Ο αστός επαναστάτης Μάνος Χατζιδάκις!

Και αν ετούτη η χώρα έχει για κάτι να καμαρώνει δικαίως, είναι που πέρασαν από εδώ καλλιτέχνες και άνθρωποι όπως ο Μάνος Χατζιδάκις.
Αν και κάποιοι πιστεύουν ότι μετά από την αποχώρηση του Μάνου Χατζιδάκι, η μουσική - με ελάχιστες εξαιρέσεις - πήρε την κατιούσα, προσωπικά, ως (τυχαία γεννημένη) Ελληνίδα, νιώθω ότι δεν είμαστε ίδιοι πριν και μετά από το πέρασμά του.

Νιώθω ότι κάτι άφησε εδώ κάτω. Νιώθω ευθύνη να το κρατήσω στα χέρια μου, χωρίς να σπάσει. Νιώθω καμάρι. Καμάρι για την ανατρεπτική του ύπαρξη, για την έντονη πολιτική του παρέμβαση, για το κοφτερό του μυαλό, για την ευγένεια του λόγου του. Καμάρι για τις εξαίσιες μελωδίες του.

• Για το Βαλς των χαμένων ονείρων του, που ηχεί σαν να γυρίζει μία λατέρνα, που παίζει στην καρδιά μας πριν ακόμη γεννηθούμε, που είναι τα παιδικά μας χρόνια, η αγκαλιά της μάνας μας.

• Για την ιστορική Οδό Ονείρων, που όλοι την έχουμε κατοικήσει, για τον δρόμο αυτόν τον μικρό, τον ασήμαντο, τον λυπημένο, τον τυραννικό, μα κι απέραντα ευγενικό, με το χώμα, τις μητέρες, τη σιωπή και τον τρυφερό κι αβάσταχτο ουρανό.

• Για τα Σύννεφα που έρχονται, γεμάτα απελπισία, κουβαλώντας βροχή τις αναμνήσεις, σε μία μίξη λόγιου, συμφωνικού και λαϊκού, ορίζοντας απόλυτα την κατά Μίκη Θεοδωράκη έννοια του εντέχνου, εμπνευσμένα, από τον Βιβάλντι και από μία γυναίκα έρημη μες στη μεγάλη πόλη, που έχει το αινιγματικό Χαμόγελο της Τζοκόντας.

• Για τον Κεμάλ και την ιστορία του, σε ποίηση Νίκου Γκάτσου, για εκείνον που είμαστε όλοι εμείς, για εκείνον που νόμιζε ότι μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, που με φωτιά και με μαχαίρι πάντα προχωρεί και που τελικά δεν θα αλλάξει ποτέ.

• Για τα Παιδιά του Πειραιά, που έδωσαν στον Μάνο το Όσκαρ Καλύτερου Πρωτότυπου Τραγουδιού το 1961, που έντυσαν μουσικά το Ποτέ την Κυριακή του Ζυλ Ντασέν και ερμηνεύτηκαν ανεπανάληπτα από τη Μελίνα, που έμαθα να τα τραγουδώ λίγες μέρες μετά από τον θάνατό της, όταν ήμουν 10 χρονών.

• Καμάρι για την Μπαλάντα του Ούρι, που στο μυαλό μου είναι συνδεδεμένη με τη φωνή του Βασίλη Λέκκα, με τον απαλό σπαραγμό της, με τον φόβο για τον θάνατο, με τη συνειδητή επιλογή για ζωή.

Τοποθετημένος εξαιρετικά στο Τρίτο Πρόγραμμα σχετικά με το τέρας του φασισμού, λέγοντας χαρακτηριστικά, μεταξύ άλλων, «Όποιος δεν φοβάται το πρόσωπο του τέρατος, πάει να πει ότι του μοιάζει και η πιθανή προέκταση του αξιώματος είναι, να συνηθίσουμε τη φρίκη, να μας τρομάζει η ομορφιά», ο Μάνος Χατζιδάκις αγγίζει και ταρακουνάει μία μεταπολιτευτική γενιά, που -ευτυχώς μετά τη χούντα- είναι περισσότερο έτοιμη να ταρακουνηθεί.

Εκδίδει πολιτιστικό περιοδικό, γράφει μουσική για θέατρο, ιδρύει την Ορχήστρα των Χρωμάτων, δημιουργεί την πρώτη ανεξάρτητη δισκογραφική εταιρεία με το όνομα Σείριος, συγχρωτίζεται με διανοούμενους της εποχής, κατακρίνει τη συμπεριφορά της αστυνομίας και του κράτους, που συχνά κάθε άλλο παρά βοηθούσαν στην δημιουργία ελευθέρων δημοκρατικών πολιτών.

Συνήθως, όταν κάποιος έχει διαφορετική θέση απέναντι στο οτιδήποτε θεωρείται κατεστημένο, όταν είναι καινοτόμος, όταν είναι πολύ καλός για να είναι αληθινός, προκαλεί. Αυτό συνέβη και με εκείνον. Πολεμήθηκε αρκετά. Αγαπήθηκε όμως διπλά. Προσωπικά, νομίζω πως ο Μάνος Χατζιδάκις ήταν ακριβώς ό,τι χρειαζόταν σε μία Ελλάδα, γεμάτη ταμπού και παρωχημένες λογικές. Είχε ένα άκρως επαναστατικό πνεύμα φυλακισμένο στο σαρκίο ενός αστού.

Ημερομηνία πρώτης δημοσίευσης στο ogdoo.gr: 22/01/2017

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!