«Κιθάρα παίζει ο Χρήστος Ζέρβας…» - Μια κατάθεση ψυχής πίσω από την «πρώτη γραμμή»

(VIDEO & PHOTOS) Συνέντευξη - αφιέρωμα του κιθαρίστα Χρήστου Ζέρβα, για τη μεγάλη πορεία του στο ελληνικό τραγούδι.
Άκουσα για πρώτη φορά το όνομα του Χρήστου Ζέρβα το 1983, στη ζωντανή ηχογράφηση του Γιώργου Νταλάρα στο θέατρο «Ορφέας». Από τότε έτυχε να συναντηθούμε πολλές φορές σε συναυλίες, αλλά πέρα από μια «καλησπέρα», δεν είχαμε ανταλλάξει περισσότερες κουβέντες. Ο Χρήστος μου φαινόταν κάπως πιο «κλειστός», πιο εσωστρεφής και πιο μετρημένος, σε σχέση με άλλους μουσικούς, ειδικά πάνω στη σκηνή.

Τον Μάρτη του 2009 συναντηθήκαμε τυχαία σε μια συναυλία της Εστουδιαντίνας Νέας Ιωνίας, στην Χαλκιδική. Η μια κουβέντα έφερε την άλλη και οι αναμνήσεις άρχισαν να ξεδιπλώνονται αβίαστα… Θεώρησα λοιπόν, πως σειρά σε όλα αυτά τα ενδιαφέροντα που άκουγα, είχε η καταγραφή αυτής της πορείας των σαράντα και πλέον χρόνων με συνεργασίες με μερικά από τα μεγαλύτερα ονόματα της ελληνικής μουσικής… (Για να μην υπάρξει σύγχυση στους αναγνώστες, σήμερα έχουν αφαιρεθεί κάποια σημεία σχετικά με την επικαιρότητα της εποχής…)

Τα πρώτα χρόνια…

Γεννήθηκες στον Αμπελώνα της Λάρισας το 1957. Πώς μπήκε η μουσική στη ζωή σου;
Η μητέρα μου τραγουδούσε και ο πατέρας μου έπαιζε λαούτο και κιθάρα και σιγά σιγά άρχισα κι εγώ να μαθαίνω κάποια όργανα. Ήταν να μάθω βιολί αλλά έμαθα μπουζούκι. Εννέα χρονών ξεκίνησα να παίζω μαζί τους στα δημοτικά.

Στο χωριό γίνονται αυτά;
Όχι στην Αθήνα. Γεννήθηκα στο χωριό αλλά μεγάλωσα στην Αθήνα. Όπου πηγαίναμε, στα πανηγύρια της επαρχίας, ερχόταν ο κόσμος για να δει ένα μικρό παιδί να παίζει μπουζούκι. Σε μια άλλη δουλειά που υπήρχαν κι άλλα συγκροτήματα με πολύ καλούς μουσικούς και τραγουδιστές, θυμάμαι ότι ο κόσμος είχε μαζευτεί για να δει εμένα και οι άλλοι δεν είχαν δουλειά. Έξω από το μαγαζί που παίζαμε ήταν ο Γιώργος ο Κόρος, από τους πολύ καλούς μουσικούς και ήρθε να δει ποιος ήταν αυτός εξαιτίας του οποίου δεν είχε δουλειά το δικό του το μαγαζί.

Στο σχήμα σας ποιοι άλλοι ήταν; Υπήρχαν γνωστά ονόματα;
Στο σχήμα το δικό μου όχι. Στα άλλα ήταν η Κολλητήρη, η Βέρρα, ο Σκαφίδας και πολλοί άλλοι.

Εκείνη την εποχή ποια ήταν τα ακούσματά σου;
Αρχικά άκουγα τα δημοτικά. Μετά ότι έπαιζε το ραδιόφωνο. Γαβαλά, Καζαντζίδη, Περπινιάδη, Καίτη Γκρέυ, Πόλυ Πάνου…Κάποια στιγμή είχε περάσει από το σπίτι και ο Καζαντζίδης, αλλά τότε δεν ήξερα τι σημαίνει Καζαντζίδης. Και ο Αγγελόπουλος…

Τι θυμάσαι από τον Καζαντζίδη;
Δεν θυμάμαι και πολλά, ήμουν πολύ μικρός τότε.

Το σπίτι σου πού ήταν;
Μέναμε στο Δάσος Χαϊδαρίου. Απέναντι από το σπίτι μας έμενε ο Περπινιάδης. Από κει περάσανε κι άλλοι. Τότε η θεία μου, η αδερφή της μητέρας μου, η Αλίκη Τέγου, χόρευε και τραγούδαγε. Είχε εκπληκτική φωνή. Αν έκλεινες τα μάτια, νόμιζες πως άκουγες την Καίτη Γκρέυ. Δούλευε στη «Ζούγκλα» και σ’ όλα αυτά τα μαγαζιά κι έτσι περνούσαν όλοι από το σπίτι. Ο Γιάννης ο Παλαιολόγου, o συγχωρεμένος, ο Λευτέρης Ζέρβας κι άλλοι… Θυμάμαι πως σ’ ένα πανηγύρι στον Ασπρόπυργο, δούλεψα με τον Κώστα Ρούκουνα, αλλά και με τον Βασίλη Καραπατάκη, που ήταν και θείος του Νταλάρα και πολύ καλός συνθέτης και μουσικός. Γύρω στο 1970 φύγαμε και πήγαμε στα Τρίκαλα, για να συμμαζευτεί λίγο η οικογένεια. Εκεί ήμασταν πιο κοντά και δουλεύαμε παρέα μ’ όλη την οικογένειά μου. Τότε στα Τρίκαλα δεν παίρνανε γυναίκες στους γάμους και τα πανηγύρια, αλλά η μητέρα μου, λόγω καλής φωνής και μεγάλου ρεπερτορίου κατάφερνε και κέρδιζε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων κι έτσι μας παίρνανε παντού. Μετά δούλεψα και σε κάποια λαϊκά μαγαζιά και το 1974 ένας φίλος ντράμερ, ο Τόλης ο Πιπεράς μου πρότεινε να πάμε στη Σύρο. Εκεί υπήρχε ένα γκρουπάκι που έπαιζε ροκ την πρώτη ώρα. Ήταν ένας χώρος τελείως διαφορετικός μ’ αυτούς που δούλευα και ο περισσότερος κόσμος ήταν φοιτητές. Υπήρχε ένας τραγουδιστής ο Νίκος ο Δανέζης, μ’ ένα ρεπερτόριο που δεν είχε καμία σχέση με τα λαϊκά μαγαζιά. Ήταν πιο πολύ στο πολιτικό και το κοινωνικό τραγούδι. Η ορχήστρα στην αρχή έβγαινε κι έπαιζε ροκ και μετά αυτού του είδους τα τραγούδια. Πηγαίνοντας εγώ εκεί, είχα ήδη αντιγράψει όλο το πρόγραμμα που έκανε ο Νταλάρας τότε στα μαγαζιά και είχα αποκτήσει ευχέρεια μ’ αυτά τα τραγούδια. Φτιάχναμε λοιπόν έτσι το πρόγραμμα και μας είχαν μάθει όλοι. Η ορχήστρα του Κάστρου κοντά στο λιμάνι… Κάτσαμε 2-3 χρόνια. Ύστερα ήρθαμε στη Θεσσαλονίκη, όπου τραγουδούσε μια άλλη θεία μου. Ήταν μες στα πρώτα ονόματα στα λαϊκά μαγαζιά. Η Ρούλα Τέγου. Παίξαμε σ’ ένα μαγαζί στο Καραμπουρνάκι, τότε λεγόταν «Δεκατρία». Μετά έγινε «Στορκ»…

Και σήμερα στη θέση του είναι το θέατρο «Σοφούλη».
Απέναντι από το μαγαζί αυτό ήταν οι «Αναμνήσεις» που έπαιζε ο Μπιθικώτσης.

Κι αυτό υπάρχει σήμερα, μόνο που έχει αλλάξει όνομα και έχει γίνει εστιατόριο-μπαρ.
Τότε είχα τον συγχωρεμένο τον Γιάννη Τζελέπη. Αυτός ήταν φαν του Καζαντζίδη κι έπαιζε λίγο μπουζουκάκι και ήταν πολύ φίλος με το Νικολόπουλο. Τότε ήταν πολύ στα πάνω τους ο Νίκος Πάνος και ο Πάνος Μαρίνος. Από γυναίκες τραγουδούσε η θεία μου και είχε έρθει και μια τραγουδίστρια που πρέπει να είχε σχέση με τον Καζαντζίδη, μια ξανθιά, δεν θυμάμαι τώρα πως λεγόταν.

Mήπως εννοείς την Κορίνα;
Ναι, έτσι ακριβώς. Τότε δουλεύαμε έξι μέρες και κάθε βραδιά το μαγαζί ήταν γεμάτο. Κάποια στιγμή, έβαλαν από άλλα μαγαζιά, απ’ ότι μάθαμε μετά, να γίνουν φασαρίες για να χαλάσει το μαγαζί, γιατί ήμασταν κάθε μέρα γεμάτοι. Μετά από 2-3 μήνες φύγαμε. Είχαν γίνει πολλές φασαρίες, χτύπησαν και τον Νίκο Πάνο… Είχε πέσει πολύ ξύλο…

Νικολόπουλος, Χαρούλα, Λοΐζος & Παπακωνσταντίνου

Χ.Νικολόπουλος Σιγκαπούρη 1981
Με τον Χρήστο Νικολόπουλο πότε γνωριστήκατε;

Τον γνώρισα όταν ήμουν δέκα χρονών περίπου. Αυτός ήταν γύρω στα δεκαοχτώ. Το πρώτο μπουζούκι που πήρα στα χέρια μου ήταν του Νικολόπουλου. Τον παρακολουθούσα τον Χρήστο γιατί ήταν από τα καλά μπουζούκια. Κάποια στιγμή έφυγε από τους χώρους που δούλευε με τον Καζαντζίδη, τον Γαβαλά κλπ και πήγε με τον Νταλάρα. Για μένα ήταν «ευχής έργον» να παίξω με τον Χρήστο και να μπω σ’ αυτό τον χώρο. Το 1976 στο «Θεμέλιο» εμφανιζόταν ο Νταλάρας με τον Νικολόπουλο. Έπαιζαν καλοί μουσικοί, ο Βαρδής, ο Καλέας, ο Τσεμπερούλης, όλη η «αφρόκρεμα». Εμείς προσπαθούσαμε να μάθουμε όλο το πρόγραμμα του Γιώργου για να το παίζουμε. Εγώ βέβαια δεν μπορούσα να μπω στο σχήμα, γιατί ο Νικολόπουλος είχε τον Γιάννη Μπιθικώτση δεύτερο μπουζούκι. Μόλις έφυγε ο Μπιθικώτσης, πήρε τον Μάκη Μαυρόπουλο, που ήταν κι αυτός συγχωριανός του. Το 1977 πήγα φαντάρος. Το 1979, όταν απολύθηκα, μου έγινε μια πρόταση που μου άρεσε, να παίξω με τη Χαρούλα την Αλεξίου. Με ενδιέφερε πάρα πολύ και ο χώρος και ο τρόπος και τα τραγούδια και όλη η αντίληψη και η νοοτροπία εκεί. Μετά έμαθα ότι πήγε στον «Ζυγό» με τον Πάριο, ο οποίος είχε τον Θανάση Πολυκανδριώτη στο μπουζούκι. Ο Θανάσης ήταν πολύ καλός μουσικός, εκπληκτικός αλλά δεν ήταν ο Νικολόπουλος, που τον γνώριζα, για να παίξω δεύτερο μπουζούκι κι έτσι δεν πήγα. Είπα λοιπόν του πατέρα μου «πάρε το μπουζούκι, κρέμασε το, καν’ το καυσόξυλο, εγώ δεν ξαναπαίζω σε λαϊκά μαγαζιά». Προτίμησα να παίζω κιθάρα σε γάμους και πανηγύρια στα Τρίκαλα, που έμεινα λίγο καιρό, μόλις απολύθηκα. Το 1979 μου έκανε πρόταση ο Πιπεράς, να πάμε στη Ρόδο μαζί με τον Παπακωνσταντίνου και να παίξω κιθάρα. Στη Ρόδο καθίσαμε τρεις μήνες με τον Βασίλη και την Ισιδώρα Σιδέρη. Μπουζούκι έπαιζε ο Γρηγόρης Τζιστούδης που είχε κάνει καριέρα στη Σουηδία. Περνούσαμε πάρα πολύ καλά.

Ο Τζιστούδης έπαιζε μπουζούκι στο σχήμα του Παπακωνσταντίνου;
Ναι, έκανε τα σόλο και μετά έλεγαν και κανένα τραγούδι. Μόλις τελειώσαμε από τη Ρόδο με παίρνει ο Βασίλης για να έρθουμε στη Θεσσαλονίκη στο «Λιόγερμα», οι δυο μας μόνο, για τριάντα παραστάσεις. Περιττό να σου πω πως το μαγαζί ήταν κάθε βράδυ γεμάτο μόνο με φοιτητές. Έτσι μπαίνω σ’ έναν άλλο χώρο πλέον. Γυρίζοντας στην Αθήνα, ξεκίνησε το «Αχ, Μαρία». Εκείνη την εποχή έμεινα έξι μήνες στο σπίτι του Βασίλη, μετά πήγα σ’ ένα άλλο διαμέρισμα και κάναμε πολύ παρέα. Ο Βασίλης είναι εκπληκτικό παιδί και σαν άνθρωπος και σαν φίλος. Το «Αχ, Μαρία» ήταν ότι καλύτερο συνέβαινε εκείνη την εποχή στην Αθήνα. Γράφανε τις ειδήσεις και τις μετατρέπανε κάθε βράδυ με το χιούμορ τους ο Ζουγανέλης, ο Μπουλάς και υπήρχε πολύ καλή διάθεση.
Γ.Σαρρής Β.Παπακωνσταντίνου Χ.Ζέρβας Κ.Γανωσέλλης Χ.Νικολόπουλος Στ.Στεφανόπουλος Αυστραλία 1981
Είχες παίξει και στους δίσκους του Παπακωνσταντίνου;
Έπαιξα στην «Πρέβεζα» και σε άλλα τρία τραγούδια στο δίσκο «Φοβάμαι». Είχε κάνει την ενορχήστρωση ο Γανωσέλλης, ο οποίος συνεργαζόταν και με άλλους μουσικούς, όπως ο Λασκαράκης. Έπαιξα ούτι και κιθάρες κι έβαλα και μια εισαγωγή στη «Στέλλα» με το δικό μου τρόπο. Το 1982 περίπου, πήγαμε για συναυλίες με την Αφροδίτη Μάνου, τον Παπακωνσταντίνου, τον Γιώργο Σαρρή και τη Χαρούλα στην Αυστραλία. Αργότερα ήρθε ο Μάνος ο Λοΐζος και αποφασίσαμε να κάνουμε κάποιες συναυλίες στο εξωτερικό και στο εσωτερικό. Πήγαμε στον Καναδά και στην Αμερική με την Ισιδώρα Σιδέρη, τον Δημήτρη Κατοίκο, ο οποίος μετέπειτα, απ’ ότι έμαθα έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο με το θέμα του Καζαντζίδη. Βοήθησε πάρα πολύ να λυθεί αυτό το συμβόλαιο. Ο Μάνος ήταν η πρώτη φορά που έβγαινε έξω και δεν ήξερε αν θα έχει απήχηση στον κόσμο αλλά τότε είχαν βγει «Τα τραγούδια της Χαρούλας» που ήταν πασίγνωστα και όλα τα άλλα τα δικά του, που ήταν εκπληκτικά. Θυμάμαι όταν γυρίζαμε από την Αμερική, κοιμόμουνα και ήρθε με τη χαρακτηριστική φωνή και μου είπε «Χρήστο παιδί μου, σήκω να δεις την Ελλάδα μας, τον ήλιο μας», γιατί η Αμερική ήταν όλο βροχή και συννεφιά. Δεν μπορούσε εκτός Ελλάδος, ήταν μόνος του τελείως. Γυρίσαμε, κάναμε άλλες έξι συναυλίες στην Ελλάδα με τη Χαρούλα και το Λοΐζο. Είχαμε κάνει και κάποια γυρίσματα στη Χαλκίδα, οι τρεις μας, για ένα τηλεοπτικό αφιέρωμα στον Μάνο. Με είχε πάρει με πολύ καλό μάτι. Τότε έγιναν και οι μεγάλες συναυλίες με τον Λοΐζο, τον Λεοντή και τον Μικρούτσικο σε στάδια. Αργότερα μου έγινε μια πρόταση να πάω να παίξω με τη Χαρούλα. Ήθελε να παίξει το «Φεύγω» του Βαρδή με πιο ροκ μορφή. Και ξεκινήσαμε στο «Ζυγό» με τη Χαρούλα, τη Δήμητρα Γαλάνη, τον Κώστα Καράλη και την Καίτη Γκρέυ.
Δήμητρα Γαλάνη Ζυγός
Συνυπήρχαν η Αλεξίου και η Γαλάνη με την Καίτη Γκρέυ πάνω στη σκηνή;
Ναι βέβαια. Και με τραγούδια και με αστεία. Η Χαρούλα είναι φοβερός άνθρωπος, έχει πολύ χιούμορ. Ήταν πάρα πολύ ωραίο το σχήμα. Τρομερή ατμόσφαιρα.

Τα χρόνια με τον Νταλάρα…


Eκείνη την εποχή ξεκινάς και με τον Νταλάρα;
Mια φορά είχα πάει στο μαγαζί που δούλευε στην Πλάκα. Στο τέλος μας πήρε μαζί με τον Τόλη τον Πιπερά, πήγαμε στην Ομόνοια και μας κέρασε σαλέπι. Αυτή ήταν η πρώτη μας επαφή. Μόλις τελείωνε τη δουλειά, καθόταν με τους μουσικούς και μελετάγανε, παίζανε λαϊκά με το Νικολόπουλο και υπήρχε η καλή διάθεση να «περάσουν» τα τραγούδια, να δουν πώς έκανε ο Βαρδής την «τσαλκάντζα», πώς έκανε ο Καζαντζίδης την «τσαλκάντζα» κλπ. Ποτέ δεν ησύχαζε ο Γιώργος, ήθελε να παίρνει, με την καλή έννοια, ότι καλύτερο συνέβαινε. Ένα βράδυ ήρθε στο «Αχ, Μαρία» μαζί με την Άννα. Από κει πέρασαν πάρα πολλοί. Και η Χαρούλα και ο Άσιμος και άλλοι. Εκεί είδε ο Γιώργος τον τρόπο που παίζω. Είχα έναν ιδιαίτερο και τελείως διαφορετικό τρόπο που έπαιζα. Δεν ήμουνα ροκ κιθαρίστας. Είχα τα βιώματα τα λαϊκά, τα δημοτικά, τα βυζαντινά.

Τα βιώματα και τα ακούσματα επηρεάζουν τελικά και στο παίξιμο;
Βεβαίως. Υπήρχαν κιθαρίστες όπως ο Γιάννης Σπάθας, ο Θεολόγου, ο Κώστας Στρατηγόπουλος…Αυτοί ήταν πιο ροκάδες, ο Γιάννης ξέφευγε λίγο με το ηχόχρωμα. Απ’ όλα τα παιδιά που άκουγα υπήρχαν καλοί αλλά αυτόν που λάτρευα ήταν ο Σπάθας. Να σου πω και τι έπαθα με τον Σπάθα και τους Socrates. Όταν παρουσιάστηκα στη Θήβα, την κοπάνησα με δίωρη άδεια και πήγα στο «Κύτταρο» και μετά έκανα μια βδομάδα να πάω μέσα… Για να επιστρέψω στον Νταλάρα, δυο άνθρωποι που τόλμησα να πάω και να ζητήσω δουλειά ήταν εκείνος και ο Σαββόπουλος. Ντρεπόμουνα να τους ζητήσω δουλειά, μου φαινότανε περίεργο, αλλά με παρακίνησε η κοπελιά που ήμασταν μαζί και τελικά πήγα. Και οι δυο δεχτήκανε και με πήρανε μαζί τους. Και ξεκινήσαμε με τον Γιώργο στον «Ορφέα».

Εκεί σε έμαθε όλη η Ελλάδα πιστεύω, ειδικότερα όταν βγήκε ο δίσκος «Τα τραγούδια μου» και στο «Φύγε κι άσε με» παρουσιάζει ο Νταλάρας τους μουσικούς…
Ναι, έτσι είναι. Τότε μου ανέθεσε ο Γιώργος να βρω βιολί, κλαρίνο και μια τραγουδίστρια. Σκέφτηκα τη θεία μου που τραγουδούσε πολύ καλά, στη Θεσσαλονίκη, αλλά δεν μπόρεσε να φύγει. Είχε δεσμευτεί με τις δουλειές της. Ήταν πολύ καλή πρόταση, γιατί θα δούλευε με τον Νταλάρα. Τι άλλο καλύτερο μπορείς να κάνεις; Βρήκα τον Λευτέρη Ζέρβα που δούλευε στην «Φαντασία» με τον Μενιδιάτη και σε κάποια εξτρά που έκανε σε πανηγύρια κλπ. Του το πρότεινα λοιπόν και δέχτηκε γιατί ήξερε ποιος είναι ο Νταλάρας. Κι ο Γιώργος ήξερε τον Λευτέρη, παρόλο που έλειπε στην Αμερική. Για κλαρίνο έψαξα να βρω τον Βασίλη Σαλέα αλλά βρήκα τον Μάκη Μπέκο. Κι έτσι άρχισε το «πάντρεμα» με τα όργανα και βγήκε αυτός ο «ethnic» ήχος. Ο Γιώργος βέβαια πάντα ήταν πρωτοπόρος στις δουλειές του. Και με τον ήχο. Έφυγε από τα μαγαζιά, πήγε στην Πλάκα στις μπουάτ, μετά ξεκίνησε τα θέατρα και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Και έτσι άρχισε κι έκανε τα «παντρέματα». Έβαζε τα κλαρίνα, έβαζε βιολιά, δεν τα είχε στην Πλάκα αυτά. Ήταν άλλος ήχος. Από τότε πέρασαν 22-23 χρόνια που ήμουν σχεδόν πάντα μαζί του, εκτός από τα δύο τελευταία που έπαιξα με τον Αντώνη Ρέμο. Κατά καιρούς βέβαια έφευγα. Είχα πάει με τον Σαββόπουλο, με την «Οπισθοδρομική» και την Αρβανιτάκη. Όσες φορές προσπαθούσα να φύγω, ο Νταλάρας με έβρισκε. Είχα πάει στην Αμερική κι εκεί βρήκε τα τηλέφωνα και μου είπε «έλα κάτω έχουμε δουλειά». Πήγα στην Αυστραλία, έκατσα δυο μήνες, πάλι το ίδιο… Βέβαια και ο Διονύσης και η Χαρούλα ήταν εκπληκτικοί στη δουλειά τους, αλλά το καπέλο το βγάζω στον Νταλάρα. Ήταν φοβερά δημιουργικός, σκάλιζε τα πάντα. Και μόνο έτσι έβγαζε το αποτέλεσμα που ήθελε. Κι έτσι έπρεπε να το κάνει. Να ασχοληθεί με τον ήχο και με την ορχήστρα που άλλοι τραγουδιστές δεν το κάνουν. Δεν ασχολούνται δηλαδή με τον ήχο της κιθάρας ή του μικροφώνου. Και όλο αυτό ήταν προς όφελος και των μουσικών και του κόσμου. Ο Νταλάρας μπορεί να ήταν τραγουδιστής αλλά στην ουσία ήταν αφανής δημιουργός γιατί έφτιαχνε τα τραγούδια όλων των δημιουργών. Έβαζε πάντα το χέρι του και τα πείραζε. Έβαζε πάντα το λιθαράκι του…


Από τις μεγάλες συναυλίες στο Ολυμπιακό Στάδιο το 1983 τι θυμάσαι;
Tότε είχα πάει με τον Σαββόπουλο και κάναμε τα «Τραπεζάκια έξω». Και ο Διονύσης μ’ αγκάλιασε γρήγορα όταν του ζήτησα δουλειά. Του είπα «γεια σου, είμαι ο Ζέρβας ο Χρήστος, παίζω κιθάρα και θέλω να δουλέψω μαζί σου». Και η αντιμετώπιση του Διονύση ήταν «μπράβο παιδί μου, σ’ ευχαριστώ, έλα». Εκείνο το καλοκαίρι θα κάναμε κάποιες συναυλίες και ο Διονύσης, επειδή έπαιρνε τις γνώμες των μουσικών, μου είπε να φτιάξουμε κάποια κομμάτια. Εκτός λοιπόν από τις δεκαπέντε συναυλίες, που ήταν να κάνουμε με τον Διονύση, εμφανίστηκε και η τελευταία στο Ολυμπιακό Στάδιο. Ήταν η πρώτη φορά που θα γινόταν συναυλία εκεί. Στη συνέχεια έκανε ο Νταλάρας δυο παραστάσεις από 80.000 άτομα. Φοβερός παλμός στο κοινό. Είχε δημιουργήσει βέβαια ένα χώρο από το ’70 μέχρι το ’80 με τα πολιτικά και κοινωνικά τραγούδια και πέρασε παντού. Και η άλλη στροφή ήταν από τον «Ορφέα» και μετά που έβγαλε πάλι το λαϊκό.
1981
Και με τα ρεμπέτικα από το 1975… Από τότε άρχισαν να επανεκδίδονται οι πρώτες εκτελέσεις που ήταν, σχεδόν, άγνωστες στο πλατύ κοινό.
Βεβαίως και τα ρεμπέτικα που τα στήριξε και τα έμαθε πολύς κόσμος. Ήταν μια πενταετία-δεκαετία και για τον Γιώργο αλλά και για τις εταιρείες που είχαν το στοκ των παλιών εκτελέσεων και δεν θα χρειαζόταν να τα ξαναγράψουν. Τα είχαν έτοιμα, τα ξαναβγάλανε και τα προωθήσανε πολύ. Όπου και να πήγαινες, υπήρχαν κομπανίες που έπαιζαν τα ρεμπέτικα τραγούδια. Το 1984 που ξαναβρεθήκανε, μετά την Πλάκα, ο Νταλάρας με τη Χαρούλα στο θέατρο «Τέντα», είχα φύγει στην Αμερική για ένα χρόνο κι έτσι έχασα αυτή τη συνεργασία αλλά έκανα διάφορα πράγματα. Πήγαινα κατά καιρούς σε πανηγύρια με τον Λευτέρη Ζέρβα. Επίσης είχα προτείνει στον Σαββόπουλο να ακούσει τον Χριστοδουλόπουλο που ήταν σπουδαίος τραγουδιστής. Έφερα ακόμα τον Βασίλη Σαλέα σε επαφή με τον Σαββόπουλο και κάναμε συναυλίες όλοι μαζί.

«Η άλλη άποψη»

H allh apopsi
Το 1985 κυκλοφορεί στην CBS ο πρώτος σου δίσκος «Η άλλη άποψη» με διασκευές δημοτικών τραγουδιών, με πιο ηλεκτρικό ήχο. Εκεί εμφανίζεσαι και ως τραγουδιστής.
Είχα μια ιδέα τότε να κάνω δημοτικά τραγούδια με ροκ ήχο. Οι εταιρείες δεν βγάζανε δημοτικά τραγούδια. Τα είχανε, τα ξέρανε, υπήρχανε στην επαρχία, αλλά δεν ήθελαν να ασχοληθούν με τέτοια πράγματα. Εγώ, αυτό που μπορούσα να κάνω ως νέος άνθρωπος ήταν να πάρω αυτά τα ακούσματα και να τα φέρω πιο κοντά στη νεολαία. Έβαλα και δικές μου μουσικές και έκανα κάποιες ρυθμικές αλλαγές. Ενορχήστρωση κάναμε εγώ μαζί με τον Σπάθα και τον Αντύπα. Μετά τα «Ζεστά ποτά» που κάνανε με τους Κατσιμιχαίους, και επειδή λάτρευα το παίξιμο τους, ήθελα να συνεργαστώ μαζί τους. Ο Σπάθας άλλωστε πάντα έπαιζε κι ένα ηπειρώτικο με τους Socrates. Για την παραγωγή ζύγωσα περισσότερο τον Αντώνη τον Βαρδή, γιατί είχαμε περισσότερη επαφή και δεν πήγα στον Νταλάρα. Γιατί και εκείνος ήθελε να συμμετέχει, ήθελε πάντα να κάνει δημοτικά τραγούδια, όπως και η Χαρούλα, απ’ ότι είχα μάθει. Ο Νταλάρας τότε είχε κάνει τη συμμετοχή με τους «Τερμίτες» και τη «Σκόνη» και η Χαρούλα τα τραγούδια με τους «Φατμέ». Εγώ δεν ήθελα να «καπελωθώ», γιατί τα τραγούδια ήταν παραδοσιακά δεν ήταν καινούργιες συνθέσεις, έτσι ώστε να πει η Χαρούλα ένα τραγούδι και να πω εγώ τα υπόλοιπα. Κι έτσι βγήκε μόνη της η δουλειά. Απ’ ότι ξέρω ήρθαν οι Κατσιμιχαίοι να ακούσουν τα τραγούδια και τους άρεσαν πάρα πολύ. Ήταν πολύ μπροστά σαν ήχος, η πιο ακριβή παραγωγή στην CBS. Πάνω στον ήχο που έκανα εγώ με τα δημοτικά πατήσανε πολλοί, βγήκε ο Μπίγαλης, βγήκε ο Δάντης, δεν το κάνανε όμως τόσο προσεγμένα, έγινε πολύ πιο εμπορικά. Εγώ δεν πρόσβαλλα κανέναν, ίσα-ίσα που με πήραν άνθρωποι που ενδεχομένως ακούγανε και ήξεραν τα κομμάτια αυτά και μου είπαν πως τους άρεσαν πολύ. Ο Βαρδής βέβαια επέμενε να βάλουμε και κάποια λαϊκά, γιατί μου έλεγε πως τα λέω καλά. Του εξήγησα πως δεν ταιριάζουν γιατί χαλάει η εικόνα. Αν έβαζα κι άλλο ηχόχρωμα δεν θα ταίριαζε...

«Με τελείωσες… στη μέση της Κομπανίας»

Sth mesh ths kompanias
Το ’85 γράφεις έξι τραγούδια και τραγουδάς στο δίσκο της Οπισθοδρομικής Κομπανίας «Στη μέση της κομπανίας».

Με την Οπισθοδρομική γράψαμε κάποια τραγούδια, αλλά το πιο σημαντικό ήταν ότι βοήθησα τον Γιάννη Καραλή που έγραφε κι εκείνος. Μας είχε δώσει το «Με τελείωσες» και τα «Πεντοχίλιαρα», αλλά δεν το βάλαμε γιατί ήταν καθαρά εμπορικό και δεν υπήρχε αυτή η διάθεση. Με προτροπή λοιπόν του Σαββόπουλου που μου είπε για το «Με τελείωσες», «άλλαξε το, βάλε κάτι άλλο» και αφού μου είπε κι ο Γιάννης «αφού είσαι εσύ καν το ότι νομίζεις», το πήρα φιλικά και του έδωσα αυτό το χρώμα. Εγώ είχα γράψει τραγούδια και τραγουδούσα στο δίσκο αλλά δεν είναι ο χαρακτήρας μου να δείχνω τι κάνω σε όλα τα πράγματα. Όταν βγήκε το «Με τελείωσες» πήρε όλη τη δόξα ο Γιάννης, χωρίς να πει ούτε ένα ευχαριστώ. Ο Νταλάρας είχε καταλάβει τι έγινε και με ρώτησε «ποιανού είναι το κομμάτι αυτό;» Του είπα «η μουσική δική μου και οι στίχοι του Γιάννη». Όταν εγώ έφυγα μετά στην Αμερική, ο μόνος που μπορούσε να το διεκδικήσει ήταν ο Γιάννης, αλλά αυτό είχε μια ταυτότητα κι ένα χαρακτήρα για την εποχή του. Αυτό τον χαρακτήρα δεν τον είχε ο Γιάννης, τον είχα εγώ. Οπότε είπα «δεν με πειράζει, μπορεί να έχασα την επωνυμία απ’ αυτό το κομμάτι, αλλά την ψυχή εγώ την έχω, δεν την έχει ο Γιάννης»…

«Αθήνα - Σαλονίκη»

Την ίδια χρονιά γράφεις τρία τραγούδια και κάνεις την ενορχήστρωση σ’ ένα δίσκο με τραγούδια για τους φαντάρους με τίτλο «Σε στρατόπεδα και πλοία», σε στίχους του Τάσου Σαμαρτζή και τραγουδιστή τον Κώστα Αντωνόπουλο, στη Lyra.
Τον Τάσο τον Σαμαρτζή δεν τον έχω ξαναδεί από τότε. Εκεί έκανα την ενορχήστρωση και γράψαμε και μισό μισό κομμάτι με τον Σαββόπουλο, κάτι που δεν το έχει ξανακάνει. Μου είχε εμπιστοσύνη… Ήταν ωραίος ο τραγουδιστής κι ωραία δουλειά, με καθαρά στρατιωτικούς στίχους.
σάρωση0037
Σ’ αυτό το δίσκο πρωτοεμφανίζεται και ο Βαγγέλης Κορακάκης.
Βάλαμε και τρία τραγούδια του Κορακάκη, είχαμε δυο κομμάτια του Καραλή, ψάχναμε να κάνουμε κάτι άλλο. Το «Αθήνα-Σαλονίκη» το πήρε κι ο Νταλάρας μετά και το έπαιξε σε κάποια live με την Ελένη Τσαλιγοπούλου, με ανέκδοτους στίχους της Αφροδίτης Μάνου. Του άρεσε πάρα πολύ.

«Κάθε βράδυ τραγουδάω»

Το 1986 εμφανίζεσαι σαν ενορχηστρωτής στο δίσκο της Γιούλης Τσίρου «Κάθε βράδυ τραγουδάω» στην Columbia.
Tην παραγωγή σ’ αυτό το δίσκο την είχε κάνει ο Νταλάρας. Τα κομμάτια τα είχαν γράψει η Βάσω Αλαγιάννη και ο Γιώργος Ζήκας. Είχα κάνει εγώ την μουσική ενορχήστρωση και τα ρυθμικά μέρη τα είχε αναλάβει ο Νίκος Αντύπας. Κι εκεί προσπάθησα να βγάλω ένα ηχόχρωμα και ακούστηκαν κάποια κομμάτια της Βάσως, που αργότερα ξαναβγήκαν πάλι σε δεύτερες εκτελέσεις. Ήμουνα μέσα στα πράγματα αλλά δεν το κυνήγησα πολύ. Είχαμε βρεθεί και με την Ελένη Βιτάλη, στις καλές της εποχές και μου είπε «μ’ ενδιαφέρει να κάνουμε κάτι, δεν με δεσμεύει η εταιρεία». Μου άρεσε αυτό αλλά δεν προχώρησε. Μια άλλη πολύ καλή δουλειά, για την εποχή της, που είχα κάνει το 1986, με πολύ καλό στίχο, ήταν «Το καραγκιοζάκι» με τον Μάριο Μηλιάδη, τον γιο του γνωστού ηθοποιού Τάκη Μηλιάδη, που ήταν φοιτητής τότε στην Πάτρα κι ένα άλλο παιδί τον Σταύρο Δημόπουλο και με συμμετοχή του Λάμπρου Καρελά, στην εταιρεία του Φαληρέα.

Τα τελευταία του Αγγελόπουλου

Πώς προέκυψε η συνεργασία με τον Μανώλη Αγγελόπουλο το 1988;
Όταν έφυγα στην Αμερική και δούλευα στο γνωστό μαγαζί το «Grecian Key», που είχε αναφέρει σ’ ένα δίσκο του κι ο Χάρρυ Κλυνν, περνούσε πολύς κόσμος από κει. Είχε έρθει ο Κώστας ο Καφάσης, που δεν τον ήξερα και ήταν πολύ καλό παιδί. Κάποτε πέρασε η Καίτη Γκρέυ, η οποία ήταν από τους ανθρώπους που τα θυμόταν όλα στα τραγούδια της, ακόμα και τις εισαγωγές και τις ανταποκρίσεις. Ήθελε λοιπόν να ακούσει τα τραγούδια όπως ήταν πριν πενήντα χρόνια. Τότε είχα ξαναπιάσει το μπουζούκι και μ’ έκοψε κρύος ιδρώτας... Κάποια στιγμή ήρθε και ο συγχωρεμένος ο Μανώλης, σπουδαίος τραγουδιστής, τον είχα παρακολουθήσει μερικές φορές… Το 1986 είχα γράψει το «Είσαι ολόκληρη η ζωή μου» ένα λαϊκό τραγούδι, για ένα δίσκο της γυναίκας μου της Άννας Φωτίου, που το παίζανε σε όλα τα μαγαζιά. Και μου ‘λεγε ο Μανώλης «ρε πιτσιρίκο, πες την αρχή εσύ, να μπω εγώ στο ρεφραίν». Δουλέψαμε λίγο καιρό εκεί, ο Μανώλης έκανε κάποια «εξτρά» και έφυγε...

Τότε μου ξανατηλεφώνησε ο Νταλάρας να κατέβω στην Ελλάδα γιατί είχε κάποια δουλειά. Και κατέβασα και το Νίκο τον Ζέρβα που έπαιζε πλήκτρα. Ο Νίκος ήταν μεγαλωμένος εκεί και δούλευε στα μαγαζιά. Είχαν και συγγένεια με τον Λευτέρη. Είπα λοιπόν του Γιώργου «να φέρω κι έναν κημπορντίστα;» Moυ λέει «μας κάνει;» «Και μας παρακάνει» του είπα. Κι έτσι ξεσήκωσα το Νίκο που ήταν χρόνια στην Αμερική και ήρθαμε εδώ. Τότε εμφανίστηκε ξανά ο Βαρδής, που ήθελε να κάνει μια δουλειά σ’ ένα μαγαζί δίπλα στον «Διογένη». Είχε την Κλεοπάτρα, τον Κώστα Γανωτή και τους Κατσιμιχαίους που για πρώτη φορά βγαίνανε μετά τον Νταλάρα και ήταν λίγο δύσκολο και περίεργο να πάνε σε μαγαζί. Εκεί είχε πάρει το Νίκο Ζέρβα και μπουζούκι τον Χρήστο Ζέρβα τον αδερφό του Λευτέρη. Έτσι και μετά από προτροπή των παιδιών και την πρόταση του Αντώνη αποφάσισα να πάω κι εγώ. Ένα βράδυ λοιπόν, εμφανίστηκε ο Μανώλης ο Αγγελόπουλος και μου λέει «θέλω να με βοηθήσεις». «Ότι θέλεις να το κάνω, ξέρεις πως σ’ αγαπάω και σ’ εκτιμάω» του είπα. «Θέλω να μου κάνεις μια δουλειά και να βάλουμε τον τίτλο “Είσαι ολόκληρη η ζωή μου”». «Αν σ’ αρέσει, πολύ ευχαρίστως να το κάνουμε» του απάντησα. Και μου δίνει ραντεβού στο Χίλτον. Λίγο πριν είχα κάνει ενορχήστρωση σ’ ένα δίσκο με τον Δημήτρη τον Κατοίκο, το «Ταξίδι» που είχε και δυο τραγούδια του Μπιθικώτση. Εκεί είχα βάλει και το Νίκο Ζέρβα. Πάντα όταν αναλάμβανα μια δουλειά την μοιραζόμουνα με άλλους. Το ίδιο πήγα να κάνω και με τον Μανώλη, δεν κοίταγα να εκμεταλλευτώ τη θέση μου και την οποιαδήποτε γνωριμία μου. Πήγαμε λοιπόν στο Χίλτον με το Νίκο, δεν είχα ξαναπάει εκεί και βλέπω έναν Μανώλη μ’ ένα λαμέ κοστούμι, πανέμορφος και δίπλα δυο-τρεις κυρίες με τσιγγάνικα ρούχα. Έμεινα άναυδος. Δεν είχε κανένα πρόβλημα. Και του είπα «σου βγάζω το καπέλο, είσαι φοβερός». Κι έτσι κάναμε την τελευταία δουλειά του. Μου είχε πει πως θα βάλει τον τίτλο από το δικό μου το κομμάτι. Πήραμε δυο ωραία τραγούδια του Δημήτρη Ρακιτζή, δυο τραγούδια του Σούκα, δυο του Νικολόπουλου, υπήρχε η «Μολυβιά» του Λευτέρη Ζέρβα, ένα κομμάτι του Βαρδή, ένα του Καλδάρα και με εμπιστευτήκανε όλοι για την ενορχήστρωση. Κάποια στιγμή γκρίνιαξε λίγο ο Χαψιάδης, που ήταν και κουμπάρος του Αγγελόπουλου για να μην μπει το δικό μου κομμάτι σαν τίτλος του δίσκου. Εγώ του είπα του Μανώλη «εγώ το κάνω επειδή σ’ αγαπάω και σ’ εκτιμάω. Το τι θα κάνεις και τι θ’ αποφασίσεις βρες το εσύ». Κι έτσι βγήκε αυτή η δουλειά με τίτλο «Έλληνας είμαι» που ήταν σε στίχους του Χαψιάδη…

Και τελικά, το «Είσαι ολόκληρη η ζωή μου, που ήταν η αφορμή για να ξεκινήσει αυτός ο δίσκος δεν μπήκε στο «Έλληνας είμαι» και συμπεριλήφθηκε το 1989, αφού είχε φύγει ο Αγγελόπουλος από τη ζωή, στη συλλογή «Όσο αξίζεις εσύ».
Δεν μπήκε αυτό κι ένα του Ρακιτζή που δεν είχε τελειώσει ο στίχος. Αυτά να φανταστείς πως δεν τα ’χω ακούσει ακόμα. Έμπαινε στο στούντιο ο Μανώλης και για να ηρεμήσει έλεγε κάτι «να, να να….». Είχαμε κάνει πολύ καλή δουλειά αλλά έφυγα για κάποιες συναυλίες με τον Νταλάρα και πήγε μέσα ο παραγωγός μαζί μ’ έναν ηχολήπτη και κάνανε μόνοι τους τη μίξη αν και αυτό που υπήρχε ήδη μέσα ήταν 100% καλό. Ο Μανώλης καθόταν σε μια γωνιά σταυροπόδι και ούτε ένα κιχ δεν έβγαζε. Μερικές φορές μ’ έπαιρνε όταν τελειώναμε το στούντιο μαζί του και πηγαίναμε βόλτες. Μια μέρα που γυρίζαμε προς τη Γλυφάδα πόναγε. Και μου είπε «πάμε να κάτσουμε σ’ ένα ξενοδοχείο να συνέλθω». Είχε εσωτερικούς πόνους αλλά δεν ξέραμε τι μπορεί να είναι. Και έβγαζε ένα μουγκρητό για να τον ηρεμήσει. Ένα «μμμμμμμ…» Έκατσε είκοσι λεπτά, ηρέμησε και φύγαμε. Δεν μου είπε τίποτα, τι μπορεί να προκύψει, ίσως να μην ήξερε, δεν ξέρω… Στη Θεσσαλονίκη παίχτηκε πολύ το «Την βαρέθηκε η ψυχή μου» σε όλα τα μαγαζιά. Πολλά τραγούδια παίζονται πρώτα στη Θεσσαλονίκη και μετά εμφανίζονται κάτω. Το έλεγα κι εγώ όταν είχα έρθει στη Θεσσαλονίκη, μαζί με την Άννα Φωτίου και την Ελένη Δήμου. Κι έτσι έκανε νέα καριέρα ο Μανώλης αλλά ήταν ατυχής στο θέμα της υγείας...

Ο Καζαντζίδης στις «Γειτονιές των ανθρώπων»


Το 1997 έπαιξες δίπλα στον Στέλιο Καζαντζίδη στην τηλεοπτική εκπομπή «Στις γειτονιές των ανθρώπων» της Σεμίνας Διγενή στη ΝΕΤ. Τι θυμάσαι απ’αυτές τις στιγμές;
Είχαμε κάνει μια εκπομπή στην ΕΤ-2 με την Τσαλιγοπούλου, τον Ανδρέου και τον Καραντίνη ο οποίος ήξερε την αδυναμία μου στον Καζαντζίδη. Όποτε ήμασταν με τον Νταλάρα και με τον Μάκη τον Μαυρόπουλο στα καμαρίνια παίζαμε τραγούδια του Στέλιου. Κάναμε διάφορες πατέντες κι έτσι φτιάξαμε και τη διασκευή του «Μανώλη» που παίξαμε το 1991 στο «Αττικόν». Ήμασταν με τον Αντύπα και τον Σπάθα και αρχίσαμε να παίζουμε ένας, ένας και διαμορφώθηκε σιγά, σιγά αυτό το πράγμα και το πήρε ο «θείος» και το έβαλε στο πρόγραμμα. Η πλάκα είναι πως όποτε κάναμε συναυλίες, φώναζε ο κόσμος τον «Μανώλη». Μου είπε λοιπόν ο Καραντίνης «θα σου κάνω ένα δώρο, μόλις τελειώσουμε την εκπομπή, θα πάμε κάπου». Και πήγαμε πάνω στους Θρακομακεδόνες, μπήκαμε μες στο μαγαζί και βλέπω έναν Καζαντζίδη μ’ ένα άσπρο πουκαμισάκι, είχε κάτσει στην άκρη του τραπεζιού, ήταν ο Σούκας, ο γιος του, ο Γιάννης ο Παλαιολόγου και ο Αντρέας ο Παππάς που έπαιζε κρουστά. Τι να παίξω τώρα; Πήρα την κιθάρα, έβαλα τα χέρια μου πάνω κι έβλεπα έναν άνθρωπο που ήταν είδωλο. Ήταν ότι καλύτερο μπορούσε να μου συμβεί. Είχα μείνει άναυδος. Να παίξω τα κομμάτια ή να ακούσω αυτό τον άνθρωπο; Μόνο που τραγούδησε ανατρίχιασα… Ήταν ξεχωριστός, φοβερός. Πέρασα απ’ όλους τους τραγουδιστές από λαϊκούς, από δημοτικούς, από βυζαντινούς αλλά μόλις άνοιγε το στόμα του ο Στέλιος… Και ήξερε τα πάντα. Θυμόταν τους τίτλους, τις χρονολογίες , τους στίχους, όλα… Όταν τελειώσαμε, συζητήσαμε λίγο και μας είπε «ελάτε όποτε θέλετε με τον Καραντίνη στο σπίτι να βρεθούμε». Αλλά δεν καταφέραμε να πάμε… Αυτό που με συγκίνησε είναι πως ήταν απλός. Kαι ήταν ένας «όγκος» τεράστιος. Πώς λέμε για τον Νταλάρα ότι επεμβαίνει στα τραγούδια; Αν ανατρέξεις στη δισκογραφία του Καζαντζίδη, ακούς διάφορα τραγούδια, στα οποία, όταν έμπαινε η φωνή, του διόρθωνε πολλά πράγματα. Έχω ακούσει και κακά, περίεργα τραγούδια από τον Καζαντζίδη, αλλά ο τρόπος που τραγουδούσε τα κάλυπτε όλα… Άλλαζε τα πάντα… Ο κόσμος δεν τα πολυκαταλαβαίνει αυτά.

Καζαντζίδης ή Μπιθικώτσης;

Για τον Μπιθικώτση ποια είναι η γνώμη σου;
Άλλο πράγμα ήταν ο Μπιθικώτσης κι άλλο ο Στέλιος. Δεν μπορεί να συγκριθεί το ένα με το άλλο. Σχολή η μία αλλά μεγάλη σχολή και η άλλη. Ο Μπιθικώτσης μπορεί να συνεργάστηκε περισσότερο με τον Θεοδωράκη, αλλά αυτά τα λίγα τραγούδια του Μίκη που είπε ο Καζαντζίδης τα τραγούδησε μ’ έναν τρόπο ανεπανάληπτο. Κι αυτό δεν διδάσκεται… Είναι η χροιά του, είναι η ψυχή του... Σ’ αυτούς τους τραγουδιστές και τους μουσικούς δεν μπορούσαν οι συνθέτες να υποδείξουν πώς θα τραγουδήσουν και πως θα παίξουν. Ναι μεν ο Θεοδωράκης και ο Χατζιδάκις έγραφαν αυτά που έγραφαν αλλά δεν μπορούσαν να πουν στον Καζαντζίδη πώς θα τραγουδήσει ή στον Χιώτη και στον Ζαμπέτα πώς θα παίξουν. Ο Νταλάρας, ας πούμε, είναι περισσότερο «φαν» του Μπιθικώτση…

Yπάρχουν σήμερα μουσικοί ισάξιοι των παλιών, όπως, κατά τη γνώμη μου, είναι ο Καραντίνης;
Ο Καραντίνης είναι «τρελαμένος», είναι φοβερό ταλέντο. Υπάρχουν μουσικοί σήμερα αλλά τότε ήταν διαφορετικά τα ακούσματα. Σήμερα το 90% της δισκογραφίας έχει ξένες και ανατολίτικες επιρροές, όλα έχουν να κάνουν μ’ ένα ξενικό ηχόχρωμα. Τότε μπαίνανε οι μουσικοί μέσα στο στούντιο και δημιουργούσανε. Εγώ που δεν διάβαζα, είμαι αυτοδίδακτος, αυτό που έβαζα περισσότερο ήταν η ψυχή μου, ο δικός μου τρόπος, έβαζα τον Χρήστο. Αν δεν βάζεις την ψυχή σου δεν διαμορφώνεται αυτό το πράγμα. Όλοι οι συνθέτες έπαιρναν ιδέες από τους μουσικούς. Κι ο Σαββόπουλος το έκανε. Δεν είναι κακό αυτό.

Και με Μαρινέλλα…

Εκτός από τον Καζαντζίδη, τα τελευταία χρόνια συνεργάστηκες και με την Μαρινέλλα.
H Mαρινέλλα είναι μια μεγάλη σελίδα για το χώρο μας. Συνεργάστηκα μαζί της αρχικά στις συναυλίες με τον Νταλάρα, σε δικές της συναυλίες, αλλά και στη σύμπραξή της με τον Αντώνη Ρέμο. Έχει φοβερή ενέργεια, είναι μεγάλη τραγουδίστρια, γι’ αυτό που τραγουδάει. Ήταν από τις πρώτες γυναίκες που σηκώθηκε από το πάλκο και φαντάζομαι πως του Καζαντζίδη δεν του άρεσε ιδιαίτερα αυτό. Βλέποντας δηλαδή από τη μια τον Στέλιο κι από την άλλη ένα κορίτσι που ήταν μες στην αναζήτηση, ήταν κάτι αντίθετο. Εγώ τη φώναζα «μάνα», ποτέ Μαρινέλλα…

«Τι γίνεται με τις παραγγελιές;»

Θέλω να σε ρωτήσω κάτι, αυτή τη φορά από την πλευρά ενός απλού ακροατή. Πόσο δύσκολο είναι για έναν μουσικό σε μια συναυλία, όταν έχει να παίξει ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα και ξαφνικά κάποιος από το κοινό κάνει μια παραγγελία, να ανταποκριθεί;
Κοίταξε, εγώ συνεργάστηκα μ’ έναν σημαντικό τραγουδιστή και άνθρωπο τον Γιώργο Νταλάρα. Τον εκτιμάω και τον αγαπάω και νιώθω ότι υπάρχει και από τη δική του πλευρά η εκτίμηση και μ’ αγαπάει και με σέβεται. Μέσα σ’ όλα αυτά τα χρόνια πέρασαν πολλοί μουσικοί. Εγώ παρέμεινα με τον Γιώργο. Ήταν επιλογή μου. Όταν παράτησα το μπουζούκι, δεν ήθελα να μπω στα λαϊκά μαγαζιά, που ήταν τότε σε άνοδο και είχαν και πολύ καλό μεροκάματο. Ερχόταν οι μουσικοί, έφευγαν, εγώ έπρεπε να κάνω πρόβα το «Χελιδόνι», ξανά το «Χελιδόνι», ξανά το «Χελιδόνι». Ήταν όμως επιλογή μου. Καμιά φορά την κοπάναγα και πήγαινα στα μαγαζιά και μού ’λεγε o Γιώργος «να ’ρθω να κάνω τον ηχολήπτη;» Και του λέω «βάλε ένα μουστακάκι, ένα καπέλο κι έλα να μας κάνεις τον ήχο…» (γέλια). Όταν λοιπόν είσαι μ’ έναν τραγουδιστή για πολύ καιρό μαθαίνεις τα τραγούδια του. Ο Γιώργος βέβαια έχει ένα τεράστιο ρεπερτόριο, πάνω από 1.000 τραγούδια, δεν τα ήξερα όλα, ήξερα όμως πολύ μεγάλο μέρος. Όπως κι ο Μάκης ο Μαυρόπουλος. Ζητούσε λοιπόν κάποιος ένα τραγούδι κι ο Γιώργος έλεγε «πάμε ρε ματζόρε» δεν έλεγε τίτλο κι έμεναν όλοι σύξυλοι. Τι σημαίνει «ρε ματζόρε»; Πόσα τραγούδια υπάρχουν από ρε ματζόρε; Εγώ λόγω αντίληψης και συνήθειας είχα μάθει. Κι έμπαινε ο Μάκης, έμπαινα κι εγώ και ο Γιώργος. Το κακό των μουσικών είναι αυτό. Να μην ξέρουν το ρεπερτόριο του τραγουδιστή. Ερχόταν κάποιοι μουσικοί που δεν ήξεραν όλα τα τραγούδια του. Μπορεί να είχαν μεγάλο ρεπερτόριο, όμως αυτό του Γιώργου είναι αλλιώς. Κι εκείνος ασυναίσθητα πολλές φορές έλεγε ένα «Ντο» ή ένα «Λα ματζόρε»… Και «πελάγωναν» πολλοί μ’ αυτό. Ο Γιώργος βέβαια συχνά κοιτάει πάνω στη σκηνή τι θα κάνει και αδιαφορεί για τον κόσμο. Δεν το λέω με κακή έννοια. Απλά έχει στο νου του πώς θα παίξει με τους μουσικούς, τι θα κάνει με τον ήχο, αγχώνεται και παίζει, γίνεται ένα παιδί στην κυριολεξία. Έχουμε περάσει φοβερές στιγμές…

Εστουδιαντίνα Νέας Ιωνίας

σάρωση0031
Τα τελευταία χρόνια συμμετέχεις και σε συναυλίες της Εστουδιαντίνας Νέας Ιωνίας. Πώς είναι αυτή η συνεργασία;

Είναι νέα παιδιά και εκπληκτικοί μουσικοί. Ο Γκουβέντας στο βιολί, ο Κατσιγιάννης στο σαντούρι, ο Νίκος ο Μέρμηγκας με το λαούτο, ο Παντελής ο Μπεκιαρόπουλος με το μπουζούκι. Ο κόσμος τους αγκάλιασε και έχουν την αποδοχή που έχουν. Είναι αξιέπαινοι για τον τρόπο που το στήσανε και δεν έχουν καταναλωθεί. Θα πρέπει όμως, κατά τη γνώμη μου, να παρουσιάζουν περισσότερο τις δουλειές τους. Nα βγαίνουνε πιο πολύ στον κόσμο παρουσιάζοντας κι άλλα πράγματα…

Η άγνωστη δισκογραφία…

Γυρνώντας στις δισκογραφικές δουλειές σου και ανατρέχοντας στον «Οδηγό ελληνικής δισκογραφίας» του Πέτρου Δραγουμάνου, βλέπω πως το 1991 γράφεις στη WEA έναν δίσκο με τίτλο «Γύρνα πίσω», σε στίχους Ανδρέα Σπυρόπουλου, μ’ έναν δημοτικό τραγουδιστή το Νίκο Τρομάρα. Τι περιέχει αυτή η δουλειά;
Το Νίκο Τρομάρα τον ήξερα χρόνια. Μ’ αυτή τη δουλειά με το συγχωρεμένο τον Ανδρέα Σπυρόπουλο, με τον οποίο κάναμε πολύ παρέα μετά, προσπάθησα να φέρω το Νίκο και σε λίγο πιο λαϊκούς χώρους. Ο Νίκος είχε κάνει με τον Σούκα επιτυχίες και δούλευε στα δημοτικά. Μπορεί να μην ήταν γνωστός στην Αθήνα, ήταν όμως στην επαρχία λόγω των πανηγυριών. Κι αυτό σήμαινε ότι πουλάει. Δυστυχώς όμως ατύχησε αυτός ο δίσκος γιατί ο Στέλιος ο Φωτιάδης που είχε την εταιρεία, ενώ μου είπε πως θα τον έβαζε μαζί με τη Γλυκερία στη διανομή, δεν έβγαλε ούτε έναν δίσκο. Στην Ομόνοια δεν υπήρχε ούτε ένας δίσκος του. Και χάθηκε…

Την ίδια χρονιά κάνεις κι ένα δίσκο με την Άννα Φωτίου με τίτλο «Μέλι και φωτιά» και πάλι σε στίχους Ανδρέα Σπυρόπουλου, στη Minos αυτή τη φορά.
Εκείνη την εποχή είχε λήξει το συμβόλαιο της Άννας στη Minos. Το 1994 κάναμε και μια δουλειά στην BMG, με τίτλο «Ποιας γυναίκας φιλί» με τραγούδια δικά μου αλλά και άλλων συνθετών. Εκεί με βοήθησε και ο Άκης ο Γκολφίδης που ανέλαβε την παραγωγή.

Mια ακόμη άγνωστη δουλειά είναι το 1999, με τίτλο «Να θυμάσαι είμαι εδώ» σε στίχους Γιώργου Λεκάκη με τραγουδιστή τον Βασίλη Φωτόπουλο.
Είναι μια δουλειά που κι αυτή ατύχησε. Ο Φωτόπουλος ήταν ωραίος τραγουδιστής, Θεσσαλονικιός. Ο μπαμπάς του ήταν ψάλτης από τους πολύ καλούς. Ενώ είχαμε έτοιμη την δουλειά, ο Βασίλης είχε μια πρόταση να κάνει μια δουλειά σε παραγωγή του Σταμάτη Κραουνάκη (σ.σ. Τάσου Λένη «Η ναυμαχία της Σαλαμίνας» -1999) και του είπα να την κάνει και να βγάλουμε τη δική μας μετά. Όταν τη βγάλαμε, έκλεισε η Ria Music, που ήταν η εταιρεία του Άκη Γκολφίδη κι έτσι χάθηκε και αυτή.

«Χρώματα και αποχρώσεις»

Xromata kai apoxroseis
Θα ήθελα μας δυο λόγια και για τον δεύτερο δίσκο στον οποίο τραγουδάς ο ίδιος, το «Χρώματα και αποχρώσεις» που κυκλοφόρησε το 1993 από την «Έβδομη Διάσταση».

Το 1991 που δουλεύαμε στο «Αττικόν» με τον Νταλάρα και τον Παπακωνσταντίνου, ένα βράδυ ήρθε ένας στιχουργός, ο Γιάννης ο Μπαγουλής, με τον οποίο μας σύστησε ο Ανδρέας ο Καραχάλιος και μου έδωσε το υλικό του. Είχε περάσει καιρός από την πρώτη δουλειά που έκανα. Όλο αυτό το διάστημα προσπαθούσα να κάνω ένα γκρουπ με όλους τους Ζερβαίους. Ήταν ωραία ιδέα αυτή, πάλεψα αλλά τα παιδιά δεν μπορούσαν να τα βρουν μεταξύ τους, δυστυχώς. Το ήθελε κι ο Νταλάρας, η Χαρούλα οι εταιρείες, εγώ έστειλα στο εξωτερικό demo με κάποια οργανικά που κάναμε. Όλοι έδειξαν ενδιαφέρον αλλά τελικά χάλασε αυτό και μού ‘κοψε τα φτερά στο να βγω και να ξαναπαρουσιάσω κάτι άλλο. Έτσι έγραψα αυτά τα τραγούδια. Είχα κάνει βέβαια και κάποια άλλα σκόρπια, είχα κάνει τα δημοτικά, τα οποία τα έπαιξα και ζωντανά δυο φορές και κάνανε μεγάλη εντύπωση, μερικές ενορχηστρώσεις αλλά εμένα αυτό που μ’ έκαιγε ήταν να βγω να τραγουδήσω, να παρουσιάσω τα τραγούδια μου και να παίξω βέβαια. Γιατί, κακά τα ψέματα, όταν βλέπεις τον Νταλάρα τον ζηλεύεις, με την καλή έννοια, θες να μπεις σ’ αυτό το χώρο, να παίξεις και να δημιουργήσεις. Γι’ αυτό τον δίσκο λοιπόν είχα μιλήσει με τον Νταλάρα, αλλά εκείνος ενδεχομένως είχε στο μυαλό του να με πάει κάπου αλλού. Να μου βρει άλλα τραγούδια, να με βοηθήσει. Όταν όμως είσαι και δημιουργός λες «αυτό το γέννησα εγώ, δεν ξέρω βέβαια αύριο τι θα ξημερώσει…» Και δεν δέχτηκα να μπει ο Νταλάρας παραγωγός και έβαλα τον Άκη τον Γκολφίδη. Κάναμε αυτή τη δουλειά, το ήθελαν οι εταιρείες, εγώ αποφάσισα να πάω σε μια νέα εταιρεία, πιστεύοντας πως θα την προβάλλει και θα την προωθήσει, αλλά μετά από έξι μήνες, ενώ ήταν να κάνουμε τρία videoclips και 15.000 δίσκους τοποθέτηση, μου έκανε μόνο ένα clip, το «Χρώματα και αποχρώσεις». Μου άρεσε ο στίχος, ήταν κοινωνικός και τα θέματά του ήταν σημερινά. Είχαν αρκετές αλήθειες. Στην ενορχήστρωση δεν μπήκα τόσο πολύ, έδωσα πέντε κομμάτια στον Κώστα Γανωσέλλη και έξη στο Νίκο Ζέρβα, οι οποίοι είναι εκπληκτικοί μουσικοί. Έλεγα βέβαια κι εγώ τη γνώμη μου. Ίσως τελικά οι ορχήστρες να ήταν πολύ μεγάλες, ίσως να χρειαζόταν κάτι πιο μοναχικό από θέμα ήχου. Έκλεισε και η εταιρεία, δεν βγήκα να τα παρουσιάσω και να τα στηρίξω κι αυτό με καθήλωσε…

Ποια από τις ιδιότητές σου θα έβαζες πιο πάνω; Του μουσικού, του συνθέτη ή του τραγουδιστή;
Όλα είναι σημαντικά. Και το μουσικό και το τραγουδιστικό μέρος. Αλλά αλλιώς είναι να παίζεις και τα δικά σου πράγματα…

Σήμερα, εκτός από τη συμμετοχή σου στις συναυλίες του Γιώργου Νταλάρα και σε διάφορα σχήματα, ετοιμάζεις κάτι άλλο;
Όλα θα διαμορφωθούν με το χρόνο. Προσπαθώ να γίνουν όλα τέλεια, γιατί όταν έχεις συνεργαστεί με τον Νταλάρα ο πήχης είναι πολύ ψηλά. Και υπάρχει πολύ καλή διάθεση και καλή παρέα. Γιατί τελικά για όλα τα πράγματα χρειάζεται η καλή παρέα…

- Πρωτοδημοσιεύθηκε στο τεύχος Νο 8 του περιοδικού «Όασις» τον Απρίλη του 2009. Σήμερα αναδημοσιεύεται με αποσπάσματα που αφαιρέθηκαν τότε, λόγω της χωρητικότητας του περιοδικού.

Video

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!