Ο κυνηγός κι ονειρευτής Νικόλας Άσιμος

Αν πρέπει να πω κάτι που μου έρχεται πρώτο στο μυαλό για τον Νικόλα Άσιμο είναι ότι δεν έμοιαζε με κανέναν.
Αμφιβάλλω ακόμη και για την ανθρώπινή του υπόσταση. Όπως έλεγε και στο τραγούδι του, στο φαλιμέντο αυτού του κόσμου ήταν αυτός ο καβαλάρης του ουρανού.

Δεν θέλω καρδιά μου να κλαίς. Δεν ξέρει ο κόσμος να ζει, κατέβα να πάμε πεζοί, τραγουδά. Έχετε ακούσει πιο ωραίο στίχο; Ένας ποιητής με τις τελειότερες δημιουργικές ατέλειες, που το σύστημα δεν μπορεί να τον αντέξει στα στενά του όρια. Που τον ξερνάει και το ξερνάει.

Ο Νικόλαος Ασημόπουλος ξεκινάει από τη Θεσσαλονίκη που γεννήθηκε και την Κοζάνη που μεγάλωσε, γράφει σατιρικούς στίχους, εισάγεται στην Φιλοσοφική, ασχολείται με το θέατρο, κατεβαίνει στην Αθήνα, ασχολείται περισσότερο με τη μουσική, εμφανίζεται σε μπουάτ της Πλάκας.

Είναι λεπτοκαμωμένος και αεικίνητος, με την χαρακτηριστική γενειάδα του, σαν ένα ξωτικό, που στήνει αυτοσχέδιες παραστάσεις στους δρόμους, που φιλοσοφεί ακαταπαύστως. Που κουβαλάει στο καρότσι με τα βιβλία που πουλάει τη Λίλιαν ή Νιουνιού, την κόρη του.

Μπαταρία. Ο άνθρωπος ρομπότ, ίσως κάπως όπως τον έχει φανταστεί ο Χάξλεϊ στον Θαυμαστό Καινούριο Κόσμο, ίσως κάπως όπως όλα τα δυστοπικά μυθιστορήματα που βγήκαν αληθινά, με νοητά βύσματα στα μυαλά, με χιλιάδες σε μία πρίζα ή να λειτουργούν με μπαταρία, να ενημερώνονται, να διασκεδάζουν και να νιώθουν ευτυχείς. Εξαιρετικό σχόλιο πάνω στη σύνθλιψη της ελεύθερης υπόστασης.

Από το Σεπτέμβριο του 1978 και για 9 χρόνια κυκλοφορεί 8 παράνομες κασέτες, τις διακινεί ο ίδιος στα κάγκελα του Πολυτεχνείου στην Πατησίων, σε μπαρ και στη γνωστή υπόγα του, στο 41 της Αραχώβης στα Εξάρχεια. Το 1980 ο Νικόλας Άσιμος τυπώνει το Αναζητώντας τους Κροκανθρώπους κι ίσως να μην τους βρήκε ποτέ ή να είναι ο μόνος που τους γνώρισε.

Venceremos. Δρεπανηφόρα άρματα περνάν, στις τσιμεντουπόλεις του θανάτου το συμβάν ασυγκίνητο σ' αφήνει. Του απέραντου η ψύχρα. Η παγερή τρυφεράδα. Λέξεις, φράσεις, συναισθήματα, εικόνες, που σε σκίζουν στα δύο ή και σε περισσότερα. Η συνήθεια που πρέπει απ’ έξω της να βγεις. Με δίχως σημαίες και δίχως ιδέες, θα νικήσουμε τελικά;

Από το 1981και μετά, ο Νικόλας Άσιμος νοσηλεύεται σε ψυχιατρεία αρκετές φορές. Δύσκολος. Αλλιώτικος. Που δεν ήθελε να ανήκει. Αναρχικός. Και ακόμα - ακόμα, ούτε αυτό. Ελεύθερος. Ναι αυτό. Ελεύθερος. Έχετε προσέξει ποτέ ότι συνήθως οι πολύ παραπάνω ελεύθεροι φυλακίζονται κάπου, λες και η πολύ παραπάνω ελευθερία χρειάζεται περιορισμό; Ίσως αυτό να είναι το πιο παράδοξο αυτής της κοινωνίας.

Παράτα τα. Αφεντικό του εαυτού του, κατά της ιεραρχίας, κατά του στρατού, κατά κάθε φασίζουσας θέσης, κατά κάθε θεσμού, ολοκληρωτικά αφοριστικός, σε ένα τραγούδι που σου τσιτσιρίζει τα μέσα σου. Παράτησέ τα όλα να ζήσουμε άβολα, οι άλλοι όπως βαδίζουν κι εμείς ανάποδα, λέει. Και κάπως χαμογελάς. Ευτυχώς.

Ο Νικόλας Άσιμος ήταν ένας κροκάνθρωπος που δεν ταίριαζε σε αυτή τη γη, που -όπως γράφει στο βιβλίο του- για αυτόν δεν υπήρχε κόσμος, αλλά ήθελε να δημιουργεί κόσμους, που δυσφορούσε και δυσφορούσαν και οι άλλοι με την ύπαρξή του, που έφυγε αυτοβούλως στα 38 του, κρεμασμένος από έναν σωλήνα στο μαγαζόσπιτό του (στην Καλλιδρομίου τότε), αφού κατηγορήθηκε για τον βιασμό μιας κοπέλας.

Ουλαλούμ. Το Ουλαλούμ σε ποίηση Γιάννη Σκαρίμπα που σπαραχτικά -και άρα εύστοχα αφού ουλαλούμ (ολολυγμός) σημαίνει σπαραγμός- ερμήνευσε, είναι ίσως από τα πιο όμορφα τραγούδια που υπάρχουν, που μιλάει για τον έρωτα που σπαράζεται από τον θάνατο.

Όχι, ο βιασμός δεν συγχωρείται, ούτε τα πειράματα αθανασίας - όπως τα ονόμαζε- σε κατοικίδια ζώα. Ο Άσιμος -αδύναμος να κουμαντάρει την ψυχική του ασθένεια- φαίνεται να οδηγούνταν σε φρικτές πράξεις. Καμία δικαιολογία δεν κάνει λιγότερο φρικτό κάτι όπως τα παραπάνω, όμως νομίζω ότι το πνεύμα του νόσησε γιατί το χρησιμοποίησε περισσότερο από άλλους. Ήταν ο ψυχικά ασθενής που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Ένας ψυχικά ασθενής με μια τρέλα γεμάτη σοφία. Όπως όλες οι γνήσιες τρέλες. Από τους ξεπεσμένους ήρωες που στα δράματα συγχωρείς στο τέλος πιο εύκολα από τον αιωνίως αντιπαθή βασιλιά.

Θα έρθω να σε βρω. Επανεκτελέστηκε από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου, όπως και το Αγαπάω και Αδιαφορώ και το Μπαγάσας. Όμως στην αρχική του αγνή απαγορευμένη μορφή, στην ακατέργαστη τραγουδισμένη από εκείνον εκδοχή του, είχε αυτό το κάτι που τον έκανε διαφορετικό, κυνηγό κι ονειρευτή, που τον έκανε αυτόν που ζήταγε πολύ να αγαπηθεί, αυτόν που στα παιχνίδια όλων τους έκανε χαλάστρα, έναν καλλιτέχνη που άφησε στη μουσική μία σπουδαία παρακαταθήκη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!