Μανώλης Αγγελόπουλος – Μέγας Ανατολικός (ΑΦΙΕΡΩΜΑ)

(Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ ΜΙΛΑΕΙ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ & ΕΠΙΛΕΓΜΕΝΑ VIDEO) Τα ακριβή στοιχεία για τη γέννηση του Αγγελόπουλου είναι χαμένα κάπου στις μνήμες της…

μητέρας του Ερασμίας, και τις αφηγήσεις του ίδιου: «Γεννήθηκα το 1939 στην Καβάλα, από τσιγγάνους γονείς, που ξεκίνησαν από τις Ινδίες, πέρασαν από Αίγυπτο και Ρουμανία.» Κάποιες άλλες φορές έλεγε ότι γεννήθηκε στη Δράμα. Η μητέρα του θυμόταν ότι γεννήθηκε Οκτώβρη κι ενώ το καραβάνι τους, μια σειρά από κάρα με τέντες, είχε ξεκινήσει από την Αλεξάνδρεια, για κάποια κοντινή επαρχία. Ήταν 20 χρονών κι ο Μανώλης το πρώτο της παιδί. Τον περισσότερο καιρό ταξιδεύανε και κάποτε βρέθηκαν από την Αίγυπτο στην Κρήτη, όπου έζησαν αρκετά χρόνια. Πρώτα στα Χανιά και αργότερα στο Ηράκλειο. Ο πατέρας του Ηλιάκος έπαιζε μπουζούκι και ήταν φημισμένος τα χρόνια εκείνα στα Χανιά, όπου και τον άκουσε ο Γιάννης Παπαϊωάννου, ο οποίος είχε γνωριστεί με τον περίφημο τραγουδιστή της Κρήτης Γιάννη Μπερνιδάκη ή Μπαξεβάνη (Μπαξέ) και τον Στέλιο Φουσταλιέρη που έπαιζε ένα είδος κρητικού μπουζουκιού, το μπουλγαρί. Τον πατέρα του ο Μανώλης τον έχασε μικρός, όταν ήταν 13 χρονών. Οι μετακινήσεις τους τούς έφεραν στη Μακεδονία και αργότερα στην Αθήνα όπου και εγκαταστάθηκαν, στα Πετράλωνα και στην Αγία Βαρβάρα. Προκειμένου να συντηρήσει την οικογένειά του, τη μητέρα του και τον μικρό αδελφό του Λευτέρη, ο Αγγελόπουλος βγήκε στους δρόμους ως πλανόδιος πωλητής και δούλεψε και σε στιλβωτήριο στην οδό Μενάνδρου.

Να δούμε, όμως, πώς θυμόταν ο ίδιος το ξεκίνημά του από κάποιες αφηγήσεις του στον περιοδικό τύπο της εποχής του 60.

Το ξεκίνημα, τα πρώτα κέντρα και η Μαγκάλα

(Αποσπάσματα από συνέντευξη που έδωσε το 1963 στη Μίνα Σημηριώτη και δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Ντομινό με τίτλο Το άστρο του τσιγγάνου)

Ανέστος Αθανασίου και η πρώτη ακρόαση στην Columbia

«Σαν έγινα 15 χρονών ανάλαβα τη δουλειά του πατέρα μου. Φόρτωσα χαρούμενος στον ώμο μου τα χαλιά και ξεκίνησα τραγουδώντας. Και πέρασε καιρός, δυο χρόνια, ακόμα, που γύριζα όλη μέρα στους δρόμους της Αθήνας, Άλλοτε γελούσα, άλλοτε καυγάδιζα, αλλά πάντα με το τραγούδι στο στόμα. Ένα βράδυ, στην Αγία Βαρβάρα, είχα πάει στον κινηματογράφο. Όταν σχόλασε, δώδεκα η ώρα, γύριζα σπίτι μου. Είχε φεγγάρι ήταν γλυκιά η νύχτα και το είχα ρίξει στο τραγούδι. Πίσω μου έρχονταν δυο άντρες. Εγώ δεν έδωσα σημασία. Σε μια στιγμή αφού τελείωσα το τραγούδι μου, κοντοστάθηκα ν’ ανάψω τσιγάρο και μόλις έκανα να προχωρήσω, ακούω τον ένα και με φωνάζει: «Βρε καλόπαιδο! Για στάσου!» Στάθηκα, γύρισα κοίταξα τον άνθρωπο που μιλούσε και ρώτησα. «Σε μένα μιλάς;» «Ναι» μου είπε μ’ ένα παράξενο χαμόγελο. «Σε σένα!... Ποιανής γιος είσαι βρε;» Το θάρρος που έδειξε και το ύφος του με παραξένεψαν και με εκνευρίσανε λίγο. Επειδή όμως τον καταλάβαινα δικό μας απάντησα: της Ερασμίας. «Το ξέρεις ότι έχεις ωραία φωνή;» «Δεν πιστεύω τίποτα! κι ύστερα δεν σε ξέρω ποιος είσαι.» «Ρώτα τη μάνα σου να σου πει ποιος είναι ο Ανέστης ο Αθανασίου». Ο Αθανασίου ήταν τσιγγάνος τραγουδιστής και μπουζουξής που είχε μεγάλη επιτυχία… Εγώ όμως δεν είχα ιδέα δεν τον ήξερα… Μαζί του ήταν ένας άλλος καλλιτέχνης, ο Θανάσης Λαγουρός. Ο Ανέστης μου είπε: «Άκουσέ με, έχεις φωνή που αξίζει πολλά μην την αφήσεις να πάει χαμένη. Πάρε αυτή τη διεύθυνση» μου έγραψε τη διεύθυνση του εργοστασίου της Κολούμπια στο πακέτο από τα τσιγάρα μου «κι έλα το Σάββατο που έχουμε φωνοληψία. Θα είμαι κι εγώ και θα τα ξαναπούμε. Να ’ρθεις, όμως!» Με καληνύχτισε κι έφυγε. Ώσπου να ’ρθει το Σάββατο ζούσα σ’ ένα κόσμο άλλο, δεν είχα το μυαλό μου στο κεφάλι, τραγουδούσα δυνατά και άκουγα τον εαυτό μου, προσπαθούσα να δω τι είχα το ιδιαίτερο. Μα δεν καταλάβαινα. Επιτέλους ήρθε το Σάββατο. Ντύθηκα και πήγα στον Περισσό που είναι το εργοστάσιο με καρδιά που χτυπούσε σα να ήταν ντέφι. Βρήκα κόσμο μαζεμένο εκεί. Κάθισα σε μια γωνιά και περίμενα να δω τον Ανέστο. Έκανε φωνοληψία. Πέρασε ώρα πολλή. Σε μια στιγμή βγήκε έξω και με είδε. «Περίμενε» μου είπε, «σε λίγο, θα περάσεις μέσα να σ’ ακούσουνε». Και μ’ άφησε πάλι μόνο. Όταν μπήκαν οι άλλοι μέσα μπήκα κι εγώ μαζί τους. Μ’ ακούσανε, αλλά δεν έκανα καμιά ξεχωριστή εντύπωση φαίνεται, γιατί δε μου έδωσαν σημασία. Δεν μου είπαν τίποτα. Έφυγα τρομερά απογοητευμένος».



Το μπαράκι, ο Δημόγλου και ο Πολίτης

«Γύριζα ξανά στους δρόμους πουλώντας χαλιά μα γύριζε και το μυαλό μου στην έμμονη ιδέα να ξαναβρώ τον Ανέστο, να ξαναδοκιμάσω. Ρωτώντας έμαθα σε ποιο μπαράκι μαζεύονται οι καλλιτέχνες του μπουζουκιού. Ένα μεσημέρι, κατά τις δύο, κατάκοπος από τους δρόμους, δεν είχα πουλήσει τίποτα, μπήκα στο μπαράκι να ξεκουραστώ και να παραφυλάξω μην έρθει ο Ανέστος. Κάθισα και παράγγειλα έναν καφέ. Σ’ ένα διπλανό τραπεζάκι κάθονταν δυο άντρες. Κάποια στιγμή σηκώθηκε ο ένας και με πλησίασε: «Ζητάς κανέναν;» «Ναι» είπα, «θέλω τον Ανέστο τον τσιγγάνο». «Εγώ τον ξέρω. Μα δεν είναι στην Αθήνα αυτό τον καιρό». Τότε σκέφτηκα πως ίσως να μπορούσε να με βοηθήσει κι αυτός. Φαινόταν άνθρωπος που είχε το θάρρος εκεί μέσα, ίσως να ήταν καλλιτέχνης… και είπα με δύναμη. Θέλω να γίνω τραγουδιστής, κι ο Ανέστος… Τα μάτια του καμπουράκου που δεν ήταν άλλος από τον γνωστό στιχουργό Τάσο Δημόγλου άστραψαν. Γύρισε, έκανε νόημα στο φίλο του να ’ρθει στο δικό μας τραπέζι και μου είπε: «Άσε τον Ανέστο. Κι εμείς μπορούμε να σε βοηθήσουμε, φτάνει να έχεις φωνή. Ο φίλος μου από δω είναι ο συνθέτης Γιάννης Πολίτης…» Μ’ έπιασε τρακ γιατί κάτι μου έλεγε μέσα μου πως αυτή η γνωριμία θα ήταν σημαντική στη ζωή μου. «Να σε κεράσουμε κάτι» είπε ο Δημόγλου, «και να πηγαίνουμε!» «Να πηγαίνουμε που;» «Μη ρωτάς. Να τραγουδήσεις δεν θέλεις; Λοιπόν σου υπόσχομαι να τραγουδήσεις!» Δεν ήξερα τι να πω ούτε τι να πιστέψω. Κοίταζα γύρω μου σαν χαμένος. Στο μεταξύ ήρθε το ούζο. Το κατέβασα με μιας για να συνέλθω. «Στο Χρυσίνη θα πάμε;» Ρώτησα καθώς σηκωνόμουνα. Γιατί μου είχαν πει ότι ο Χρυσίνης έκανε ακροάσεις ταλέντων. Δεν μου απάντησαν. Φώναξαν ένα ταξί, μ’ έβαλαν μέσα και έδωσαν μια διεύθυνση. Σε κάποιο στενό απέναντι από τον ηλεκτρικό σταθμό Αττικής, στρίψαμε και σταματήσαμε. Η ώρα ήταν έντεκα και μισή. Βρήκαμε τον Δερβενιώτη, την ώρα που έφευγε από το σπίτι του. «Σου φέραμε κάποιον, ν’ ακούσεις» του είπαν. Ο Δερβενιώτης γύρισε χωρίς μιλιά και με κοίταξε. Δεν έδειξε καμιά διάθεση να καθυστερήσει για χάρη μας».

O Θόδωρος Δερβενιώτης και το πρώτο Συμβόλαιο

Εδώ, θα δούμε πως αφηγείται το περιστατικό αυτό ο Θ. Δερβενιώτης και ποιες υπήρξαν οι εντυπώσεις του: «Όταν είδα τον τσιγγάνο κι άκουσα τι με θέλανε εκνευρίστηκα λίγο. Είχα πολλή δουλειά και η καθυστέρηση που μου έκαναν μ’ ενοχλούσε. Εξ άλλου ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τσιγγάνο να θέλει να γίνει τραγουδιστής, δεν ξέρω πως το πήρα το ζήτημα. Αρνήθηκα και προχώρησα να φύγω. Εκείνη τη στιγμή το μελαχρινό παλικάρι με την κουβέρτα στον ώμο που παρακολουθούσε αμίλητο έκανε μια χειρονομία να με σταματήσει. «Μην κάνεις έτσι αφεντικό, είπε, άκουσέ με. Μπορεί να σ’ αρέσει η φωνή μου…» Είχε ένα συμπαθέστατο προκλητικό ύφος, μου άρεσε. Άντε περάστε, είπα βρίζοντας μέσα μου. Πήρα το μπουζούκι και τον ρώτησα: Τι θα μας πεις λοιπόν; «Ότι είπες και σε μας», έκανε τρακαρισμένος ο Δημόγλου. Ο Αγγελόπουλος γύρισε και τον κοίταξε, κουνώντας αρνητικά το κεφάλι. «Όχι, θα πω άλλο: Καμπάνα χτύπα σήμερα…το ξέρεις αφεντικό;» Χωρίς ν’ απαντήσω χτύπησα τα πρώτα ακόρντα και μόλις άρχισε το τραγούδι σάστισα. Ήταν μια φωνή πραγματικά σπάνια. Τον άφησα να πει ολόκληρο το τραγούδι και μόλις τελείωσε σηκώθηκα. Πάμε να κλείσουμε συμβόλαιο, είπα γελαστός. Καλά κάνατε και με καθυστερήσατε. Τους έβαλα σ’ ένα ταξί και τραβήξαμε για το εργοστάσιο. Μόλις φτάσαμε στο εργοστάσιο πήγα και βρήκα τον Μηλιόπουλο, διευθυντή του μουσικού τμήματος. Πάρε ένα συμβόλαιο, του είπα, κι έλα ν’ ακούσεις μια φωνή. Εκείνος με κοίταξε σα να είχα τρελαθεί. «Τι είπες;… Συμβόλαιο; Για ποιον;» Όταν του έδειξα για ποιον επρόκειτο ξανακάθισε στη θέση του: «Άσε με κάτω με τους ενθουσιασμούς σου». Επέμενα εγώ, επέμενε εκείνος και στο τέλος μας ακολούθησε. Όταν τον άκουσε, χωρίς άλλη συζήτηση, τον ενέκρινε, και υπογράφτηκε το συμβόλαιο. Την επόμενη εβδομάδα ηχογράφησε το πρώτο του τραγούδι και άρχισε η καριέρα του».



Πρώτες εμφανίσεις

Και συνεχίζει ο Αγγελόπουλος: «Αφού αρχίσαμε πρόβες πια για να γυρίσω τους δίσκους εγώ είχα πάρει θάρρος και έβλεπα τη ζωή με διαφορετικό μάτι. Στο μεταξύ, τα ναύλα μου μού τα έδιναν πότε ο καλός φίλος μου Τάσος Δημόγλου και πότε ο Γιάννης Πολίτης. Μια μέρα είπα: Δεν τραβάει έτσι άλλο… καμιά δουλειά δεν μπορώ να βρω; Κάπου να τραγουδάω κανένα τσιγγάνικο. Με πήραν και με πήγαν στην Κολούμπια, στον κύριο Μηλιόπουλο. Του είπα τις ανάγκες μου και του ζήτησα δουλειά. Εκείνος τότε σκέφτηκε και ύστερα κάλεσε το στιχουργό Χρίστο Κολοκοτρώνη που είχε ένα κέντρο και μ’ εμπιστεύτηκε σ’ αυτόν. Το κέντρο του Κολοκοτρώνη λεγόταν Απόψε φίλα με. Τραγουδούσε εκεί η περίφημη Σωτηρία Μπέλλου, ο Στράτος Παγιουμτζής κι ο Καραπατάκης. Δάσκαλοι όλοι θαυμάσιοι για μένα τον αρχάριο. Στο μαγαζί αυτό, γνώρισα μια πρώτη αλλά σημαντική επιτυχία. Τραγουδούσα ένα τσιγγάνικο τραγούδι που λεγόταν Νταμ – νταμ (Αγάπη τσιγγάνικη). Την πρώτη φορά που με παρουσίασαν στο μικρόφωνο ένιωσα μεγάλη συγκίνηση. Με παρουσίασε με πολύ θερμά λόγια ο Κολοκοτρώνης. Ο κόσμος ενθουσιάστηκε μόλις μ’ άκουσε. Πήρα το πρώτο χειροκρότημα. Ύστερα από λίγο καιρό είχα γίνει πολύ γνωστός κι ας ήμουν στα πρώτα μου βήματα. Καλλιεργούσα τη φωνή μου στο μεταξύ και περίμενα πια ν’ αρχίσω ν’ ανεβαίνω τα σκαλοπάτια! Αυτό δεν άργησε να γίνει. Όταν τελείωσε η σαιζόν στο κέντρο του Κολοκοτρώνη, είχα αμέσως πρόταση. Ήρθαν και με πήραν να τραγουδήσω στο κέντρο Στου Θείου στις Κουκουβάουνες. Το συγκρότημα ονομάστηκε ΤΣΙΓΓΑΝΟΣ – ΜΕΝΙΔΙΑΤΗΣ. Τοιχοκολλήθηκαν μονόφυλλα, έγινε μεγάλη διαφήμιση και η πρεμιέρα μας υπήρξε θριαμβευτική. Ο κόσμος άρχισε να με αποθεώνει. κάθε βράδυ το κέντρο ήταν γεμάτο κόσμο. Άρχισα να δίνω και τα πρώτα μου αυτόγραφα. Με βάζανε να υπογράφω πάνω σε κουτιά από τσιγάρα, σε χαρτιά, σε χάρτινες πετσέτες… Ύστερα μου είπαν πως έπρεπε να βγάλω φωτογραφίες και να υπογράφω σ’ αυτές. Το έκανα κι αυτό. Κι άρχισε να μ’ αρέσει που ο κόσμος με πρόσεχε. Στου Θείου έμεινα έξι μήνες. Ύστερα δούλεψα στον Πράσινο μύλο εκεί κορυφώθηκε η επιτυχία μου».



Μαγκάλα (Η κόρη του μαχαραγιά)

«Στο διάστημα που δούλευα στου Θείου και στον Πράσινο μύλο είχα γυρίσει αρκετούς δίσκους. Ανάμεσά τους, ένα τραγούδι, η Μαγκάλα. Τη Μαγκάλα είχε γράψει ο Καραπατάκης. Το τραγούδι αυτό που ασφαλώς το ξέρετε όλοι εκείνη την εποχή χαλούσε κόσμο. Ακουγόταν απ’ τα ραδιόφωνα… Ένα μεσημεράκι, καθόμουν και συζητούσα με τη μητέρα μου στη λιακάδα, όταν ήλθαν στο σπίτι μου δυο κύριοι άγνωστοι μου. Ήταν οι αδελφοί Χατζηβαρδάκου που είχαν το γνωστό κέντρο στο Κερατσίνι. Μπήκαν μέσα, κάθισαν, όλο χαμόγελα και χειραψίες. Τους προσφέραμε γλυκά και καφέ, και σε μια στιγμή μου λέει ο ένας: «Ποιο είναι το μεροκάματό σου, Μανώλη;» Τον κοίταξα, δίστασα, αλλά του απάντησα γιατί κατάλαβα πως θα μου έδινε περισσότερα. «Διακόσιες δραχμές» του είπα. «Έρχεσαι στο μαγαζί μας με πεντακόσιες;» Ούτε μια στιγμή δεν δίστασα. Πεντακόσιες δραχμές τη βραδιά σ’ ενάμιση χρόνο επαγγελματικής εργασίας δεν ήταν μικρό πράγμα. Εκεί στο κέντρο Χατζηβαρδάκου γνώρισα και το Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το βράδυ που έκανα την πρώτη εμφάνιση μου, με παρουσίασε ο Μπιθικώτσης, με θερμότατα λόγια. Δεν μπορώ να ξεχάσω το θερμό χειροκρότημα που με υποδέχτηκε. Ο κόσμος με γνώριζε από την επιτυχία του δίσκου μου πιο πολύ παρά από τις εμφανίσεις μου στα κέντρα. Η διαφήμιση που μου είχε γίνει προηγουμένως από τους καταστηματάρχες είχε γεμίσει το μαγαζί. Έγινε χαλασμός κόσμου. Με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, είχαμε γίνει καλοί φίλοι. Έγραψα μάλιστα σε δίσκο κι ένα τραγούδι δικό του που σημείωσε επιτυχία, το Φεγγάρι χλωμό. Όπως κι αν το κάνω, όμως, στη Μαγκάλα επανέρχομαι. Δεν υπήρξε μονάχα η αφετηρία της καριέρας μου, αλλά στάθηκε μια επιτυχία εκπληκτική. Έκανε θόρυβο σαν να ’σκασε βόμβα με πυροτεχνήματα. Πετάχτηκε η επιτυχία της ψηλά, ψηλά, τόσο που δεν πίστευα στα μάτια μου, δεν πίστευα στ’ αυτιά μου που ακουγόταν αυτό το τραγούδι απ’ όπου κι αν περνούσα. Κάθε σπίτι, κάθε ραδιόφωνο, κάθε πιτσιρίκος στο δρόμο όπως κάθε χτίστης σκαρφαλωμένος στη σκαλωσιά, τη Μαγκάλα τραγουδούσε!».

Σ’ έχω βάλει μέσα στη καρδιά μου, αχ! Μαγκάλα κόρη του μαχαραγιά,

τα γλυκά σου μαύρα μάτια, λάμπουνε σαν τα διαμάντια και μ’ ανάψανε φωτιά,

αχ δεν αντέχω πια, αχ κόρη του μαχαραγιά



«Στα λιμάνια της γης»

Μαγκάλα το ρόδο των Ινδιών ήταν ο τίτλος μιας από τις πιο γνωστές ταινίες του Ινδικού κινηματογράφου, με τα περίφημα επικά μουσικά μελοδράματα. Φιλμs όπως τα Aan (Μαγκάλα το ρόδο των Ινδιών) Awara (Ο αλήτης της Βομβάης) Pardesi (Τίποτα δεν θα μας χωρίσει) και Mother India (Γη ποτισμένη με ιδρώτα ) έμειναν ιστορικά δείγματα αυτού του κινηματογραφικού είδους που πέρναγε στο πανί με έναν ιδιαίτερο επικό τρόπο τον πολιτισμό μιας χώρας απ’ τον οποίο θα ξεπηδούσαν αργότερα οι ήχοι από το σιτάρ του Ravi Shankar, οι γκουρού της ινδουιστικής φιλοσοφίας και ο Ραζνίς. Βεβαίως, το πρώιμο στάδιο της ινδικής επιρροής δεν είχε αυτές τις πολιτισμικές αιχμές, αλλά πρότυπα του ινδικού σινεμά όπως τη Ναργκίς και τον Ρατς Καπούρ και μια εν δυνάμει ανθρωποκεντρική αντίληψη για την απανταχού φτώχεια και τους πονεμένους έρωτες, διανθισμένα με μακρόσυρτα τραγούδια ανατολίτικα. Τα ελληνικά τραγούδια που γράφτηκαν με αφορμή την μεγάλη επιτυχία που γνώριζαν στις δεκαετίες του ’50 και του ’60 οι ινδικές ταινίες ήταν πάμπολλα. Εκτός της επιρροής που δέχτηκε το λαϊκό τραγούδι από μουσικής πλευράς, συχνά και η θεματολογία του έβρισκε διέξοδο στις άλλες πολιτείες, τις ονειρικές γυναίκες και τον εξωτισμό. Οι όμορφες μελαμψές ερωτικές σειρήνες του κυριολεκτικά λατρεύτηκαν και μαζί με τους μακρινούς εξωτικούς τόπους της φυγής στο ανέφικτο και το φανταστικό έθρεψαν το όνειρο μιας ολόκληρης «πικραμένης γενιάς» με αυτά τα μαγικά μικρά τρίλεπτα παραμύθια και ταξίδια. Μέσα σε αυτό το πνεύμα έλαμψε το άστρο του τσιγγάνου τραγουδιστή Μανώλη Αγγελόπουλου, η περίπτωση του οποίου επιβεβαίωσε, για μια ακόμη φορά, το πεπρωμένο, τη μοίρα των τσιγγάνων του κόσμου να ζουν και να αναπνέουν με τη μουσική. Το ελληνικό τραγούδι είδε σε αυτούς κάτι το ιδιαίτερο και η φαντασία των ελλήνων στιχουργών οργίασε. Στα 1958 ο Μανώλης Αγγελόπουλος ήταν ο πρώτος επίσημος τσιγγάνος τραγουδιστής της δισκογραφίας και το εμπορικό δαιμόνιο εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο αυτό το γεγονός. Για την καταγωγή του και για την μυθολογία της τσιγγάνικης φυλής γράφτηκαν τραγούδια που γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Ο λαός τον αγάπησε τον Αγγελόπουλο. Ήταν εκείνος που ασυναίσθητα κατάφερε και άλλαξε την αντίληψη μιας ολόκληρης κοινωνίας για τους τσιγγάνους και το ταλέντο τους. Μόνο ένα μέρος της δημοσιογραφικής «ελίτ» τον αντιμετώπισε απαξιωτικά. Αν και σε κάποιες περιπτώσεις υπήρξαν φωτεινοί άνθρωποι που μπόρεσαν να αντιληφτούν τη γοητεία και τη δύναμη του διαφορετικού και αναφέρω, χαρακτηριστικά, το παράδειγμα του Πύρρου Σπυρομήλιου διευθυντή του ιδρύματος της ελληνικής ραδιοφωνίας – από το 1959 μέχρι το 1961, που έφυγε αιφνιδίως από τη ζωή σε ηλικία 48 ετών – που ήταν γνωστό το πόσο του άρεσε ο Αγγελόπουλος (Από μαρτυρία του Γιώργου Παπαστεφάνου).



1959

Ο σημαντικός λαϊκός συνθέτης Βασίλης Καραπατάκης και ο στιχουργός Χρίστος Κολοκοτρώνης ήταν οι πρώτοι που εκμαίευσαν από τον Αγγελόπουλο αυτή την απροσδιόριστη μαγεία και γοητεία της ανατολής του με την αναφορά στον Αλήτη της Βομβάης: Μες στα χαρέμια μακριά μες στη Βομβάη, έλμπι-έλμπι-έλμπι, είναι εκείνη που χρόνια μ’ αγαπάει, έλμπι-έλμπι-έλμπι, Ινδιάνα μου γλυκιά, θα σε κλέψω μια βραδιά… και λίγο μετά με τη Μαγκάλα, που κυριολεκτικά έκανε πάταγο. Η Μαγκάλα ηχογραφήθηκε την 1η Φεβρουαρίου του 1959 και λίγο μετά συναγωνιζόταν με την συντοπίτισσά της Μαντουμπάλα. Το 1959 ήταν η χρονιά του λαϊκού τραγουδιού και, κυρίως, η χρονιά του Καζαντζίδη και του Αγγελόπουλου. Όσοι έζησαν αυτό το κλίμα θυμούνται το νεαρό τσιγγάνο και το πόσο κλόνισε τον Στέλιο Καζαντζίδη από την πρωτοκαθεδρία του λαϊκού τραγουδιού σε μια εποχή που εκείνος είχε μεγάλα τραγούδια και τεράστιες επιτυχίες! Ο κόσμος και κυρίως οι νέοι που τότε στήριζαν το λαϊκό τραγούδι κυριολεκτικά τον λάτρεψαν τον Αγγελόπουλο. Η αλήθεια είναι πως το ξεκίνημα του υπήρξε εντυπωσιακό. Η φωνή του έφερνε κάτι μακρινό και εξωτικό, είχε σπάνια χρώματα, μοναδική ευελιξία, αισθησιασμό και φοβερή ενέργεια. Είναι ξεκάθαρο το ότι στον Αγγελόπουλο οφείλεται η αναγέννηση του ανατολίτικου τραγουδιού, το οποίο είχε παράδοση από τα χρόνια του προπολεμικού ελαφρού, συνέχισε στην εποχή του Τσιτσάνη με τη Σεράχ και τη Γκιουλμπαχάρ και ολοκληρώθηκε στην εποχή της Μαγκάλας και της Φαρίντας. Ο Αγγελόπουλος, βεβαίως, δεν είπε μόνον ανατολίτικα. Τραγούδησε ότι έγραφαν όλοι οι αναγνωρισμένοι, κεντρικοί, λαϊκοί συνθέτες της δισκογραφίας οι οποίοι του έδωσαν τραγούδια τους.



Το Σινεμά και οι ξανθιές

Το 1959-60 εμφανίστηκε για πρώτη φορά στον ελληνικό κινηματογράφο, στην ταινία Το ραντεβού της Κυριακής στην οποία ακουγόταν με τα τραγούδια του Θόδωρου Δερβενιώτη Η αγάπη του τσιγγάνου και Στο κατάκλειστο το σπίτι σε στίχους Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου. Από μαρτυρία θεατή που παρακολούθησε, τότε, την ταινία σε κινηματογράφο στην Αλικαρνασσό, στο Ηράκλειο, ξέρω ότι το χειροκρότημα που ακολούθησε τις στιγμές που ο Αγγελόπουλος τραγουδούσε με την ξανθιά παρτενέρ του Νότα Παπανικολάου ήταν τέτοιο που ο μηχανικός προβολής αναγκάστηκε να γυρίσει πίσω το φιλμ και να επαναπροβάλει τα τραγούδια! Αργότερα συμμετείχε και σε κάποιες από τις ταινίες της Κλακ Φιλμς και του Απόστολου Τεγόπουλου με πρωταγωνιστή το Νίκο Ξανθόπουλο και τα τραγούδια του Απόστολου Καλδάρα. Στα χρόνια του 60 ο Αγγελόπουλος μεσουράνησε στα λαϊκά κέντρα. Στο Απόψε φίλα με, στη Μαγκάλα και στο Ακταίον στο Νέο Φάληρο που γνώρισε μεγάλη επιτυχία με τη Γιώτα Λύδια με την οποία υπήρξαν μοναδικό ντουέτο και στους δίσκους, έχοντας μαζί τους και τον Νίκο Καρανικόλα. Ακόμη, στη Μαντουμπάλα, στο Άλσος στο Παγκράτι, στο Φαληρικόν του Μαργωμένου στις Τζιτζιφιές, στο Ροσινιόλ και αλλού. Όταν εμφανιζόταν στο Ροσινιόλ, το 1962, έγινε κι ένα επεισόδιο ανάμεσα σ’ εκείνον και κάποιους τσιγγάνους που εξέφρασαν με θερμό τρόπο τη διαφωνία τους στο να συνδεθεί ο αγαπημένος τραγουδιστής της φυλής τους με τη νέα ξανθιά παρτενέρ του Αννούλα Βασιλείου, την οποία είχε γνωρίσει σε κάποια ακρόαση στην Columbia και την είχε ερωτευτεί. Εκείνη την εποχή έγινε και το τραγούδι Μάνα μου, γλυκιά μανούλα/ αγαπάω την Αννούλα/ μη στενοχωριέσαι μάνα/ αν δεν παντρευτώ τσιγγάνα. Τελικά ο Αγγελόπουλος, πηγαίνοντας κόντρα στις παραδόσεις της φυλής του παντρεύτηκε την Αννούλα με την οποία απόκτησαν τα τρία παιδιά τους. Τον Ηλία, τον Στάθη και τη Μαρία.



Μέγας ανατολικός

Εκτός από την εξωτική αύρα η φωνή του είχε και όλα εκείνα τα στοιχεία της αρτιότητας και της σοβαρότητας που είχε θέσει ως υψηλά εκφραστικά και τεχνικά στάνταρ ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ο Αγγελόπουλος, την πρώτη εποχή πάτησε αρκετά πάνω στον κανόνα της ερμηνείας του Καζαντζίδη. Η ελευθεριότητα, όμως, της φωνής του ήταν τέτοια που τον οδήγησε στα δικά του λημέρια, της ανατολής του και του αραβικού τραγουδιού. Τα αμανεδάκια που έκανε στα πρώτα του τραγούδια, ξετρέλαιναν. Ήταν ο μεγάλος ανατολίτης του λαϊκού τραγουδιού. Από πολύ νωρίς είχε εκφράσει το θαυμασμό του για τραγουδιστές όπως τον κορυφαίο Αιγύπτιο Αμπντέλ Χαλίμ Χαφέζ. Η φωνή του, πάντως, άλλαξε σχετικά γρήγορα και, για ένα διάστημα, βάρυνε. Έχασε κάτι από εκείνη τη μαγεία και την ευελιξία του μικρού τσιγγάνου που συγκινούσε και ξεσήκωνε τους νέους και τις κοπέλες στις λαϊκές συνοικίες. Δεν ήταν ίδιος το ’59 με τη Μαγκάλα με το ’63 και το Όσο αξίζεις εσύ, παρ’ ότι και τα δυο αυτά τραγούδια υπήρξαν τεράστιες επιτυχίες και σημάδεψαν την καριέρα του συνδέοντάς την, λες κι ήταν μοιραίο, με τη μαγεία του ινδικού τραγουδιού, μιας και η Μαγκάλα και όλη η εποχή της είχαν σαφή αναφορά στην κουλτούρα του ινδικού κινηματογράφου και το Όσο αξίζεις εσύ ερχότανε κατ’ ευθείαν από αυτόν, με την προσαρμογή στα ελληνικά μουσικά μέτρα του Απόστολου Καλδάρα. Από ένα σημείο και μετά η συχνή αναφορά στις χαμηλές νότες, τις μπάσες, της φωνής του ήταν χαρακτηριστική. Στα χρόνια του 60 άλλαζε και το λαϊκό τραγούδι. Το ρεύμα του έντεχνου τραγουδιού, καθώς, και η αλλαγή πλεύσης στο σχεδιασμό της εταιρίας με κεντρική αντίληψη και κατεύθυνση προς ένα τραγούδι που πάταγε σε νέες φόρμες και, μετά την μεγάλη έκρηξη των ινδικών, περιόριζε εμφανώς την ανατολή, ήταν γεγονός και κάτι σαν φυσικό επακόλουθο. Τότε ο Τάκης Β. Λαμπρόπουλος που ήταν το αδιαμφισβήτητο αφεντικό της μουσικής βιομηχανίας, ετοίμαζε και την στροφή του Αγγελόπουλου με ρεπερτόριο που θα έγραφαν συνθέτες όπως ο Γ. Ζαμπέτας και άλλοι στο νέο πνεύμα του έντεχνου. Τελικά, το πέρασμά του από το χώρο αυτό έγινε με κάποιες δυσκολίες και ίσως λίγο περιφερειακά. Τα κεντρικά πρόσωπα του έντεχνου τραγουδιού δεν περιελάμβαναν τον Μανώλη Αγγελόπουλο στο σχεδιασμό τους, όπως, από την άλλη, απ’ ότι έδειξε η πορεία του τραγουδιστή, το λεγόμενο έντεχνο και ελαφρότερο τραγούδι δεν ήταν στις δικές του προτεραιότητες. Αργότερα, έλεγε σχετικά με αυτό: «Δεν έχω κανένα πρόβλημα με κανέναν. Τώρα αν λένε ο «ινδοαραβομεξικάνος» για μένα, εγώ δεν καταλαβαίνω τίποτα. Κοιτάω μόνο τη δουλειά μου. Η φωνή μου πάει πολύ στα αραβικά τραγούδια. Άλλωστε οι ρίζες μου είναι στην ανατολή, ας μην το ξεχνάμε…».



Τα μαύρα μάτια σου

Το 1967 η δεκάχρονη συνεργασία του με την Columbia έφτασε στο τέλος της. Η νέα εποχή τον βρήκε να συνεργάζεται με τη Βεντέττα του Στέλιου Πελαγίδη, μέχρι το 1969, και αργότερα με την Pan-Vox, των Γκεσάρ, στην οποία έκανε τη δεύτερη καριέρα του. Εκεί ο Αγγελόπουλος ξεδίπλωσε την αγάπη του για την αραβική μουσική και την ανατολή. Γύρω στο 1969 ηχογράφησε κι ένα δίσκο στην Αμερική, όπου βρισκότανε για εμφανίσεις, σε μια από τις πολλές περιοδείες που είχε κάνει στο εξωτερικό – Καναδά, Αυστραλία, Ηνωμένες Πολιτείες, Τουρκία – με μπουζούκια τους Γιάννη Παλαιολόγου και Γιώργο Χατζηθωμά και κλαρίνο τους Παναγιώτη Χαλιγιάννη και Φίλιππα Ρούντα, εκεί τραγούδησε με μοναδικό τρόπο το τσάμικο Πατέρα μας μεγάλωσες. Μετά το ’70 γνώρισε μεγάλη επιτυχία με κάποιες διασκευές σε τραγούδια που είχαν πει οι μυθικές φωνές του αραβικού κόσμου. Το Μια φωτιά με την Λιβανέζα Fairuz, το Enta Omri με την Oum Kulthum που εκείνος τραγούδησε σαν Τα φιλιά σου είναι φωτιά. Τέλος, αποθεώθηκε όταν μετέφερε με το δικό του τρόπο μια ακόμη σύνθεση του μεγάλου αυτού δημιουργού που είχε ερμηνεύσει ο Abdel Halim Hafez, τα περίφημα Μαύρα μάτια σου που γνώρισαν τεράστια επιτυχία, τον επανέφεραν στο προσκήνιο και συνεχίζουν να ξεσηκώνουν μέχρι και σήμερα όποτε και όπου κι αν παιχτούν.



Λυκαβητός, τηλεόραση, Ξημερώματα και το Κύκνειο άσμα

«Το αραβικό στυλ, τα νταλκαδιάρικα τραγούδια από μένα ξεκίνησαν. Έχω ταξιδέψει Τουρκία, Ινδία, Αραβία, Ισπανία, και έχω δανειστεί στοιχεία από τη μουσική τους. Μουσική δεν ξέρω, αλλά είμαι τσιγγάνος και είναι μέσα στις φλέβες μου το τραγούδι» έλεγε σε μια συνέντευξή του στην εφημερίδα Ελευθεροτυπία τον Ιούνιο του 1983 που έγινε με αφορμή τις εμφανίσεις του στο Λυκαβηττό μ’ εκείνες τις πολυσυζητημένες βραδιές που οργάνωσε το περιοδικό Ντέφι και η ζωντανή μετάδοσή τους από την κρατική τηλεόραση προκάλεσε την αντίδραση μερίδας του τύπου και, κυρίως, ορισμένων δημοσιογράφων οι οποίοι υπερέβαλαν και προέβαλαν εαυτούς ως εκτιμητές και προστάτες της πολιτιστικής και κοινωνικής, αθηναϊκής ζωής, μιλώντας για «Τουρκόγυφτους» και άλλα τέτοια ακατάληπτα. Ο Αγγελόπουλος ήταν, εν δυνάμει, και επί της ουσίας, πριν απ’ όλους, αυτό που πασχίζουν να γίνουν σήμερα όλοι, ethnic και world καλλιτέχνης. Έλληνας, κοσμοπολίτης, ανατολίτης που σε συγκινούσε το ίδιο όταν τραγουδούσε ως παιδί τα φορτισμένα, κοινωνικά λαϊκά του 50 και τα μεθυστικά ανατολίτικα ή αργότερα τα εντεχνίζοντα και, κυρίως, τα αγαπημένα του αραβικά. Ζούσε την κάθε εποχή και κοιτούσε μπροστά. Δεν ήθελε να μιλάει για τα παλιά. Όταν του ζητούσες κανένα από τα τραγούδια της πρώτης εποχής του έλεγε χαρακτηριστικά: «Που τα θυμήθηκες, αυτά αδελφέ είναι συναυλιακά». Τον θυμάμαι να τραγουδά για χρόνια, χειμώνες και καλοκαίρια, στα Ξημερώματα στην Εθνική. Λίγο πιο πάνω, στο Όνειρο έκανε και τις τελευταίες του εμφανίσεις, μαζί με τη Χαρούλα Λαμπράκη, την εποχή που μόλις είχε ηχογραφήσει και τον δίσκο Έλληνας είμαι με τον οποίο είχε επιστρέψει περιχαρής, έπειτα από τη μεσολάβηση του Λευτέρη Χαψιάδη στην Columbia, το 1988, έμελε, όμως, να είναι το κύκνειο άσμα του. Η είδηση για το χαμό του συγκλόνισε ολόκληρη την Ελλάδα. Το άστρο του αγαπημένου, χαμογελαστού τσιγγάνου που έλαμψε για τριάντα χρόνια έσβησε την Κυριακή 2 Απριλίου 1989. Ο Μανώλης Αγγελόπουλος άφησε την τελευταία του πνοή σε νοσοκομείο του Λονδίνου όπου είχε μεταφερθεί από τις 10 Ιανουαρίου προκειμένου να υποβληθεί σε εγχείρηση καρδιάς. Ήταν, μόλις 50 χρόνων. Η κηδεία του έγινε την Πέμπτη 5 Απριλίου στο Γ’ Νεκροταφείο. Τον αποχαιρέτησαν πολλές χιλιάδες κόσμου. Η συγκίνηση ήταν διάχυτη, η κοσμοσυρροή πρωτοφανής και τα τραγούδια με τη φωνή του έπαιζαν ασταμάτητα στα μεγάφωνα, στα ραδιόφωνα και τα κασετόφωνα: Φεύγω απόψε μακριά, αδέρφια μου τσιγγάνοι, φεύγω για πάντα, έχε γεια φτωχό μου καραβάνι…του τσιγγάνου το χαμό κλάψτε όλοι με καημό, αδέρφια μου τσιγγάνοι, έχετε γεια…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!