Γεράσιμος Ανδρεάτος – Η 30χρονη πορεία του στο ελληνικό τραγούδι

«Αισθάνομαι περήφανος για αυτά που έχω τραγουδήσει».
Συνέντευξη ποταμός του Γεράσιμου Ανδρεάτου διανθισμένη με video και τραγούδια από την 30χρονη πορεία του στο ελληνικό τραγούδι…

30 χρόνια τραγούδι


Στις 2 Οκτωβρίου 1962 γεννήθηκε στην Αθήνα ο Γεράσιμος Ανδρεάτος. Με αυτή την αφορμή σκέφτηκα σήμερα να «επαναφέρω» μια μεγάλη συνέντευξη που μου παραχώρησε τον Οκτώβρη του 2008 στη Θεσσαλονίκη (όπου βρέθηκε για ένα αφιέρωμα στον Σταύρο Κουγιουμτζή), στην οποία αναφέρθηκε αναλυτικά στην πορεία του στο ελληνικό τραγούδι…

Ο Γεράσιμος Ανδρεάτος μοιράστηκε μαζί μας λεπτομέρειες από τις συνεργασίες του με τα σημαντικότερα ονόματα της ελληνικής μουσικής, σκέψεις, ανησυχίες και όνειρα για το μέλλον, άλλοτε με χιούμορ κι άλλοτε… σιγοτραγουδώντας…

Παιδικά χρόνια και Σταύρος Κουγιουμτζής


Γεράσιμε σε βρίσκουμε στη Θεσσαλονίκη με την ευκαιρία του αφιερώματος στο Σταύρο Κουγιουμτζή, που πραγματοποιείται αυτές τις μέρες στη μουσική σκηνή «Αίγλη». Σ’ αυτό το αφιέρωμα εκτός από σένα συμμετέχουν ο Μανώλης Χατζημανώλης και η Μαρία Κουγιουμτζή. Θα ήθελες, ξεκινώντας, να μας πεις δυο λόγια γι’ αυτό τον μεγάλο δημιουργό;

Τα τραγούδια του Σταύρου του Κουγιουμτζή τα γνώρισα από μικρό παιδάκι. Μόλις κυκλοφορούσαν, γίνονταν αμέσως μεγάλες επιτυχίες και γέμιζαν με ήχους και εικόνες τα ραδιόφωνα και την καρδιά μου. Με επηρέαζαν πάρα πολύ όταν ήμουν μικρό παιδί. Ήταν εκείνη η εποχή που όλα αυτά τα ακούσματα του υπέροχου ελληνικού τραγουδιού, που τότε κατείχε την πρώτη θέση στα ραδιόφωνα, στα μέσα προβολής και στις καρδιές του κόσμου, με κατέκτησαν και μένα. Έχοντας κι έναν πατέρα που αγαπούσε τη μουσική, που τραγουδούσε πάρα πολύ ωραία και που, στην Κεφαλλονιά απ’όπου ήταν η καταγωγή μου, έστηναν χορωδίες και έλεγαν τις καντάδες, έχω μάθει πάρα πολλά τραγούδια μ’ αυτό τον παραδοσιακό τρόπο. Η μουσική λοιπόν δεν έλειπε ποτέ από το σπίτι. Είχαμε ένα μεγάλο μαγνητόφωνο με μπομπίνες και με πολλές ταινίες απ’αυτές που είναι γραμμένες σε πολλά κανάλια, αν τις ξέρεις…

Βεβαίως κι εγώ με μπομπίνες μεγάλωσα, είχε κι ο δικός μου ο πατέρας. Μια ταινία μεγάλη είχε διάρκεια μέχρι 8 ώρες…
Είδες λοιπόν, δεν είναι τυχαία κάποια πράγματα. Η καταγωγή είναι κοινή. Γέμιζε λοιπόν η ψυχή μου με ήχους. Μέσα σ’ αυτούς τους ήχους ήταν και  τα τραγούδια του Σταύρου Κουγιουμτζή τα οποία μου έκαναν εντύπωση, μικρό παιδί τότε και μάλιστα χωρίς να ξέρω τι γίνεται ακριβώς. Εγώ τ’ άκουγα όλα μαζί σαν να είναι σύγχρονα. Τα τραγούδια δηλαδή του Τσιτσάνη, του Βαμβακάρη, του Παπαιωάννου, τα οποία είχαν βγει πάρα πολλά χρόνια πριν, μαζί με τραγούδια του Κουγιουμτζή κλπ, τα άκουγα μαζί και δεν καταλάβαινα ότι αυτά είναι πιο παλιά και πόσο πιο παλιά. Σιγά, σιγά όμως, μεγαλώνοντας, άρχισα να καταλαβαίνω ότι αυτά τα τραγούδια του Κουγιουμτζή, του Ζαμπέτα και κάποιων άλλων σπουδαίων δημιουργών είναι η συνέχεια των άλλων, των παλιών, των καλών. Αυτό το πράγμα άρχισε να με γεμίζει με αισιοδοξία και να με κάνει ακόμα πιο πολύ να θέλω να ασχοληθώ με τη μουσική και να φτάσω κι εγώ κάποια στιγμή να ασχοληθώ με τη συνέχεια της συνέχειας... Ο Γιώργος ο Νταλάρας έκανε τότε το μεγάλο «μπαμ» με αυτά τα τραγούδια που τα ’χει τραγουδήσει καταπληκτικά. Τα τραγούδια είναι σαν το δημιουργό τους. Είναι γεμάτα ειλικρίνεια, γεμάτα διαφάνεια, γεμάτα αξιοπρέπεια, φιλότιμο και γεμάτα εικόνες…

Π.χ.: «Απ’το τζάμι δες που βρέχει στην αυλίτσα τη μικρή, το γεράνι κάτι έχει πάρ’το μέσα μη βραχεί». 

Γεμάτα τρυφερότητα, ευαισθησία, ευγένεια, πράγματα που για μένα είναι οι σημαντικότερες αρετές που πρέπει να ’χει ένας άνθρωπος για να λέγεται άνθρωπος. Αυτά λοιπόν τα τραγούδια είναι στην πρώτη γραμμή στην ψυχή μου και στις προτιμήσεις μου, μαζί και με άλλα βέβαια, και δεν είναι πέντε ή δέκα. Είναι αρκετά. Είναι πάρα πολλά. Τώρα με αφορμή το αφιέρωμα στο Σταύρο Κουγιουμτζή στην «Αίγλη» που τα είδα μαζεμένα, είδα ότι είναι πάρα πολλά. Είχαμε δυσκολία δηλαδή στο ποια θα αφήσουμε έξω, γιατί δεν χωρούσαν σε μια ολόκληρη βραδιά…Είχα τραγουδήσει και παλιότερα σε μια συναυλία στο Βασιλικό Θέατρο της Θεσσαλονίκης. Τον είχα γνωρίσει και ενώ πολλές φορές έχει τύχει να γνωρίσω κάποιους ανθρώπους και να απογοητεύομαι από την προσωπικότητά τους σε σχέση μ’ αυτό που ξέρω απ’τα τραγούδια τους, ο Κουγιουμτζής είναι ακριβώς το αντίθετο. Ένας άνθρωπος προσγειωμένος, αξιοπρεπής, τίμιος, καλωσυνάτος, ευγενής και τελικά στο ύψος των δημιουργιών του. Έτσι όπως θα ’πρεπε να είναι όλοι. Αυτό είναι ο Κουγιουμτζής.

Τα πρώτα βήματα


Ανέφερες προηγουμένως την Κεφαλλονιά… Εκεί γεννήθηκες ή απλά είναι η καταγωγή σου από το νησί;
Όχι γεννήθηκα στην Αθήνα. Ο πατέρας μου ήταν από κει και η μητέρα μου από την Ικαρία.

Στα ακούσματά σου υπήρχαν οι καντάδες και τα ιταλικά τραγούδια, λόγω της καταγωγής σου από την Κεφαλλονιά;
Ναι, αν και η μουσική παράδοση της Κεφαλλονιάς και των Επτανήσων δεν είναι οι καντάδες. Αυτά είναι ενετικά απομεινάρια, κατάλοιπα…Τα παραδοσιακά τραγούδια είναι μπάλοι και άλλα παρόμοια με βιολί και λαούτο, σαν τα τραγούδια από τα νησιά του Αιγαίου. Έχουν μια διαφοροποίηση από τα Κερκυραίικα κλπ, αλλά αυτά είναι τα παραδοσιακά…

Είναι πιο κανταδόρικα ίσως;
Όχι, όχι κανονικά. Ας πούμε:

(τραγουδάει): «Δυο ήλιοι δυο φεγγάρια θα βγούνε σήμερα ,
το ’να στο μάγουλό σου, τ’ άλλο στα σύννεφα», κάπως έτσι…

Τέτοια λοιπόν, μπάλοι κανονικοί… Ίσως λίγο πιο «ματζόρε»… Δεν έχουν τόσο πολύ εκείνο το παράπονο που υπάρχει στο Αιγαίο με το «μινόρε» που έρχεται από τη Μικρά Ασία, από την Ιωνία… Αλλά αυτά είναι τα παραδοσιακά… Θεωρούνται πια παραδοσιακές και οι καντάδες. Γιατί τόσα χρόνια ο κόσμος είναι «ζυμωμένος» μ’ αυτά τα τραγούδια με πάρα πολύ ωραίες μουσικές και πάρα πολύ ωραίους στίχους. Εγώ τις έχω αγαπήσει πολύ τις καντάδες γιατί μεγάλωσα βλέποντας αγαπημένους μου ανθρώπους, παππούδες με στριφτά μουστάκια και τον πατέρα μου μαζί μ ’αυτούς και θείους, μπαρμπάδες κλπ να κάθονται κάτω απ’ την κληματαριά και να πίνουν τη «ρομπόλα», το τοπικό τους κρασί, απ’ τα αμπέλια του θείου μου και να τραγουδάνε μέχρι το ξημέρωμα… Δε σταματάγανε το τραγούδι. Πίνανε και τραγουδούσανε μέχρι το ξημέρωμα κι αυτό γινότανε συνέχεια τα καλοκαίρια που πηγαίναμε στην Κεφαλλονιά. Αυτό μ ’έχει σημαδέψει και θεωρώ κορυφαία στιγμή αυτή τη συνεύρεση και επικοινωνία των ανθρώπων.

«Ρομπόλα» είπες πριν. Τι ξεχωριστό έχει αυτό το κρασί;
«Ρομπόλα» ναι. Aυτό είναι άσπρο κρασί, μια ιδιαίτερη ποικιλία της Κεφαλλονιάς, πολύ ωραία. Αρωματικό κρασί, με λεπτή, φίνα γεύση…

Πότε ξεκινάς επαγγελματικά να παίζεις μπουζούκι;
Ξεκίνησα από μικρός να παίζω μπουζούκι, από πιτσιρικάκι. Είχα ζητήσει από τον πατέρα μου να μου πάρει μια κιθάρα στην αρχή και μετά, όταν πήγα πρώτη γυμνασίου, του είπα  «αυτό το όργανο θέλω να μου πάρεις» και του ‘δειξα το μπουζούκι. Μου πήρε ένα μπουζούκι, ωραίο για μαθητή, πάρα πολύ ωραίο μπουζουκάκι, το οποίο το ’χω ακόμα και σήμερα και παίζει μια χαρά. Έκατσα κι έμαθα λοιπόν, μόνος μου, αυτοδίδακτος. Στη συνέχεια είχα κάποιους δασκάλους, με κορυφαίο το Θέμη τον Παπαβασιλείου. Αφού είχα ξεκινήσει να παίζω και να τραγουδάω επαγγελματικά πήγα και ζήτησα τα «φώτα» του, γιατί ήθελα να προχωρήσω κι άλλο, δε μ ’έφτανε αυτό που είχα καταφέρει μόνος μου. Με βοήθησε πάρα πολύ, μ’ έμαθε να γράφω και να διαβάζω μουσική…

Έχω ακούσει το όνομα του Θέμη Παπαβασιλείου από πολλούς μουσικούς. Από τον Μανώλη Καραντίνη, αλλά κι από άλλους. Πρέπει να είναι πολύ καλός δάσκαλος…
Κι ο Θανάσης ο Βασιλάς και πολλοί από τους καλούς και διακεκριμένους σήμερα μπουζουξήδες ήταν μαθητές του Θέμη. Ο ίδιος όμως δεν είναι ευρέως γνωστός, όπως ήταν ο Θόδωρος Δερβενιώτης, ας πούμε, που είχε και σχολή μουσικής.

Είναι αποκλειστικά αυτή η δουλειά του; Ή έχει κάνει κι άλλα πράγματα γύρω από τη μουσική, που δεν έτυχε να γίνουν γνωστά;
Αυτό κάνει. Διδάσκει μουσική. Και τη διδάσκει μ’ έναν ιδιαίτερο, ξεχωριστό, δικό του τρόπο. Πολλές φορές δεν πιάνει καθόλου το μπουζούκι. Σου λέει κι εσύ κάνεις. Είναι ένας πολύ πνευματώδης κι έξυπνος άνθρωπος κι έχει εφεύρει και δικές του μεθόδους και βοηθάει πάρα πολύ.

Πώς τον γνώρισες;
Όταν ο Χάρης και ο Πάνος Κατσιμίχας έπαιζαν με το Γιώργο Νταλάρα στο «Περοκέ», πήγα για να δω την παράσταση. Στο τέλος βρήκα τον Χρήστο τον Νικολόπουλο που έπαιζε μαζί τους και του ζήτησα να μου κάνει κάποια μαθήματα στο μπουζούκι. Εκείνος μου είπε πως δεν κάνει μαθήματα και μου σύστησε το Θέμη…

Χάρης και Πάνος Κατσιμίχας


Η πρώτη επίσημη δισκογραφική σου εμφάνιση γίνεται παίζοντας μπουζούκι και κάνοντας φωνητικά με το Χάρη και τον Πάνο Κατσιμίχα στο «Ζοοm» στις παραστάσεις του Μάνου Χατζιδάκι, το 1988. Στο δίσκο «Στο Σείριο υπάρχουνε παιδιά» ακούγονται τα «Νύχτωσε νύχτα» και «Κορίτσια της συγγνώμης» απ’ αυτές τις παραστάσεις.
Μπράβο… Αυτή είναι και η πρώτη φορά που παρουσιάζομαι επίσημα στα μουσικά δρώμενα. Άκου λοιπόν πως έγινε η γνωριμία μας. Λίγο πριν απολυθώ από φαντάρος, βρέθηκα μ’ένα φίλο μου, τον Γιάννη τον Πασπαλιάρη που ήμασταν μαζί στρατιώτες, στο Μπραχάμι, στον Άγιο Δημήτριο δηλαδή, να παίζουμε κιθάρα και μπουζούκι σ’ ένα μαγαζί στο «Ρεμούτσικο» κι ήταν εκεί κι οι Κατσιμίχες. Αυτός τους ήξερε γιατί ήταν γείτονάς τους και μου είπε πως «αυτά τα παιδιά γράφουνε πάρα πολύ καλή μουσική». Δεν είχαν γίνει ακόμα γνωστοί.

Πότε έγινε αυτό;
Αυτό ήταν το 1983.

Πριν βγάλουν τον πρώτο δίσκο τους…
Πριν βγάλουν το δίσκο. Παίξαμε λοιπόν εμείς, ήρθαν και μας πλησίασαν τα παιδιά και μας μίλησαν με πάρα πολύ θερμά λόγια. Εκεί έγινε η γνωριμία μας. Στη συνέχεια ο Πάνος δούλεψε σ ’ένα μαγαζί που λεγόταν «Ανώγειο» στην Τερψιθέα  Γλυφάδας, μαζί με άλλα τρία παιδιά. Εκεί λοιπόν με πήγε ο Γιάννης. Ένα βράδι  πήγα με μια παρέα λέγοντάς τους  «θα σας πάω σ ’ένα πολύ ωραίο μαγαζί». Το σχήμα ήταν ο Πάνος Κατσιμίχας, ο Ηρακλής Κοντός και ο Αντώνης Μωραΐτης. Εκείνο το βράδι είχε αρρωστήσει ο μπουζουξής τους ο οποίος ήταν γεωπόνος. Είχε χτυπήσει το χέρι του. Ήθελε να εγκαταλείψει και τη νύχτα… Οπότε μου λέει ο Πάνος «πού είναι το μπουζούκι, φέρε το μπουζούκι». Πήγα σπίτι τρέχοντας, έπαιξα, έγινε η βραδιά κανονικά και μου έκανε πρόταση το αφεντικό. Δούλεψα λοιπόν με το πρώτο μου σχήμα το 1985. Παίξαμε μια σαιζόν ολόκληρη στο «Ανώγειο» στην Τερψιθέα Γλυφάδας.

Ποιο ήταν το ρεπερτόριο τότε; Τι παίζατε; Είχατε και λαϊκά τραγούδια στο πρόγραμμα;
Ναι, ο Πάνος λαϊκά τραγουδούσε. Ξέρεις τι ωραίος λαϊκός τραγουδιστής είναι ο Πάνος; Κι έπαιζε και κιθάρα, έπαιζε ντέφι, φυσαρμόνικα. Στην αρχή λέγαμε κάποια τραγούδια του Χατζιδάκι, κάναμε ένα πιο έντεχνο πρόγραμμα και μετά λέγαμε λαϊκά και ρεμπέτικα. Τραγουδούσε ο Πάνος πάρα πολύ ωραία το «Παραπονιάρικο», τραγουδούσε το «Σαν βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί»… Το «Απόψε είναι βαριά» του Μητσάκη, ξέρεις τι ωραίος τραγουδιστής είναι; M’ «έφτιαχνε»… Αυτή ήταν η πρώτη μου δουλειά λοιπόν. Το καλοκαίρι πήγαμε στην Ολλανδία και δουλέψαμε σε κάποια ελληνικά μαγαζιά με το σχηματάκι αυτό. Μάλιστα έχω και μια κασέτα γραμμένη σ’ ένα υπόγειο studio. Μας είχε γράψει ένας Ολλανδός…

Αυτό είναι ντοκουμέντο!!!
Πολύ ωραίο, τραγουδάμε και παίζουμε όλοι μαζί. Μετά τα παιδιά έκαναν τον πρώτο τους δίσκο, τα «Ζεστά ποτά» και με πήραν σε κάποιες εκπομπές μαζί τους και στη συνέχεια σε μια πολύ ωραία περιοδεία που έγινε το καλοκαίρι, το ’87-’88 περίπου  με τη Γαλάνη και την Αρβανιτάκη. Εγώ έπαιζα μπουζούκι κι έλεγα κι ένα τραγούδι στο δεύτερο μέρος και τους έκανα και φωνητικά.

Έλεγες ένα συγκεκριμένο τραγούδι κάθε φορά ή το άλλαζες;
Ναι ήταν το «Δυο πόρτες έχει η ζωή». Και έπαιζα και μπουζούκι. Κάναμε μια πολύ καλή περιοδεία εκείνο το καλοκαίρι.

Εκείνη την εποχή η μόνη σου ενασχόληση ήταν αυτή ή δούλευες και κάπου αλλού;
Τότε δούλευα στην αμερικανική βάση, όταν ήταν ακόμη στο Ελληνικό, ως πολιτικό προσωπικό. Δούλευα το μισό οχτάωρο και με βόλευε αυτό γιατί εκείνο τον καιρό πήγαινα στο Θέμη τον Παπαβασιλείου και μελετούσα πολλές ώρες την ημέρα. Τότε δούλευα στο «Ανώγειο» στο μαγαζί αυτό που σου είπα με τα παιδιά. Στη συνέχεια όταν κάνανε αυτές τις συναυλίες και με πήρανε μαζί τους με τη Γαλάνη και την Αρβανιτάκη, ήταν η πρώτη φορά, μετά από δυόμιση χρόνια που δούλευα στην αμερικανική βάση, που μπόρεσα να πω ότι από δω και πέρα στηρίζομαι επαγγελματικά μόνο στη δουλειά αυτή που αγαπώ. Δήλωσα παραίτηση κι έφυγα κι από τότε κάνω αυτή τη δουλειά και είμαι πολύ ευγνώμων κι ευχαριστώ το Θεό που με αξιώνει και ζω απ’ αυτό που τόσο πολύ αγαπάω και που ποτέ δεν το θεώρησα δουλειά, με την έννοια της πίεσης, ότι τώρα πρέπει να σηκωθώ να πάω στη δουλειά κλπ. Όπως θυμάμαι, ας πούμε, ότι δούλευα μόνο τέσσερις ώρες στην αμερικανική βάση αλλά μου φαινότανε, πώς να σου πω… Όλες οι ώρες πού ’χω παίξει κι έχω τραγουδήσει δεν συγκρίνονται ούτε με μισή ώρα από την άλλη δουλειά. Δεν έχει καμία σχέση. Αυτό που αγαπάω δεν το βλέπω σαν δουλειά και γι’ αυτό θεωρώ τον εαυτό μου πάρα πολύ τυχερό που μπορώ και ζω από κάτι που τόσο πολύ αγαπάω. Από τότε λοιπόν ξεκίνησα να δουλεύω επαγγελματικά σαν μουσικός και τραγουδιστής μαζί σε διάφορα μαγαζιά.

Ακούσματα, «Διαβολάκος», Θεοδωράκης και τραγουδοποιοί

Τα ακούσματά σου όλα αυτά τα χρόνια εντοπίζονται μόνο στο χώρο του λαϊκού τραγουδιού;
Ναι, λαϊκό τραγούδι και δημοτικά τραγούδια βέβαια, μ’ αρέσανε πάρα πολύ τα δημοτικά. Αλλά και λαϊκό στο «φουλ»… Παλιά και νεότερα. Είμαι λάτρης όλων των σπουδαίων λαϊκών τραγουδιστών, του Καζαντζίδη, Μπιθικώτση, Γαβαλά, Αγγελόπουλου, Περπινιάδη και του Στράτου Διονυσίου… Σπουδαίος τραγουδιστής… Αλλά και όλων των υπολοίπων. Του Μιχάλη Μενιδιάτη, του Ζαγοραίου και των σπουδαίων γυναικείων φωνών. Γιώτα Λύδια, Σωτηρία Μπέλλου, Πόλυ Πάνου, Ρίτα Σακελλαρίου… Θα μπορούσα να λέω μισή ώρα ονόματα… Και είχα και ιδιαίτερες αγάπες. Στον Παναγιώτη Μιχαλόπουλο, ας πούμε…

Έκανες και μια επανεκτέλεση του «Διαβολάκου» στο δίσκο «Και τραγούδια και άσματα-13 λαϊκά γλυκοσέρτικα» το 2003.
Ναι, το είπα γιατί μου το ζήτησε ο Πάρης ο Μήτσου. Εγώ δεν ήθελα να το πω, με την έννοια ότι δεν θα ’θελα να το αγγίξω. Γιατί έτσι κι αλλιώς δεν πρόκειται να το βάλω ποτέ να το ακούσω με μένα. Πάντα τ' ακούω με το Μιχαλόπουλο. Έτσι μεγάλωσα…

Στη συνέχεια, φαντάζομαι πως θα άκουγες και τη νεότερη γενιά τραγουδιστών…
Οι αδερφοί Κατσιμίχα έπαιξαν πολύ μεγάλο ρόλο στη διαμόρφωσή μου σαν προσωπικότητα και σαν γούστο και αισθητική. Μ' έμαθαν να ακούω με ταπεινότητα και να δέχομαι την οποιαδήποτε μουσική, φτάνει να έχει μια αισθητική και να είναι παιγμένη επειδή υπάρχει αληθινή ανάγκη για έκφραση. Κι έτσι διευρύνθηκε ο κύκλος των ακουσμάτων μου και άρχισα να ακούω και άλλου είδους μουσική, όχι τόσο ξένη αλλά ακόμα και ξένη, αν ήταν κάτι πολύ ωραίο. Και σήμερα οτιδήποτε ωραίο στέκομαι και το ακούω, μ’ αρέσει.

Επειδή σ’ έχω ακούσει επανειλημμένα να τραγουδάς τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη σε ζωντανές εμφανίσεις, συχνά με τη λαϊκή ορχήστρα που φέρει τ' όνομά του κι επειδή όλοι έχουμε τις ιδιαίτερες αγάπες μας, δεν μπορώ να μην μπω στον πειρασμό να σε ρωτήσω γι’ αυτόν το μεγάλο Έλληνα… Άκουγες από μικρός τα τραγούδια του;
Βέβαια, από τότε είχα στ’ αυτιά μου όλα αυτά τα τραγούδια, τα γνωστά, τα λαϊκά με τον Μπιθικώτση, με τον Καζαντζίδη και με όλους τους άλλους, τη Γιώτα Λύδια, τη Μαίρη Λίντα στις καταπληκτικές εκτελέσεις με το Χιώτη. Ο Θεοδωράκης είναι κι αυτός μία από τις κολώνες του ελληνικού πολιτισμού. Όπως είναι ο Τσιτσάνης, ο Βαμβακάρης, ο Παπαϊωάννου, ο Χατζηχρήστος, ο Μητσάκης, ο Καλδάρας, ο Ζαμπέτας, ο Χιώτης που είναι μια πολύ σπουδαία προσωπικότητα και ο Χατζιδάκις βέβαια. Ο Χατζιδάκις για μένα είναι πολύ ξεχωριστός. Είναι μόνος του, δεν μοιάζει δηλαδή με κανέναν. Η μουσική του και η ευαισθησία του είναι ασύλληπτη. Η ευαισθησία του σαν μελωδός, σαν ενορχηστρωτής και τελικά σαν καλλιτέχνης με τον τρόπο που παρουσιάζει αυτό που έχει δημιουργήσει… Είναι μοναδικός. Και βέβαια και οι νεότεροι, όπως ο Κουγιουμτζής, ο Ξαρχάκος, ο Λοΐζος, ο Μούτσης, ο Μαρκόπουλος κι άλλοι πολλοί έχουνε παίξει πολύ σπουδαίο ρόλο, ο καθένας έχει ένα δικό του κομμάτι… Ακόμη, ο Λίνος Κόκοτος, ο Γλέζος με κάποια τραγούδια, ο Γιάννης Σπανός βέβαια ή ο Μίμης Πλέσσας που είναι κι αυτός συνθέτης τεραστίων δυνατοτήτων, μας έχει δώσει εξαιρετικά ωραία τραγούδια κι έχει γράψει και όπερες και διάφορα άλλα πράγματα. Και σίγουρα έτσι όπως τα λέμε κάποιους θα ξεχάσουμε…

Από τη νεότερη γενιά των συνθετών και τραγουδοποιών;
Ο Χάρης και ο Πάνος πιστεύω ότι τα τελευταία χρόνια είναι, ίσως, οι κορυφαίοι συνθέτες… Και το λέω αυτό όχι επειδή είμαστε φίλοι, δεν είχα κανένα λόγο να το πω, τώρα τελευταία δεν κάνουμε και παρέα συχνή, αν και κάπου, κάπου βρισκόμαστε με αγάπη και με ενδιαφέρον. Όλοι οι νεότεροι που έχουν ασχοληθεί με υγιή και παθιασμένο τρόπο με το τραγούδι μας, έχουν αφήσει πολύ ωραία δουλειά και συνεχίζουν το μουσικό μας πολιτισμό. Ο Θανάσης ο Παπακωνσταντίνου, ο Σωκράτης ο Μάλαμας, ο Αλκίνοος Ιωαννίδης, ο Παντελής Θαλασσινός που είναι φίλοι και τους λατρεύω, τους πιστεύω πάρα πολύ… Και άλλα παιδιά, ο Μίλτος Πασχαλίδης, ο Χρήστος Θηβαίος και πολλοί πολλοί άλλοι… Ο Νίκος Ξυδάκης…

Δημήτρης Παπαδημητρίου


Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου; Νομίζω πως για σένα αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο. Το «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια» εκτός από μεγάλη επιτυχία είναι, κατά τη γνώμη μου, ένα από τα ωραιότερα ελληνικά τραγούδια των τελευταίων χρόνων.
Ε, βέβαια ο Παπαδημητρίου είναι ιδιαίτερη περίπτωση, ξεχωριστή. Είναι ένας από τους πολύ μεγάλους συνθέτες που έχουμε στην εποχή μας και που ευτυχώς για μας είναι και παραγωγικότατος. Μελοποιεί ποιητές με τρόπο μοναδικό, φτιάχνει πολύ ωραίες ορχήστρες, έχει την παιδεία, την αισθητική και την ευαισθησία να τα παρουσιάζει έτσι όπως πρέπει τα κομμάτια αυτά.

Τα πρώτα μου τραγούδια, Γαλάνη & Νταλάρας


To 1991 μπαίνεις στη δισκογραφία σαν τραγουδιστής συμμετέχοντας στο δίσκο «Μισμαγιά (Τα πρώτα έντεχνα ελληνικά τραγούδια)» του Πέτρου Ταμπούρη. Ένα δίσκο έρευνας, θα τον χαρακτήριζα.
Ναι, με το «Πώς βαστάς καρδιά μ’ θαυμάζω». Αυτό ήτανε το πρώτο. Βγήκε λίγο πριν από το «Λαύριο» του Βαγγέλη Κορακάκη και τα «Πορφυρά καμπάγια» του Πέτρου Ταμπούρη και του Θοδωρή Γκόνη. Έτσι ξεκίνησε η εμφάνισή μου στη δισκογραφία, μ' αυτά τα πάρα πολύ ωραία τραγούδια. Χθες βρεθήκαμε τυχαία μες στο αεροπλάνο με το Θοδωρή Γκόνη και συζητούσαμε για το πόσο ωραία δουλειά ήταν αυτή. Ήταν μια ταυτόχρονη εμφάνισή μου με δύο διαφορετικά πράγματα μεταξύ τους. Το ένα ήταν καθαρά λαϊκό στο δίσκο «Λαύριο» του Κορακάκη. Γνήσιο λαϊκό τραγούδι, εν έτει 1993, με ότι σημαίνει αυτό και το άλλο ήτανε αυτό που σου είπα πριν. Οι επιρροές από τους Κατσιμίχες και οι ερμηνείες στα τραγούδια «Τα πορφυρά καμπάγια» του Ταμπούρη και του Γκόνη. Κάποια τραγούδια, πώς να τα χαρακτηρίσει κανείς… Λόγια, μεταβυζαντινά με ενορχηστρωτικά χρώματα από την παραδοσιακή μουσική, με κανονάκια, με τζουράδες, με σαντούρι και μ’ ένα στίχο πολύ ιδιαίτερο. Αυτό μπέρδεψε πάρα πολύ κόσμο σε σχέση με μένα. Δεν ξέρανε ότι είναι ο ίδιος άνθρωπος που λέει «Των παπουτσιών η σκόνη» με τον «Κουρασμένο δρόμο». Και θυμάμαι πως τότε ήρθε μια πολύ καλή ευκαιρία που μου έδωσε η Δήμητρα Γαλάνη και τραγούδησα στο «Χάραμα» μαζί της με την Ελένη Τσαλιγοπούλου και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη.

Πότε έγινε αυτό;
Αυτό γίνεται αφού κυκλοφόρησαν αυτοί οι δίσκοι και μάλιστα κάποιος που της είχε πει καλά λόγια για μένα όταν έψαχνε ένα νέο λαϊκό τραγουδιστή ήταν ο Γιώργος ο Τσάμπρας. Μου το ’χει πει η ίδια η Δήμητρα. Εκεί λοιπόν, στο «Χάραμα» ήρθαν όλοι… Θυμάμαι μια βραδιά, πάω να βγω να τραγουδήσω, νέος εγώ τότε και βλέπω στα τρία μπροστινά τραπέζια, στο ένα ήταν η Μαρινέλλα με την παρέα της, στο άλλο ήταν ο Μητροπάνος και στο άλλο ήταν ο Παπαδημητρίου… Φαντάζεσαι;

Άντε να τραγουδήσεις τώρα….
Βγήκα εγώ να τραγουδήσω… Φοβερές στιγμές δεν τις ξεχνάω. Πω πω πω!!! Αγωνία, τρακ… Ένα βράδυ θυμάμαι πως ήρθε ο Νταλάρας μέσα στα καμαρίνια, πίσω από την κουζίνα. Ο «μπαγάσας» όχι απλώς το είχε προσέξει, αλλά τον είχανε ρωτήσει στο τέλος της χρονιάς του 1993, στις εφημερίδες που έκαναν έναν απολογισμό για το τι έγινε με το τραγούδι. Είχε αναφέρει λοιπόν και τους δύο δίσκους. Μας είχε αναφέρει όλους εμάς, τον Γκόνη που ήταν βέβαια γνωστός και από τις δουλειές με τον Ξυδάκη, τον Ταμπούρη σαν πρωτοεμφανιζόμενο συνθέτη, τον Κορακάκη και εμένα. Ήρθε λοιπόν και μου είπε:

«Αυτό που έχεις, άλλη ερμηνεία στο “Λαύριo” και άλλη ερμηνεία στα “Πορφυρά καμπάγια”, μπράβο, να το κρατήσεις αυτό, δεν το ’χουνε πολλοί…». Του λέω «το πρόσεξες ε; Σ’ ευχαριστώ πολύ».«Εγώ σ' ευχαριστώ που τραγουδάς» μου απάντησε…

Ωραία κουβέντα… Ίσως να του θύμησες και τα δικά του πρώτα βήματα όταν παράλληλα με τα ρεμπέτικα και τα λαϊκά τραγούδια του Καλδάρα έλεγε και τα τραγούδια του Κουγιουμτζή, του Λοΐζου και του Θεοδωράκη.
Μού ‘κανε μεγάλη εντύπωση πόσο γενναιόδωρος και ταπεινός ήταν. Μού ‘κανε πολύ μεγάλη εντύπωση. Συζητώντας όμως αυτό το πράγμα με το διευθυντή της τότε εταιρείας μου έλεγε «Πρέπει να αποφασίσεις, δεν μπορεί να είσαι με το ένα πόδι στο λαϊκό και το άλλο στο έντεχνο». «Μα αυτή είναι η ιδιαιτερότητά μου» του είπα. «Μα δεν γίνεται, πρέπει να ξέρει ο κόσμος πού θα σε κατατάξει» απάντησε… Ξέρεις, αυτές οι «ταμπέλες» οι οποίες μόνο κακό κάνουνε, πιστεύω… Αυτό ήταν το ξεκίνημά μου και όχι μόνο το ξεκίνημα αλλά από τότε έτσι συνεχίζω να πορεύομαι.

Μια «extreme» συμμετοχή

Εδώ παίρνω αφορμή για να σε ρωτήσω για μια συμμετοχή που έκανες πριν από δυο χρόνια στο δίσκο του Μιχάλη Κουμπιού «Εδώ μένω», τραγουδώντας μ' έναν ήχο, πιο ηλεκτρονικό, που δεν σου κρύβω πως ξένισε τόσο εμένα όσο και άλλους ακροατές με τους οποίους έχω συζητήσει. Πώς προέκυψε αυτή η συνεργασία;
Είναι λίγο πιο «extreme» πιο «τραβηγμένος» ο δίσκος του Κουμπιού, αλλά κι αυτό ήταν μια κίνηση, μια πράξη, που με τη συναναστροφή μου με το Χάρη και τον Πάνο, όπως σου είπα, έχω μάθει να ακούω και να προσπαθώ να μπω μέσα στη σκέψη ενός άλλου ανθρώπου. Αν θέλω να λέγομαι καλός τραγουδιστής και να ερμηνεύω, πρέπει κάθε φορά να τα γκρεμίζω όλα, να μην έχω δηλαδή έναν τρόπο, μια μανιέρα και να προσπαθώ να μπω σε κάτι καινούργιο. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη πρόκληση απ’ αυτά τα συγκεκριμένα τραγούδια, που είναι τόσο προχωρημένα τουλάχιστον…

Διαφορετικά τραγούδια, πολύ περισσότερο για σένα.
Ναι, διαφορετικά. Με ενορχήστρωση περίεργη, με λίγο rap μέσα…Κι έτσι το έκανα κι αυτό. Γιατί από την πρώτη μου στιγμή έτσι κάνω κι έτσι θέλω να συνεχίσω να κάνω. Βέβαια δεν θα ’πιανα οτιδήποτε, ούτε πιστεύω ότι μπορώ να τραγουδήσω οτιδήποτε αλλά επειδή ξέρω τον Μιχάλη τον Κουμπιό που τά ’χει γράψει κι είμαστε φίλοι κι είμαστε κοντά εκείνη την εποχή, με ενδιέφερε να δω πώς είμαι μέσα σ’ αυτό το πράγμα που ήτανε τόσο ξένο για μένα… Όμως το έκανα δικό μου. Αυτό είναι για μένα μια κατάκτηση, μπορεί να μην έγινε ιδιαίτερη επιτυχία ή να μην αγαπήθηκε ή να μην το γνώρισε ο κόσμος, γιατί δεν φτάνουν όλες οι δουλειές στα αυτιά του κόσμου σήμερα. Σήμερα είναι δύσκολα τα πράγματα. Για μένα όμως ήταν κάτι σημαντικό που στάθηκα άλλη μια φορά, όπως πάντα στέκομαι, σαν μαθητής, προσπαθώντας να δω τι θέλει να μου πει το τραγούδι και πώς μπορώ κι εγώ να το νιώσω.

Βαγγέλης Κορακάκης – Γνωριμία ζωής


Επιστρέφουμε στο λαϊκό τραγούδι και στο 1994, όταν κυκλοφορεί ο πρώτος σου προσωπικός δίσκος, το «Πικρό φιλί» με τον Βαγγέλη Κορακάκη, μια «γνωριμία ζωής» θα τη χαρακτήριζα…
Έχεις απόλυτο δίκιο. Με το Βαγγέλη γνωριστήκαμε το 1993, μέσω ενός κοινού φίλου του Αντρέα του Τσεκούρα. Εκείνος του είπε καλά λόγια για μένα και ήρθε κάπου που έπαιζα και μ’ άκουσε. Με κάλεσε σ’ ένα πάρα πολύ μικρό μαγαζάκι που τραγουδούσε στην Καισαριανή, που το ονόμαζε «Μέγαρο», με το χιούμορ του ο Βαγγέλης… Το «Μέγαρο» λοιπόν είχε εφτά-οχτώ τραπέζια… Πήγα ένα μεσημέρι και μου είπε «κάνω ένα δίσκο, θα μου πεις μερικά τραγούδια;» Λέω «βεβαίως». Και μου έδωσε το «Έτσι γιατί το ήθελε» και το «Ψάξε και βρες μου», δυο ζεϊμπέκικα, το δεύτερο είναι καμηλιέρικο και μια ρούμπα, το «Ο κουρασμένος δρόμος μου». Περίμενα χρόνια για να συναντήσω κάτι τέτοιο. Και είχα την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα βρω αυτό που ψάχνω. Μου είχαν γίνει κάποιες προτάσεις στο παρελθόν από άλλους ανθρώπους που αργότερα έκαναν πολύ μεγάλες επιτυχίες, αλλά δεν θέλησα να μπω εκεί μέσα γιατί δεν ήταν κάτι που με εξέφραζε απόλυτα και καλά έκανα. Ήρθε λοιπόν εκείνη τη στιγμή ο Βαγγέλης…

Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη ώρα.
Ναι… Και ακούω κάτι τραγούδια σαν κι αυτά που είχα λατρέψει από μικρό παιδί, τα οποία ήταν σημερινά. Και λέω «εδώ είμαστε, αυτό είναι».

Και με ήχο παρόμοιο με των τραγουδιών που αγάπησες.
Και με τον ήχο με τα μπουζούκια και μ’έναν άνθρωπο που με τον τρόπο που ζούσε και ζει ανταποκρινόταν στην εικόνα που είχα εγώ για τους πιο παλιούς και γι’αυτό που σημαίνει τελικά λαϊκό τραγούδι… Ας μην το βάζουμε πίσω στο χρόνο μόνο. Είναι και στο σήμερα και θα είναι και πάντα γιατί δεν μιλάμε για κάποιον που είναι σκονισμένος σ’ένα ράφι ενός μουσείου. Μιλάμε για έναν άνθρωπο σαν κι εμάς που ζει στο σήμερα, με τις ανησυχίες του σήμερα, με την οικογένειά του, που σκέφτεται πώς θα μεγαλώσει τα παιδιά του, που κοιτάει πώς θα προσπαθήσει να δημιουργήσει ένα καλύτερο αύριο μες στην κοινωνία. Μιλάμε για ένα σύγχρονο άνθρωπο. Ήταν αυτό το πράγμα που ήθελα εγώ να βρω μέσα στην εποχή που ζούμε. Για να μην τρέχω συνέχεια στο παρελθόν. Βρήκα λοιπόν το παρόν μου και το μέλλον μου στον Βαγγέλη τον Κορακάκη.

Ένας σύγχρονος άνθρωπος που όταν μερακλώσει, βάζει στο γραμμόφωνο ν’ ακούσει και τη Σωτηρία Μπέλλου, ας πούμε… Το αναφέρω με αφορμή μια πρόσφατη προσωπική εμπειρία.
Έτσι είναι… Οι παλιές αγάπες και οι παντοτινές. Αυτές ποτέ δεν ξεχνιούνται. Μπήκα λοιπόν με όλη μου την ψυχή στο στούντιο, αγαπηθήκαμε τρομερά με τον Βαγγέλη και με όλη την παρέα εκεί, τα δώσαμε όλα και κάναμε στην αρχή το «Λαύριο». Στη συνέχεια, αφού είχα κάνει συμβόλαιο σε εταιρεία πήγα και του είπα «Βαγγέλη θες να κάνουμε ένα δίσκο ολόκληρο;» Ο Βαγγέλης «τρελάθηκε»… Και θυμάμαι πως όταν γράφαμε το δίσκο (το «Πικρό φιλί») τον γράψαμε ζωντανά, όλοι οι μουσικοί κι εγώ μαζί, όλο ζωντανό είναι. Ελάχιστες διορθώσεις έγιναν εκ των υστέρων. Έγινε όλος ζωντανός στο στούντιο «Συν Ένα» που τώρα μάλλον δεν υπάρχει, ήταν στα δικαστήρια, δίπλα στον «Άρειο Πάγο», μέσα σ’ ένα στενάκι. Αφού όταν τελειώναμε το δίσκο λέγαμε πως και κανένα δίσκο να μην πουλήσει ή να πάρει ένα η μάνα μας, είμαστε σίγουροι ότι κάναμε αυτό που λέει η καρδιά μας, είμαστε τρομερά χαρούμενοι. Και δικαιωθήκαμε. Συναντηθήκαμε με τον κόσμο που κι αυτός έχει τις ίδιες αγάπες ας πούμε…

Κι απ’ ότι μου είπε ο Βαγγέλης, η «Σκέψη της τρελής», που ακούστηκε περισσότερο απ’ όλα, μπήκε την τελευταία στιγμή…
Ναι, η «Σκέψη της τρελής» ήταν δεύτερη εκτέλεση η δική μου. Το είχε βάλει στον πρώτο του δίσκο, στους «Άρχοντες» με το Γιώργο Τζώρτζη. Μου βάζει το τραγούδι και λέω «Πω, πω, να το βάλουμε, να το βάλουμε…» Και το βάλαμε τελευταία στιγμή και σωθήκαμε… (γέλια) Γιατί είναι και πάρα πολύ ωραίο τραγούδι. Τόσα χρόνια τώρα και ακόμα παίζεται… Με το Βαγγέλη κάναμε πολλές δουλειές από τότε… Καταρχήν ξεκινήσαμε και δουλεύαμε μαζί στο «Ταξίμι» και ήρθε η Γαλάνη από κει και με πήρε, στην αρχή της σαιζόν. Αλλά βέβαια ο Βαγγέλης αμέσως κατάλαβε ότι θα μου έκανε πάρα πολύ καλό και συναίνεσε στο να πάω με τη Γαλάνη. Μετά συμμετείχα και στο δίσκο «Εκεί που σβήνει ο άνεμος», το 1996. Αργότερα, το 1998, έβγαλα ένα cd single όπου τραγούδησα το «Πρώτο φθινόπωρο» και έπαιξε ο Βαγγέλης και το «Γκρεμό» του Μάνου Χατζιδάκι. Μάλιστα είχα πάρει ένα μπουζούκι τρίχορδο τότε εγώ και ο Βαγγέλης το εγκαινίασε στο στούντιο. Έχει παίξει με το μπουζούκι μου.

Παίζει και η Βαγγελιώ η Μαργαρώνη εκεί;
Ναι, την έφερε ο Αντρέας ο Τσεκούρας που έκανε την ενορχήστρωση και έπαιξε πιάνο στο «Γκρεμό» και στο «Πρώτο φθινόπωρο». Και μάλιστα έπαιξε με το ένα χέρι, το άλλο το είχε χτυπήσει και το είχε δεμένο. Αλλά είδες οι νοτούλες της πόσο ακούγονται; Ήταν μεγάλη τιμή για μας που ήρθε κι έπαιξε. Και μετά βέβαια ξαναέκανα προσωπικό δίσκο με το Βαγγέλη το «Απ’την αγάπη γυρίζω μόνος» το 2004  που τώρα το ξαναέβγαλε η εταιρεία που αγόρασε τη Lyra και την MBI με άλλο τίτλο και άλλη φωτογραφία στο εξώφυλλο. «Ο πιο δικός μου άνθρωπος». Με το Βαγγέλη έχω πει πάρα πολλά τραγούδια.

Κι αυτός είναι δισκάρα αλλά δυστυχώς δεν πολυακούστηκε…
Όντως είναι δισκάρα αλλά δεν ακούστηκε, δεν «περπάτησε». Πέσαμε στην αλλαγή γενικά της δισκογραφίας. Τώρα έχει αλλάξει πάρα πολύ το τοπίο. Οι δίσκοι δεν πουλάνε πια, οι εταιρείες είναι ανήμπορες να βοηθήσουνε. Έχουν βέβαια μεγάλο μερίδιο ευθύνης για το σημείο που έφτασε η κατάσταση αλλά πέρα απ’ αυτό είναι αλλαγή εποχής. Μεγάλη αλλαγή. Ο δίσκος αυτός γενικά δεν έγινε γνωστός, όμως είναι πάρα πολύ ωραία δουλειά. Και μάλιστα πέσαμε και σε μια εποχή που και η αισθητική και το γούστο του κόσμου είναι λίγο μπερδεμένο και με την ανάμιξη της τηλεόρασης μες στο τραγούδι που το ‘χει οπτικοποιήσει και το ’χει κάνει λίγο show το πράγμα.

Τελικά η ιδιωτική τηλεόραση, πιστεύω πως έκανε μεγάλο κακό στο τραγούδι.
Κι εγώ το πιστεύω. Έχουμε μεγάλη έκπτωση αξιών από τότε. Όσον αφορά το δίσκο που λέγαμε πριν, είναι ένας δίσκος που πιστεύω ότι το μέλλον θα τον δικαιώσει σίγουρα. Εύχομαι τώρα με την επανέκδοσή του να γνωρίσει την επιτυχία που του αξίζει….
{youtube}NygSRSXhOUQ{/youtube}

Χρήστος Νικολόπουλος


Το 1997 τραγουδάς «Δέκα χρόνια στου Μπακάκου» σε μουσική Χρήστου Νικολόπουλου και στίχους Θοδωρή Γκόνη. Άλλη μια ωραία και ολοκληρωμένη λαϊκή δουλειά.
Ο Χρήστος Νικολόπουλος είναι κι αυτός ένας από τους εργάτες του λαϊκού τραγουδιού όλα αυτά τα χρόνια και μάλιστα χρόνια πρωταγωνιστής στις μεγάλες λαϊκές επιτυχίες.

Ίσως, μετά το Θεοδωράκη, να είναι κι ο συνθέτης με τα περισσότερα δισκογραφημένα τραγούδια.
Είναι πολυγραφότατος, δημιουργικός και τώρα ακόμα γράφει πάρα πολύ ωραία τραγούδια και κάνει δίσκους, είναι και φοβερός εκτελεστής, κάνει πολύ ωραία προγράμματα, είναι γενικά άνθρωπος που στηρίζει το λαϊκό τραγούδι σε όλες του τις πτυχές. Από την εκτέλεση, απ’ το να φτιάξει ένα πολύ ωραίο πρόγραμμα σ’ ένα πάλκο και μάλιστα σαιζόν ολόκληρη, που να μπορεί ο κόσμος που θέλει ν’ ακούσει λαϊκό τραγούδι να ξέρει ότι θα πάει στο Νικολόπουλο και θα περάσει καλά. Δημιουργεί τραγούδια, βοηθάει νέους τραγουδιστές πάντα, έχει συνεργαστεί με όλους τους μεγάλους τραγουδιστές και τις μεγάλες τραγουδίστριες.

Το ζεϊμπέκικο «Δέκα χρόνια στου Μπακάκου» που έδωσε και τον τίτλο στο δίσκο, θεωρώ πως είναι από τα πιο ωραία τραγούδια που έχεις πει μέχρι σήμερα.
Στάθηκα τυχερός, ήταν πολύ ωραία τα τραγούδια. Και οι στίχοι του Γκόνη επίσης. Ο στίχος του Γκόνη πιστεύω ότι βοήθησε σ’ αυτό που λέω για τον εκσυγχρονισμό του λαϊκού τραγουδιού. Γιατί τραγούδια που μιλάνε για αγάπες, για χωρισμούς και τέτοια έχουμε ακούσει αλλά έχουμε ανάγκη να τα ακούμε κάθε φορά μ’ ένα σύγχρονο σημερινό τρόπο και ο Θοδωρής ο Γκόνης αφουγκράζεται τους παλμούς της εποχής. Είναι ένας άνθρωπος που έχει κάνει πάρα πολλά και είμαι σίγουρος ότι θα κάνει κι ακόμα σημαντικότερα. Η δουλειά που έκανε με το Λειβαδά και τη Νέγκα, ας πούμε, το «Έχω άνθρωπο» είναι πάρα πολύ ωραία δουλειά. Τώρα ετοιμάζει κάποια τραγούδια με το Θαλασσινό και την Μελίνα Κανά. Χθες μου είπε μερικά στιχάκια κι «έπαθα πλάκα».

Παντελής Θαλασσινός


Το 2001 κυκλοφορεί ο δίσκος της συνεργασίας σου με τον Παντελή Θαλασσινό με τίτλο «Όλα πολύτιμα». Εξαιρετική δουλειά κι αυτή. Με λαϊκά τραγούδια, μπαλάντες αλλά και κομμάτια με παραδοσιακά ηχοχρώματα.
Είδες τι πλούσιος δίσκος που είναι; Εκεί αισθάνθηκα μια χρονική πίεση απ’την εταιρεία και δεν ολοκλήρωσα ερμηνευτικά τη δουλειά έτσι όπως θα ήθελα. Το ‘χω παράπονο αυτό, με «τρώει». Γι’ αυτό και δεν βάζω να τον ακούσω το δίσκο…

Σοβαρά μιλάς;
Το πιστεύεις; Όχι όλα τα τραγούδια αλλά είναι κάποια που δεν πρόλαβα να «ζυμωθώ» μαζί τους γιατί μου τά ’δωσε ο Παντελής και πήγαμε και τα γράψαμε. Ήθελα πιο πολύ χρόνο για να τα κάνω δικά μου.

Είναι και αρκετά τα τραγούδια…
Είναι πολλά, μπερδεύτηκε και η εταιρεία «όχι γιατί, είναι μια χαρά» είπαν… Κι έτσι το ’χω κρίμα στο λαιμό μου, γιατί είναι τόσο ωραίος δίσκος, τόσο ωραία τραγούδια κι εγώ δεν έχω σταθεί στο ύψος των τραγουδιών σε κάποια απ’ αυτά, έτσι όπως θα ’θελα τουλάχιστον. Τώρα δηλαδή, τα τραγουδάω πολύ αλλιώς.

Γενικά, αν και δεν έχεις πάρα πολλά χρόνια στη δισκογραφία, 15-16 είναι, έχεις συνεργαστεί με πολλούς από τους σημαντικούς καλλιτέχνες του ελληνικού τραγουδιού. Συνθέτες και τραγουδιστές. Είναι κάποιοι που θα ήθελες να συνεργαστείς και δεν έτυχε;
Όπως σου είπα είμαι πολύ τυχερός και είμαι ευγνώμων. Είναι πολλοί που δεν έχω συνεργαστεί και θα ήθελα κάποια στιγμή. Δεν έχω συνεργαστεί ποτέ με το Λαυρέντη το Μαχαιρίτσα, με τον Τσακνή, με τον Πορτοκάλογλου, με τον Μάλαμα, με τον Παπακωνσταντίνου και με τους δυο Παπακωνσταντίνου. Δεν έχω συνεργαστεί και θα μου άρεσε πάρα πολύ.

Να μια πολύ ενδιαφέρουσα συνύπαρξη. Βασίλης Παπακωνσταντίνου - Γεράσιμος Ανδρεάτος.
Ναι, ναι. Βέβαια δεν τελειώνει ποτέ αυτό το πράγμα. Ή με τον Αλκίνοο Ιωαννίδη ας πούμε…Έχουμε βρεθεί βέβαια μαζί σε συναυλίες του Γιάννη Μαρκόπουλου, τώρα τελευταία αλλά και στο ξεκίνημά του ήμασταν μαζί, με τη Γαλάνη. Είναι ένας άνθρωπος που θα ήθελα να κάνουμε κάποια στιγμή κάτι ιδιαίτερο μαζί. Επίσης έχω αποκτήσει κι άλλους φίλους στην πορεία. Την Δήμητρα την Παπίου, την οποία τη λατρεύω. Και τη γνώρισα ακόμα καλύτερα, πέρυσι, εδώ στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης που κάναμε ένα αφιέρωμα στο Γιώργο Ζαμπέτα και ήταν κι εκείνη. Είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε και τα είπαμε καλύτερα. Είναι πάρα πολλά τα παιδιά που θέλω να συνεργαστούμε αλλά τώρα έχω μια συνεργασία που χρόνια την περίμενα και ήρθε η κατάλληλη στιγμή και την κάνουμε. Με το Βασίλη το Σκουλά. Ήδη από πέρυσι ξεκινήσαμε να συνεργαζόμαστε και στην παρέα μας προστέθηκε και ο Λάκης Χαλκιάς. Σκέψου τώρα αυτό που σου λέω. Πόσο τυχερός είμαι και πόσο υπέροχα νιώθω δίπλα σ’ αυτούς τους δύο ζωντανούς θρύλους της ελληνικής μουσικής. Δε θέλω να πω γι’ αυτούς γιατί ότι και να πω τα λόγια θα’ ναι κατώτερα απ’ αυτό που είναι πραγματικά αυτοί οι άνθρωποι και σαν άνθρωποι, σαν χαρακτήρες και σαν καλλιτέχνες. Δε λέγεται ούτε με μία λέξη ούτε με πολλές. Πρέπει να τους ζήσεις για να καταλάβεις το μεγαλείο τους. Είμαι πάρα πολύ τυχερός.

Άκης Πάνου


Το 2002 έκανες ένα δίσκο με επανεκτελέσεις τραγουδιών του Άκη Πάνου, σε ενορχήστρωση του Μανώλη Καραντίνη με τίτλο «Δυο αλήθειες». Είχες γνωριστεί με τον Άκη Πάνου; Πες μας δυο λόγια γι’ αυτή τη δουλειά.
O Άκης Πάνου… Άλλη προσωπικότητα κι αυτός. Mεγάλος δημιουργός, πολύ μεγάλος. «Τσάκισε κόκαλα» στο λαϊκό τραγούδι… Έκλεισε τα στόματα όσων λέγανε ότι το λαϊκό τραγούδι είναι «λίγο» ή είναι των καταγωγίων κλπ. Έφερε δηλαδή μια ειλικρίνεια, μια καθαρότητα και μια δύναμη με τόσο απλό και μεγαλειώδη τρόπο και με ωραία μουσική έμπνευση που έδωσε μεγάλη ώθηση στο λαϊκό τραγούδι. Το σημάδεψε θετικά. Τον γνώρισα τον Άκη Πάνου. Λίγο αλλά τον γνώρισα. Πρώτη φορά τον είδα στο «Χάραμα», όταν τραγουδούσα με τη Δήμητρα Γαλάνη και είχε έρθει ένα βράδυ.

Ήταν η εποχή που το «Η πιο μεγάλη ώρα» γνώριζε δεύτερη καριέρα με την επανεκτέλεση της Γαλάνη.
Ναι, τότε ήταν… Εκεί γνωριστήκαμε λίγο και μετά πήγαμε και τον είδαμε στα «9/8» με τον Κορακάκη δύο χρονιές. Εκεί μας αγκάλιασε, μας πήρε μέσα στο καμαρίνι, φώναξε ένα φωτογράφο και του λέει «έλα εδώ, πάρε με τους φίλους μου» κι έτσι έχω και κάποιες φωτογραφίες.

Ήταν τότε που στις ζωντανές εμφανίσεις του, έβαζε στην πρώτη σειρά τους μουσικούς και στη δεύτερη τους τραγουδιστές;
Ναι, ναι εκεί… Μού ‘χε κάνει εντύπωση. Τίποτα δεν έκανε τυχαία. Ξέρεις αυτό το είχε κάνει γιατί, πράγματι, εκείνο τον καιρό αλλά και από πιο πριν οι εταιρείες για να αποφύγουν τους συνθέτες, οι οποίοι διεκδικούσαν πολλά πράγματα και τα λεφτά πιστεύω πως είναι το τελευταίο απ’ αυτά, ήθελαν να ελέγχουν την κατάσταση. Ενώ οι συνθέτες ήταν και είναι ότι πιο ισχυρό υπάρχει στο τραγούδι. Θελήσανε πιο πολύ να τους πάρουνε τη δύναμη και ποντάρανε και επενδύσανε στους τραγουδιστές - είδωλα. Με αποτέλεσμα να πέφτει συνέχεια η αξία των δίσκων, των παραγωγών που έβγαιναν και να φτάσουμε στη σημερινή κατάσταση.

Σε τελική ανάλυση έπεσε η αξία του λόγου του συνθέτη. 
Ακριβώς. Ο Άκης Πάνου μ’ αυτό τον τρόπο το αντιμετώπισε, έβαλε τους τραγουδιστές από πίσω. Ήτανε σημαδιακό, ήθελε να πει αυτό ακριβώς ότι μπροστά είναι ο δημιουργός.

Και ο δίσκος που κάνατε με τον Καραντίνη;
Αυτό το δίσκο τον έχω καταχαρεί… Ένα δίσκο τέτοιο με τραγούδια του Άκη Πάνου ήτανε να κάνει ο Καζαντζίδης. Το θέλανε και οι δυο πολύ, αλλά πέθανε ο Άκης Πάνου, αρρώστησε και ο Καζαντζίδης και δεν πρόλαβε.

Αυτό ήταν κάτι που θα σε ρωτούσα στη συνέχεια. Ο Καζαντζίδης, όταν είχε ερωτηθεί σχετικά με καινούργιους λαϊκούς τραγουδιστές,  είχε εκφρασθεί με πολύ καλά λόγια για σένα. Σε είχε ξεχωρίσει…
Ο Καζαντζίδης μ’ αγαπούσε και χωρίς να ’χουμε γνωριστεί από κοντά, με είχε ξεχωρίσει, είχε πει καλά λόγια για μένα σε κάποιο περιοδικό αλλά και ζωντανά. Είχε πει και σε φίλους μουσικούς, όπως ο Καραντίνης, πως «Αυτό το παιδί μου θυμίζει εμένα όταν ξεκινούσα. Τραγουδάει εδώ έτσι, εκεί αλλιώς… Κι εγώ ψαχνόμουνα πολύ στο ξεκίνημά μου».

Πώς ένιωσες όταν το έμαθες αυτό;
«Τρελάθηκα»… Μου είχε στείλει και κάτι δίσκους, το «Και πού Θεός» και «Τα βιώματά μου» και μου έγραφε με μαρκαδόρο «Γεράσιμε σου εύχομαι να μην γνωρίσεις τις πίκρες που γνώρισα εγώ». Ήταν πικραμένος ο φουκαράς… Μεγάλη ιστορία ο Καζαντζίδης… Και εκφράσθηκε θετικά στο να κάνω εγώ αυτό το δίσκο, στο Δημήτρη τον Κάππο που ήταν τότε ο διευθυντής της εταιρείας. Ήρθε λοιπόν ο Κάππος και μου λέει «να κάνεις αυτό το δίσκο». Λέω «εγώ ρε συ Δημήτρη να κάτσω να πω όλα αυτά τα τραγούδια;» «Όχι» μου λέει «μην το βλέπεις έτσι». Μετά, όντως, έκατσα και σκέφτηκα ότι είχα λόγο να κάνω ένα τέτοιο δίσκο, όχι για να συγκριθώ με τα μεγαθήρια, γιατί κάθε σύγκριση μ’ αυτούς τους τραγουδιστές που αναφέραμε πριν, τον Καζαντζίδη, τον Μπιθικώτση, τον Μενιδιάτη που είχανε πει αυτά τα τραγούδια και άλλους ή και τον Μητσιά που είναι σπουδαίος τραγουδιστής, θα ’τανε σε βάρος μου. Δεν το συζητάω αυτό. Αλλά εγώ έκανα το δίσκο γιατί αυτά τα τραγούδια ήτανε μέρος και της δικής μου ζωής και μετά από τόσα χρόνια που, σαραντάρισα πλέον, προσπάθησα κι εγώ να βγάλω τη δική μου αλήθεια και τα δικά μου βιώματα μέσα από κάποια τραγούδια που τόσο πολύ έχω αγαπήσει, μ' ένα δικό μου τρόπο. Και με βοήθησε πάρα πολύ ο Μανώλης ο Καραντίνης που έκανε την ενορχήστρωση, με τόση αγάπη κι αυτός για το λαϊκό τραγούδι γενικά και για τον Άκη Πάνου ειδικότερα. Δουλέψαμε με πάρα πολλή αγάπη, πάθος, χαρά για μήνες… Ο Καραντίνης είναι πολύ αγαπητός στον μουσικό κόσμο και έφερε πολύ σημαντικούς μουσικούς να παίξουν για μας. Μέχρι κι ο Χάρης Ανδρεάδης, ας πούμε, που είναι καταξιωμένος μαέστρος ήρθε κι έπαιξε πιάνο σ’ ένα κομμάτι.

Kάποια τα «πείραξε» λίγο και στην ενορχήστρωση, τα έφερε πιο κοντά στο σήμερα…
Όχι πολλά… Το «Χωρίς αυτήν», το «Όταν σημάνει η ώρα» και το «Και τι δεν κάνω» τα ’χουμε κάνει λίγο διαφορετικά, ακριβώς για να μην υπάρχει αυτός ο κίνδυνος, να συγκριθούν δηλαδή η παλιά εκτέλεση με την καινούργια. Κάναμε δηλαδή κάτι λίγο διαφορετικό για να δείξουμε ότι όντως είναι κάτι διαφορετικό.

Και κάνατε καλά που βάλατε και κάποια τραγούδια που δεν ήταν στις μεγάλες επιτυχίες, όπως το «Μοίρα μου γιατί μ’αφήνεις» για παράδειγμα.
Πω, πω τραγουδάρα!... Γιατί το «Πόσα πρέπει» το τραγούδι αυτό του Μενιδιάτη;

Βέβαια, άλλο εξαιρετικό τραγούδι…

(τραγουδάει): «Νά’ χα τη δύναμη να κάνω κάποιο λάθος

και στο φινάλε να μην ντρέπομαι γι’αυτό

να ’χα τη δύναμη να κάνω κάποιο λάθος

και να μη θέλω από τον κόσμο να κρυφτώ»

Νταλάρας, Τσιτσάνης & «Ζυγός»


Αναφέρθηκες λίγο πριν στο Γιώργο Νταλάρα. Όλα αυτά τα χρόνια σε είδαμε αρκετές φορές κοντά του και μάλιστα σε διαφορετικά προγράμματα. Πες μας δυο λόγια και γι’ αυτή την τόσο σημαντική συνεργασία.
Με τον Νταλάρα είχε ξεκινήσει η γνωριμία τότε που σου είπα στο «Χάραμα». Η πρώτη μας συνεργασία ήταν όταν συμμετείχαμε και οι δύο στην παράσταση του Νίκου Ξυδάκη στην «Ιερά Οδό» το 1997. Εκεί βρεθήκαμε πρώτη φορά για μια βδομάδα στο ίδιο «πατάρι». Μιλήσαμε και μου είχε κάνει πολύ καλή εντύπωση. Στη συνέχεια πήγαινα εγώ σε κάποιες παραστάσεις του και είχε έρθει και εκείνος να μας δει με τη γυναίκα του την Άννα, όταν δουλεύαμε με τον Παντελή Θαλασσινό στην «Πανσέληνο» στην Πλάκα. Ανέβηκε μάλιστα μ' ένα μπουζουκάκι…

Ανέβηκε και τραγούδησε;
Ανέβηκε κανονικά, είπε τραγούδια… Αυτό δεν το κάνει συχνά ο Νταλάρας. Σε μας ξέρεις με πόση αγάπη το ‘κανε; Γίναμε μια παρέα όλο το μαγαζί.

Παίξατε και οι τρεις μαζί;
Ναι, ναι όλοι επάνω. Πήρε το μπουζούκι του μπουζουξή κι επειδή παίζει τρίχορδο ξεκούρδισε τη Φα και την έκανε Ρε, έστησε βάση, κανονικά, περιμέναμε πέντε λεπτά να φτιαχτεί, με τον ήχο κλπ και «φύγαμε…». Τραγουδήσαμε και μαζί, κάναμε και φωνητικά…

Θυμάσαι ποια τραγούδια είπατε;
Είχε πει ένα τραγούδι της φυλακής, «Ο ισοβίτης» νομίζω…

Μάλλον εννοείς τoν «Κατάδικο». «Μες στη φυλακή στ ‘Ανάπλι μ’ έριξαν κατάδικο…» κλπ.
Ναι, ναι αυτό, αυτό ήταν… Μού ‘χε κάνει εντύπωση γιατί δεν το είχα ακούσει μέχρι τότε… Και 2-3 ακόμα θα παίξαμε, δεν θυμάμαι ακριβώς, κάποια του Τσιτσάνη νομίζω… Μετά με κάλεσε μαζί με τον Κώστα Μακεδόνα και το Δημήτρη Μπάση στο «Millenium» στην ΕΡΤ στην αλλαγή της χρονιάς, το 1999 προς 2000…

Είχε προηγηθεί η συμμετοχή σας, εσένα του Μπάση και του Μακεδόνα και στο δίσκο του Bregovic που κάνατε φωνητικά….
Ναι, μας φώναξε και κάναμε φωνητικά και στο δίσκο «Θεσσαλονίκη-Γιάννενα με δυο παπούτσια πάνινα» του Goran Bregovic και μετά και στην εκπομπή αυτή είπαμε δυο τραγούδια του Τσιτσάνη κι ένα του Ζαμπέτα. Στη συνέχεια με κάλεσε και κάναμε το αφιέρωμα στον Τσιτσάνη στο Μέγαρο Μουσικής. Εκεί τι να σου πω τώρα; Η χαρά που πήρα… Είχα τηλεφωνητή στο σπίτι και πάω και ακούω «Γεράσιμε γεια σου είμαι ο Γιώργος ο Νταλάρας» το σήκωσα κατευθείαν και μου λέει «Θα κάνουμε στο Μέγαρο τραγούδια του Τσιτσάνη…» Πω πω!!! Τρελάθηκα απ’ τη χαρά μου γιατί είναι αυτό που σού ‘πα. Ενώ βρήκα τον Κορακάκη που είναι ένα σημερινό πράγμα σαν αυτά που αγαπούσα και με φώναξε ο Νταλάρας να κάνουμε αυτά που αγαπούσα. Στο Μέγαρο… Με δέκα μπουζουξήδες, με τον Καραντίνη, τον Πάππο, τον Βασιλά, τον Παπαδόπουλο το Βασίλη, τον Κοντογιάννη το Γιώργο, τον Μαχαίρα… Άστα… Με την Τσαλιγοπούλου και τη Γιώτα τη Δρακιά. Μια πολύ σπουδαία τραγουδίστρια… Ε, δεν πίστευα, τι να σου πω τώρα; Το ζούσα, ήταν μαγικό… Κάναμε πέντε βραδιές, το κάναμε και στο Μέγαρο της Θεσσαλονίκης, το κάναμε και στην Κύπρο και στο Κατράκειο…

Στο Κατράκειο μάλιστα ήταν τη μέρα που έγινε η τρομοκρατική επίθεση στους Δίδυμους πύργους στη Νέα Υόρκη στις 11 Σεπτεμβρίου 2001.
Ναι και λέγαμε να την κάνουμε ή να μην την κάνουμε, τελικά την κάναμε τη συναυλία.

Στο Κατράκειο και στη Θεσσαλονίκη ο Νταλάρας τραγούδησε και το «Θέλω να είναι Κυριακή» που τελικά δεν μπήκε στο δίσκο.
Ναι, το είχε πει εκεί… Δεν το έλεγε πάντα… Και το ξαναπαρουσιάσαμε στο Μέγαρο Μουσικής της Αθήνας μετά από δυο χρόνια. Πολύ ωραία παραγωγή. Βγήκε και τριπλό cd και dvd κλπ. Σπουδαίο… Και μετά συνεργαστήκαμε ξανά στο «Από καρδιάς» στο Ζυγό με τη Μελίνα Ασλανίδου, την Αρετή Κετιμέ και την Άννα Μπουρμά όπου βγήκε και cd απ’ αυτές τις παραστάσεις.
                        

Κατά τη γνώμη μου, μετά το 1996 και την επιστροφή του Νταλάρα σε νυχτερινούς χώρους όπως η «Ιερά Οδός», ο «Ζυγός» κλπ,  αυτή ήταν η ωραιότερη σειρά παραστάσεων. Και θυμάμαι πως είχε πει τότε ο Νταλάρας, για τις παραστάσεις του Τσιτσάνη πως «εγώ έκανα λίγο τον Παγιουμτζή και τον Μπιθικώτση και ο Γεράσιμος τον Τσαουσάκη και τον Καζαντζίδη».
Ακριβώς, το ’χω αυτό, στο «Αθηνόραμα» ήταν. Μού ’χε δώσει το ρόλο μου. Αυτά που αγαπούσα δηλαδή. Στο «Ζυγό» δουλεύαμε πενθήμερα. Δεν έχει ξαναγίνει τέτοιο πράγμα τα τελευταία χρόνια, γιατί ξέρεις τώρα, συνέχεια πέφτουνε… Ήτανε πάρα πολύ καλά. Ο Γιώργος είναι δουλευταράς, είναι μεγάλη αξία. Είναι ένας άνθρωπος γενικά που έχει κρατήσει το τραγούδι πάντοτε. Και στις πιο δύσκολές του εποχές που το καλό τραγούδι περνούσε κρίση κλπ, ο Νταλάρας ήταν πάντα εκεί. Με μια καλή δουλειά, με μια καλή παραγωγή, με μια καλή και υγιή σκέψη, κι έχει βοηθήσει πάντα. Δε μ’ αρέσουν όλες οι δουλειές του το ίδιο αλλά είναι όλες σημαντικές και σπουδαίες. Εντάξει, εμείς έχουμε και τις προτιμήσεις μας. Είναι σπουδαίος καλλιτέχνης.

Τον Ιούνιο του 2007 πήγατε μαζί και στην Κύπρο για ένα αφιέρωμα στο Μάνο Λοΐζο.
Ναι κι εκεί ήταν καλά. Πήγαμε στην Κύπρο και κάναμε τέσσερις συναυλίες. Γενικά έχουμε βρεθεί αρκετές φορές κι έχουμε ανοιχτή συνεργασία.

Το «Στοίχημα» και τα δικά του…


Θα ήθελα ν’ αναφερθούμε και στη δική σου συνθετική πλευρά. Εκτός από διάφορα σκόρπια τραγούδια έχεις κάνει κι ένα δίσκο «Το στοίχημα» που περιλαμβάνει επτά δικά σου τραγούδια σε στίχους του Σταμάτη Μεσημέρη.
Εκεί έχω επτά τραγούδια. Επίσης τα «Μεγάλα λόγια» σ’ ένα cd single που είναι στίχοι και μουσική δικά μου, έχω βγάλει το «Όσοι τα μαύρα φόρεσαν» που το είχε πει πρώτα η Δέσποινα Ολυμπίου, σε στίχους του Ηλία Κατσούλη στον πρώτο δίσκο της «Των ματιών σου η καλημέρα» και μετά ο Βασίλης Σκουλάς και το «Θα σε θυμάμαι ακόμα» σε στίχους πάλι του Κατσούλη που το έχω τραγουδήσει εγώ με τη Δέσποινα στον ίδιο δίσκο. Επίσης έχω γράψει και το «Χωρίς παλτό» σε στίχους του Γιάννη Καλαμίτση που το έχει τραγουδήσει η Λένα Αλκαίου στο δίσκο της «Δε μοιράζεται η αγάπη».

«Ψυχή που δεν αμάρτησε…»


Νέος δίσκος υπάρχει στα σχέδιά σου;
Ναι, ετοιμάζω με το Δημήτρη Παπαδόπουλο, το γιο του Κώστα. Έχει πάρα πολύ ωραία τραγούδια έτοιμα, πολλά… Δεν ξέρουμε τι να πρωτοδιαλέξουμε…

Ποιος έχει γράψει τους στίχους;
Οι στίχοι σε πολλά είναι της Ιωάννας Αντωνοπούλου, που έφυγε από τη ζωή εδώ και αρκετό καιρό… Ο δίσκος που έχει βγάλει ο Δημήτρης και τραγουδά ο ίδιος, το «Μονάχα η αγάπη είναι λύση», είναι σε στίχους της Ιωάννας Αντωνοπούλου. Έχουμε πολλά δικά της τα οποία είναι αριστουργήματα. Έχουμε και κάποια άλλα του Βασίλη Παπαδόπουλου και είμαστε ανοιχτοί σε οτιδήποτε, αλλά το ’χουμε το καλό υλικό και είναι τόσο πολύ…

Έχετε μπει στο στούντιο;
Δεν έχουμε μπει ακόμα στο στούντιο, απλώς στις συναυλίες που κάναμε μαζί το καλοκαίρι, έλεγα δυο καινούργια ανέκδοτα τραγούδια και περνούσαμε πάρα πολύ ωραία. Αυτά τα δυο ήταν σε στίχους του Βασίλη Παπαδόπουλου.  

Συμμετοχές


Έχεις κάνει πολλές και καλές συμμετοχές σε δίσκους άλλων τραγουδιστών ή συνθετών. Σε κάποιες ήδη αναφερθήκαμε. Εσύ ξεχωρίζεις κάποιες;
Γενικά αισθάνομαι περήφανος για αυτά που έχω τραγουδήσει. Είναι όλα σημαντικά, για μένα. Άσχετα αν δεν έχουν γίνει γνωστά ή επιτυχίες. Κάποια έχουν ακουστεί, αλλά εμένα μ’ αρέσουν όλα πάρα πολύ. Και εκεί δεν κάνω εκπτώσεις με φιλίες και δημόσιες σχέσεις, στο τι τραγούδι θα τραγουδήσω. Έχει τύχει να χαλάσω σχέσεις με ανθρώπους. Εκείνους δηλαδή τους πείραξε, εγώ ήμουν πάντα ευγενής, αλλά δεν μπορώ με κανέναν τρόπο να πω κάτι που δεν θεωρώ ότι μου ταιριάζει ή του ταιριάζω… Ή με άλλους πάλι που δεν έχω πει αλλά έχουν παραμείνει φίλοι, γιατί δεν έχουμε και τίποτα να μοιράσουμε, μπορεί κάποια άλλη στιγμή να βρεθεί κάτι που να είναι για μένα και να το τραγουδήσω, που να μου ταιριάζει εννοώ. Γενικά έχω γνωρίσει σημαντικότατους ανθρώπους μέσα από τη δουλειά αυτή, μέσα από το τραγούδι, με τους οποίους διατηρούμε φιλικές σχέσεις χρόνια τώρα και αυτό με κάνει να αισθάνομαι καλά.

Σκέφτηκες κάποια στιγμή να εκδώσεις συγκεντρωμένα όλα τα τραγούδια αυτά, που προέρχονται από συμμετοχές;
Το ’χω κάνει μόνος μου αυτό, για μένα. Γιατί πολλοί με ρωτάνε «ρε συ Γεράσιμε πού θα τα βρούμε όλα αυτά;»

Μια δουλειά ακόμη που μου άρεσε ιδιαίτερα ήταν το «Έλληνες και ινδοί - Τα λαϊκά» που βγήκε το 2006.
Σ’ άρεσε αυτό ε; Περίεργο, ωραίο ήταν…

Πολύ ωραίο… Η εναλλαγή των ινδικών μελωδιών με το «Γυάλινο κόσμο» του Καλδάρα, το μπουζούκι του Καραντίνη… Πώς προέκυψε αυτός ο δίσκος;
Eίδες; Εκεί, εκεί επί τόπου έγιναν όλα αυτά… Μου είπαν να διαλέξω μερικά τραγούδια, τα πήρα εγώ, τα πήγα σ’ ένα cd, τα ακούγαμε εκεί και τα γράφαμε εκείνη την ώρα…

Εκείνη την ώρα; Σαν «τζαμάρισμα»…
«Τζαμάρισμα» ναι, σ' ένα σπίτι έγινε αυτό, στου παραγωγού το σπίτι, σ’ ένα πολύ ωραίο μέρος λίγο έξω απ’ την Αθήνα, μες στα δέντρα, μαγικά ήταν… Και τα παιδιά, χρυσά παιδιά και μεγάλα ταλέντα, οι Ινδοί κι ο τραγουδιστής τους…

Τώρα, μου ήρθε στο νου κι ένα ακόμη πολύ ωραίο τραγούδι του Γιώργου Σταυριανού, το «Λάτρεψα τα σημάδια» από το δίσκο «Το χρώμα της μνήμης».
Πω, πω! Άλλος σπουδαίος συνθέτης. Και το άλλο το «Ακραίες παραστάσεις» είναι πολύ ωραίο. Ο Σταυριανός είναι μεγάλο ταλέντο. Κατά καιρούς συνεργαζόμαστε και στη Θεσσαλονίκη. Έχουμε κάνει πολλές εμφανίσεις στη «Βάρδια» και στην Κοζάνη σ’ ένα σύλλογο που μας κάλεσε και κάναμε μια πολύ ωραία βραδιά. Και στην τηλεόραση έχουμε εμφανιστεί σε μια εκπομπή για εκείνον. Τον εκτιμώ και τον θεωρώ από τους σημαντικούς δημιουργούς.

Θα σε πάω λίγο πιο πίσω, στο 1996, για να σου θυμίσω ένα υπέροχο ζεϊμπέκικο του Λάκη Παπαδόπουλου σε στίχους της Σάννυς Μπαλτζή που τραγουδάς στο δίσκο του «Πασπαρτού» με τίτλο «Εγώ έχω φταίξει». Αν δεν ήξερα το συνθέτη θα έπαιρνα όρκο πως είναι του Κορακάκη…
Πολύ ωραίο τραγούδι. Εκεί παίζουμε μπουζούκι εγώ κι ο Κορακάκης. Αυτό ακούστηκε λίγο όταν είχε βγει.

Αυτός ο δίσκος είχε και καινούργια τραγούδια και επανεκτελέσεις. Αυτό ήταν σε πρώτη εκτέλεση;
Ναι, σε πρώτη εκτέλεση ήταν. Ο Λάκης ήθελε να είμαι κι εγώ μέσα στο δίσκο και μου έδωσε αυτό το τραγούδι. Και μάλιστα «φάγαμε» κι ένα κομματάκι που ήταν λίγο διαφορετικό και το κάναμε ένα καθαρό ζεϊμπέκικο.

Είναι «περίεργος» συνθέτης ο Λάκης. Με την έννοια ότι μπορεί να σου γράψει καθαρά λαϊκά τραγούδια όπως αυτό ή τραγούδια σαν το «Πάρε πασά μου» ή τον «Κουρσάρο» ή ακόμα το «Έφυγε η γυναίκα μου από το σπίτι». Τελείως διαφορετικά μεταξύ τους.
Το Λάκη τον αγαπάω πάρα πολύ. Είναι μεγάλη προσωπικότητα. Έχει πολύ χιούμορ, έχει εμπνεύσεις, είναι άνθρωπος πολύ σημαντικός για το ελληνικό τραγούδι. Έχει γράψει σημαντικά τραγούδια. Βρεθήκαμε μαζί και σε μια έκδοση, σ' ένα παιδικό παραμύθι, μια ιστορία παιδική που έχει και τραγούδια μέσα, μαζί με τη Χάρις Αλεξίου και τον Παύλο Κοντογιαννίδη. Λέγεται «Ταξίδι στη χώρα της Σοφίας». Ο Λάκης κάνει τον «Τέλη τον τεμπέλη» και κάτι άλλους ρόλους στους οποίους είναι απίστευτος. Ακούν, ακούν τα παιδιά και αν τους πεις «ποιο είναι το αγαπημένο σου τραγούδι;» ξεχωρίζουν το Λάκη. Είναι μορφή μεγάλη ο Λάκης.

Αναφέρθηκες στη Χάρις Αλεξίου. Έχετε συνεργαστεί σε ζωντανές εμφανίσεις;
Μετά τη συνεργασία με τη Γαλάνη, το καλοκαίρι του ’94 είμαστε μαζί στις περιοδείες που έκανε. Εγώ και η Αναστασία Μουτσάτσου. Ήταν ωραία… Η Χαρούλα είναι πολύ σπουδαία καλλιτέχνης. Και χάρηκα που την άκουσα να βγάζει και τόσο ωραία τραγούδια. Να δημιουργεί τόσο ωραία τραγούδια. Πιστεύω ότι είναι από τους τραγουδιστές που είναι το ίδιο καλοί και σαν συνθέτες. Όπως και η Δήμητρα η Γαλάνη έχει γράψει πολύ ωραία τραγούδια. Και άλλοι ευτυχώς γράφουν…
 

Δυο πολύ ωραία λαϊκά τραγούδια με τη φωνή σου υπάρχουν στο δίσκο «Αψέντι» σε μουσική Τάκη Σούκα και στίχους Κώστα Μπαλαχούτη.
Ναι, τα «Φαντάσματα» και οι «Διαδρομές», πολύ ωραία τραγούδια κι αυτά.

Έμαθα πως θα συμμετέχεις και στο νέο δίσκο του Γιώργου Καζαντζή τραγουδώντας ένα ζεϊμπέκικο σε στίχους του Μάνου Ελευθερίου με τίτλο «Η πανοπλία που φοράς», ένα τραγούδι που κυκλοφόρησε πρόσφατα με πιο ηλεκτρική ενορχήστρωση στο δίσκο του Μάνου Ελευθερίου «Πάντα κάτι μένει» (από τη σειρά «Άξιος Λόγος») με το Σταύρο Σιόλα και το Γιώργο Νταλάρα στις β’ φωνές.
Ναι αυτό είναι πάρα πολύ ωραίο τραγούδι με τους στίχους του Μάνου Ελευθερίου. Έχω πει κι ένα τραγούδι, δεν ξέρω αν το έχεις ακούσει ποτέ, στο  δίσκο ενός παιδιού από την Κρήτη που λέγεται Γιάννης Παξιμαδάκης. «Του μάγκα η καρδιά» λέγεται το τραγούδι και ο δίσκος λέγεται «Με το τραγούδι σε καλώ».

Ομολογώ πως δεν το ξέρω…
Eίναι ένα τραγούδι, «Τσιτσάνικο», μπαίνουν τα μπουζούκια μέσα…

(τραγουδάει την εισαγωγή και συνεχίζει το τραγούδι): «Του μάγκα η καρδιά μικρό,

ποτέ δεν ησυχάζει,

πάντα από πόνο η χαρά,

κρυφά ανά- κρυφά αναστενάζει…»

Μεγαλείο… Λέω «τι είναι αυτό το τραγούδι;». Το τραγούδησα κι έβαλα τη Βασιλική την Καρακώστα να μου κάνει δεύτερη φωνή κι έναν τύπο συνταξιούχο ναυτικό να τραγουδάει ψηλά, μια οκτάβα πάνω. Κάτι πρέπει να κάνω μ' αυτό το τραγούδι, να το βάλω σε κανένα λαϊκό πρόγραμμα…

Βαγγέλης Τρίγκας


Τώρα ξέρεις με ποιον έχω μπλέξει κι έχω πάθει κόλλημα μεγάλο; Με το Βαγγέλη τον Τρίγκα με τον οποίο είμαστε κολλητοί. Το περασμένο Σάββατο λόγω γενεθλίων η γυναίκα μου μού ’κανε δώρο ένα μπουζούκι. Και λέω «στον Κλεφτογιάννη θα πάμε»… Πήρα τηλέφωνο τον Τρίγκα που έχει μια «μπουζουκάρα», απ’ τον Κλεφτογιάννη και πήγαμε μαζί. Είχα κατέβει στο υπόγειο και διάλεξα ένα και ήρθε  κι ο Βαγγέλης και διάλεξε το ίδιο. Κάτσαμε εκεί και παίζαμε… Έχω τώρα «τρέλα» και θέλω να κάνω με τον Βαγγέλη κάτι… Να κάνουμε μια παράσταση λαϊκή και να ’ναι μόνο λαϊκά… «Άρρωστα» λαϊκά όμως, του «θανάτου»… Ξέρεις εσύ τώρα…

Ναι, ναι… Έχεις κάποια πρόχειρα στο μυαλό σου;

Aς πούμε: «Τα βάσανά μου ένα τραγούδι θα τα κάνω

για να τ’ ακούς εσύ και όλος ο ντουνιάς…»

και να παίξω κι εγώ μπουζούκι μέσα και να ’χει τέτοια…

«Μα εγώ που καταστράφηκα με τη ζωή που κάνω,

μακάρι να πεθάνω, μακάρι να πεθάνω…»

Όλο τέτοια… Και να ’χει Άκη Πάνου μέσα και να ’χει και Ζαμπέτα…

«Έλα και πες μου για πού πας

κι αφήνεις πίσω πόνους…»

Να παίξουμε στα πρώτα μαζί, να του κάνω δεύτερη ας πούμε και μετά να «φύγει» μόνος του σ’ αυτά τα «άρρωστα»…

Nα βάλεις και κανένα από εκείνα τα ωραία τα λαϊκά του Ξαρχάκου που έλεγε ο Μπιθικώτσης, άλλου ύφους τραγούδια βέβαια αλλά νομίζω πως έχει θέση σ’ ένα τέτοιο πρόγραμμα, όπως αυτό:

«Από βυθό σ’ άλλο βυθό, νυχτώνει ξημερώνει

κι αν τη ζωή μου απαρνηθώ, δεν μ’ απαρνιούνται οι πόνοι…»

Ωραίο τραγούδι, ωραίο… Τέτοια, τέτοια θα βάλω μέσα. «Καλύτερα μια μαχαιριά» τέτοια πράγματα… Αυτό θέλω να κάνω τώρα…

Συμμετείχες και σε μια ενδιαφέρουσα παραγωγή αφιερωμένη στους Τρικαλινούς δημιουργούς με τίτλο «Στα Τρίκαλα στα δυο στενά».
Κι αυτό είναι ωραίο. Είπα τρία τραγούδια εκεί. Τη «Συννεφιασμένη Κυριακή», το «Μια παλιά ιστορία» και το «Γυάλινο κόσμο». Αυτό το είχα κάνει την ίδια εποχή με του Παξιμαδάκη. Τα είχα κάνει στο στούντιο «111». Η ορχήστρα είναι από τα Τρίκαλα, εγώ απλώς τραγούδησα από πάνω. Πάλι η Βασιλική Καρακώστα είναι εκεί στις β’ φωνές.

Σ’ έχουμε ακούσει και δει αρκετές φορές και σε τηλεοπτικά αφιερώματα, όπως στο «Στην υγειά μας» που εμφανίσθηκες από την πρώτη κιόλας εκπομπή που ήταν αφιερωμένη στο Μάνο Ελευθερίου… Σε καλούν συχνά, ειδικά όταν πρόκειται για αφιερώματα σε λαϊκούς δημιουργούς.
Τώρα κάναμε και ένα αφιέρωμα στο Ζαμπέτα στο «Στην υγειά μας» το οποίο δεν έχει ακόμα παρουσιαστεί. Με τον Κώστα Μακεδόνα, την Κατερίνα Κούκα και τη Σοφία Παπάζογλου. Και θα’ναι και μια δεύτερη εκπομπή, όχι με μας, αλλά με το Γιάννη Ντουνιά, με τη Λένα Αλκαίου, νομίζω πως είναι κι ο Μιχάλης Δημητριάδης, είναι κι ένας φίλος μου ο Γιώργος Αρμενιάκος και κάποια άλλα παιδιά νεότερα.

Το λαϊκό τραγούδι σήμερα


Σήμερα πώς βλέπεις την κατάσταση στο λαϊκό τραγούδι;
Σήμερα έχουμε απεξαρτητοποιηθεί από τις εταιρείες. Έχουν πάρει την κατάσταση στα χέρια τους αρκετοί άνθρωποι που αγαπάνε πολύ και στηρίζουν το λαϊκό τραγούδι, όπως είσαι εσύ, όπως είναι ο Πάρης ο Μήτσου, όπως είναι ο Γιώργος ο Τσάμπρας, σαν δημοσιογράφοι. Αλλά και σαν άνθρωπος του τραγουδιού ο Πάρης στηρίζει δισκογραφικά παραγωγές που αλλιώς, ίσως να μην είχε τύχει να δούνε την έκδοση ενώ τώρα μπορεί να τις βρει ο κόσμος και να τις αγοράσει… Και μέσα από κάποια περιοδικά όπως αυτό που επιμελείται τώρα ο Μπαλαχούτης, το «Όασις». Είναι κάποιοι άνθρωποι που αγαπάνε και στηρίζουν το λαϊκό τραγούδι και όλοι μαζί ενωνόμαστε σιγά, σιγά και φτιάχνουμε μια μεγάλη παρέα και πιστεύω ότι βρίσκουμε τρόπους και να ακούγεται το λαϊκό τραγούδι και να παράγεται και νέο στα πρότυπα των παλιών καλών τραγουδιών που έχουμε ακούσει. Υπάρχουν και κάποιοι παραδοσιακοί καλλιτέχνες απ’ τα παλιά όπως είναι ο Γκολές, ο Αγάθωνας, ο Τσέρτος, πιο λαϊκός ο Κοντογιάννης ο Δημήτρης, που κι αυτοί έχουνε παίξει ένα ρόλο όλα αυτά τα χρόνια για τη διατήρηση και τη διάδοση του παλιού λαϊκού τραγουδιού. Πιστεύω ότι ο καλύτερος τρόπος για να διατηρηθεί είναι να γράφεται καινούργιο καλό λαϊκό τραγούδι, το οποίο θα μας φέρνει σε επαφή και σε άμεση σύνδεση με τον παλιό πλούτο, για να μπορούνε τα παιδιά τα σημερινά να ακούσουν και τα παλιά τραγούδια αλλά να αισθάνονται ότι ζούνε στο σήμερα. Και να βρίσκουν το συνδετικό κρίκο, την αλυσίδα απ’το τότε στο τώρα. Πρέπει να γράφουν, όπως κάνει ο Βαγγέλης ο Κορακάκης, ας πούμε και άλλοι, λίγοι, καλά λαϊκά τραγούδια, τα οποία θα λειτουργούν μέσα σε σκηνές, σε μαγαζιά, σε πάλκα. Να μπορεί ο κόσμος να τα χορέψει, να τα ακούσει, να τα αγαπήσει, να τα κάνει δικά του και να βρει τη συνέχειά του και να πάμε και παραπέρα. 

Τελικά, μάλλον είσαι αισιόδοξος…
Είμαι χαρούμενος, είμαι αισιόδοξος. Ακόμη κι αν δεν υπάρχουν οι εταιρείες κι ένα σύστημα να στηρίξει, υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι μεμονωμένα που στηρίζουν κι αυτοί και τελικά ο ένας με τον άλλον, χέρι με χέρι βοηθάμε στο να ακούγονται τα καλά πράγματα. Και βέβαια μεγάλο ρόλο σ’ αυτό παίζουν και οι μουσικές σκηνές έτσι; Όλες αυτές οι μουσικές σκηνές που τελικά δυσκολεύονται για να τα φέρουνε βόλτα. Τώρα πια είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα. Όμως είναι εκεί και επιμένουν για κάτι καλό για κάτι που πιστεύουν ότι έχει αξία. Αξίζει κι ένα μπράβο και μια μνεία σ’ αυτούς τους ανθρώπους, που μπορεί να μην είναι καλλιτέχνες, έχουν όμως καλλιτεχνική ψυχή και στηρίζουν την τέχνη. Είναι πολύ σημαντικό αυτό. Για σκέψου να μην υπήρχαν κάποιοι «τσαμπουκάδες» να μπούνε μπροστά να στηρίξουν… Τι θα κάναμε; Δεν θα πηγαίναμε πουθενά. Γιατί εμείς δεν είμαστε για να ανοίξουμε μαγαζιά. Δεν είναι για μας αυτές οι δουλειές με το άγχος κι όλα αυτά… Αυτοί είναι παλικάρια. Και υπήρχαν πάντα. Ξέρεις τι καλό έχουν κάνει αυτοί; Ονομαστοί βέβαια κάποιοι… Ο Χειλάς με την «Τριάνα του Χειλά», ο «Τζίμης ο χοντρός»… Έτσι και σήμερα, γράφουν ιστοριούλα. Μπορεί πιο ταπεινά αλλά γράφουν…

Σ’ αρέσει η Θεσσαλονίκη; Σε βλέπουμε σχετικά συχνά εδώ και μάλιστα για εμφανίσεις με διαφορετικό ρεπερτόριο κάθε φορά.
Ναι μ’ αρέσει… Μ’ αρέσει πάρα πολύ και ξέρεις και τι άλλο μ' αρέσει; Που όταν έρχομαι δεν έχω άλλες δουλειές να κάνω ενώ στην Αθήνα τρέχεις συνέχεια να πας στην εφορία, να πας εδώ, να πας εκεί… Ενώ εδώ δεν έχω τίποτα να κάνω πέρα απ’ το να δω δυο φίλους, το οποίο είναι ευχάριστο… Μ’ αρέσει να περπατάω… Περπατάω πάρα πολύ εδώ, κάτι που μου λείπει στην Αθήνα, γιατί έχω το μηχανάκι και τρέχω ενώ εδώ περπατάω απ’ τη μια άκρη στην άλλη, το κάνω πάντα.

Μάκη σ’ ευχαριστώ πολύ γι’ αυτή την πολύ ωραία και ενδιαφέρουσα κουβέντα κι εύχομαι να σε ξαναδούμε σύντομα στην πόλη μας.
Θανάση να ’σαι καλά… Σ’ ευχαριστώ πολύ κι εγώ κι εύχομαι το ίδιο. Να τα ξαναπούμε γρήγορα… Πέρασα πολύ όμορφα…

Video

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!