδη και Τσάντα που είχε τραγουδήσει σε πρώτη εκτέλεση η Άννα Χρυσάφη στις αρχές του '60.

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ότι είναι απαράδεκτο να μην υπάρχει από μέρους των εταιριών μια κυκλοφορία που να συγκεντρώνει τουλάχιστον τις μεγαλύτερες επιτυχίες του προικισμένου στιχουργού. Ανάλογα σκέψεις πρέπει να γίνουν και για την έκδοση ενός Ανθολόγιου με τα μέχρι στιγμής “αναγνωρισμένα” τραγούδια του.

Σε μια εποχή που οι “μεγάλοι” ξεθωριάζουν από τις μεγαλόσχημες κι ολοένα επαναλαμβανόμενες φανφάρες που εστιάζουν την αξία και την προσφορά τους σε κούφια κοσμητικά επίθετα ενώ ταυτόχρονα γιγαντώνονται και μεγεθύνονται σε ενοχλητικό κι επικίνδυνο βαθμό “μετριότητες” και “σκουπίδια”, από τα βάθη μιας ταλαιπωρημένης “τσάντας”, ένας θησαυρός γεμάτος τραγούδια περιμένει υπομονητικά, να βγει στην επιφάνεια...

Ο στίχος του Μάνου Ελευθερίου που ακολουθεί - απόσπασμα από μια “συνομιλία” με την Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου - είναι ο ιδανικός επίλογος.

Στα περιβόλια τώρα μες τον Άδη
θά 'χεις συντροφιές και συντροφιές
και του Τσάντα του Βασιλειάδη
θα του λες πως κλείνονται οι δουλειές.

Ο επίλογος ανήκει στον ερευνητή Κώστα Χρηστίδη: «Μια σχετικά πρόσφατη διαμάχη στα μουσικά μας πράγματα ξανάφερε το όνομα του Χαράλαμπου Βασιλειάδη, του θρυλικού Τσάντα, στην επιφάνεια. Συζητώντας καλόπιστα το θέμα με φίλους που νοιάζονται για το λαϊκό τραγούδι και τα πρόσωπα που έγραψαν την ιστορία του, παρατηρήσαμε ότι έλειψαν οι φωνές εκείνες που θα έπαιρναν το μέρος του Τσάντα τριαντα δύο χρόνια μετά τον θάνατό του. Αξιολογώντας το έργο του Τσάντα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι πέραν της ευχέρειας που είχε στο γράψιμο - ο αριθμός των τραγουδιών του πλησιάζει τα 1000 - ο Χαράλαμπος Βασιλειάδης αναμόρφωσε στιχουργικά το λαϊκό μας τραγούδι. Βοήθησε συνθέτες, τραγουδιστές, τραγουδίστριες που οι περισσότεροι εξ αυτών του το ανταπέδωσαν με αχαριστία. Εξαιρώ του Γιώργο Ζαμπέτα και Στράτο Καμενίδη που τον υπεραγαπούσαν.

Έζησε μια λιτή ζωή στα προσφυγικά της Νέας Φιλαδέλφειας. Έμενε Αδριανουπόλεως και Σαρδέων γωνία, απέναντι από το γήπεδο του Ιωνικού. Έντιμος υπέρ το δέον. Δεν φρόντισε να επωφεληθεί ούτε από την συγγένεια του με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο, ο οποίος σε πρώτο γάμο είχε παντρευτεί με την αδελφή του Τσάντα το 1943. Σε κάποια τραγούδια του χρησιμοποίησε το επίθετο “Ταμβάκης”, πατρικό όνομα της συζύγου του Άννας. Πέθανε πάμφτωχος το 1970. Από το περιοδικό “Μοντέρνο Τραγούδι” του Κώστα Μάνεση πληροφορηθήκαμε το τέλος του. Επίσης ο Άγγελος Μηλιάδης έγραψε στην Βραδυνή την 19-5-1970: Τελείωση η αγωνία του Χαράλαμπου Βασιλειάδη. Θεωρούμε απαράδεκτη την τακτική των δισκογραφικών εταιριών, να μην εκδώσουν ούτε ένα αφιέρωμα στο έργο του.

Η ζωή απέδειξε ότι τα τραγούδια του Χαράλαμπου Βασιλειάδη θα τραγουδιούνται στον αιώνα τον άπαντα θυμίζοντάς μας πόσο μεγάλο κεφάλαιο υπήρξε για το ελληνικό τραγούδι».

Φωτογραφίες:

Νο 2: Ο Κώστας Βίρβος με τον Χαράλαμπο Βασιλειάδη στο θρυλικό Μπαράκι του Μάριου στην οδό Ίωνος. (Από το βιβλίο του Ηλία Πετρόπουλου, Ρεμπέτικα Τραγούδια, εκδόσεις Κέδρος)
Νο 3: Ο Στέλιος Καζαντζίδης ερμήνευσε αρκετά και σημαδιακά τραγούδια που φέραν τη σφραγίδα του Τσάντα
Νο 4: Ο Γιάννης Παπαϊωάννου μελοποίησε στίχους του Τσάντα με αποτέλεσμα τραγούδια που έκαναν πάταγο στην εποχή τους και παραμένουν διαχρονικά.
Νο 5: Ζαμπέτας-Τσάντας: δίδυμο μεγάλων επιτυχιών.

Δημοσιεύτηκε στην Ιστορία του Λαϊκού Τραγουδιού του Κώστα Μπαλαχούτη (εκδόσεις Victory)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

test311319884