Διονύσης Σαββόπουλος - Η ζωή του όλη!

Με αφορμή τα «γκάζια» του «Φορτηγού» 50 χρόνια μετά, ένα σεργιάνι τη ζωή και το έργο του Διονύση Σαββόπουλου.
Τραγουδοποιός που χαρακτήρισε τη γενιά του και έδωσε υπόσταση στην «κατηγορία» του. Δημιούργησε «σχολή» στο τραγούδι με τον ευρηματικό και ανατρεπτικό του στίχο καθώς και τους μουσικούς συγκερασμούς του. Μέσα από εμπνευσμένες παραγωγές του ενσωμάτωσε με χαρισματικό τρόπο λαϊκούς καλλιτέχνες σε εργασίες που θεωρητικά ήταν έξω απ’ τα νερά τους καις στις οποίες τελικά μεγαλούργησαν όπως οι Σωτηρία Μπέλλου, Μιχάλης Μενιδιάτης, Μάκης Χριστοδουλόπουλος κ.ά. Ακόμα και σήμερα ο Σαββόπουλος εξακολουθεί να λειτουργεί ως πρότυπο για τους νεότερους που επιχειρούν να ακολουθήσουν αλλά και να στηριχτούν στα ανεξίτηλα χνάρια του.

Ο Μάνος Χατζιδάκις λέει στον Λευτέρη Παπαδόπουλο: «Θεωρώ τον Σαββόπουλο τον σημαντικότερο εκπρόσωπο της γενιάς σου που διαδέχτηκε τη δική μας! Ο Σαββόπουλος, στα τόσα χρόνια που υπάρχει, έχει ήδη δημιουργήσει την προσωπική του ιστορία. Ο Σαββόπουλος δεν κατέβηκε στην Αθήνα φτιάχνοντας απλώς ένα ωραίο τραγουδάκι. Ο Σαββόπουλος κατέβηκε κουβαλώντας μια προσωπική μυθολογία, η οποία είναι συνδυασμός καταγωγής (Μακεδονία), ενός κλίματος της εποχής που έζησε και έγινε νέος κι ενός κλίματος ποιητικού από μια ομάδα ποιητών της Θεσσαλονίκης που βγήκε. Μπορεί, βέβαια, με όλ’ αυτά να γινόταν απλώς ένας επαρχιακός καλλιτέχνης. Έγινε όμως πανελλαδικός. Αυτό είναι το μεγάλο ταλέντο του. Συγχρόνως, διαμόρφωσε μια ζωή σύμφωνα με τη μουσική του. Αυτά όλα είναι πολύ σημαντικά πράγματα».

Μισός αιώνας συμπληρώνεται φέτος από την πρώτη κυκλοφορία του ιστορικού πια δίσκου «Φορτηγό» και ο Διονύσης Σαββόπουλος αυτόν τον Δεκέμβρη, κάνει έναν σταθμό στο κέντρο της Αθήνας, στην αίθουσα του Παρνασσού του αρχαιότερου Φιλολογικού Συλλόγου της πόλης,. Θα λέγαμε πως ο σπουδαίος, πολύπειρος και οικουμενικά αναγνωρισμένος Σαββόπουλος του 2016 συναντά τον άγνωστο, νεαρό και φλογισμένο Σαββόπουλο του 1966 με εκείνα τα παντοτινά τραγούδια του πρώτου του δίσκου, που δέχθηκαν τα βέλη της λογοκρισίας και τάραξαν δημιουργικά τα νερά του ελληνικού τραγουδιού.

Με τις πρώτες του δουλειές “Φορτηγό” και “Περιβόλι του τρελλού” ο Σαββόπουλος ξεχωρίζει για το καθαρά προσωπικό και πρωτότυπο ύφος με το οποίο επιχειρεί να ανανεώσει, νοηματικά και μουσικά το ελληνικό τραγούδι. Το 1971 κυκλοφορεί το LP “Ο Μπάλλος” - όπου το ομώνυμο κομμάτι διάρκειας 18 λεπτών καλύπτει όλη την πρώτη πλευρά του δίσκου 33 στροφών - για τον οποίο ο ίδιος δημιουργός λέει:

«Ο Μπάλλος είναι μία συνθετικότερη μορφή τραγουδιού... Με την μουσική του Μπάλλου κυκλοφορώ σαν τραγουδιστής μέσα στα Βαλκάνια που έχω στο μυαλό μου. Πάω Μαύρη Θάλασσα, Βουκουρέστι και Κωστάντζα. Πάω και στην Αθήνα και στην Άγκυρα. Το τραγούδι μου είναι εικόνα να πούμε, που μπορεί όμως να περπατήσει μόνη της…»

Το 1972 κυκλοφορεί ο δίσκος “Το Βρώμικο Ψωμί”. Ίσως το ωριμότερο στιχουργικά, μέχρι εκείνη την περίοδο, έργο του Διονύση Σαββόπουλου. Το άλμπουμ κλίνει με την δωδεκάλεπτη «Μαύρη Θάλασσα». Ξεχωρίζουν το ομώνυμο ηλεκτρικό «Ζειμπέκικο», «Η Δημοσθένους λέξις», «Έλσα σε φοβάμαι». Μαζί τους και ο «Αγγελος εξάγγελος», δηλαδή το τραγούδι του Bob Dylan, «The wicked messenger» σε μετάφραση και διευρυμένη διασκευή του Σαββόπουλου.

Η εμφάνιση του Σαββόπουλου στο μουσικό προσκήνιο συμπίπτει με ένα καταιγισμό ανατροπών σε όλο τον πλανήτη. Γράφει χαρακτηριστικά ο Νίκος Αναγνωστάκης: «…λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’60, η νεολαία άλλαζε, όπως και η στάση της απέναντι στην εξουσία. Πληροφορείται πλέον για τα παγκόσμια προβλήματα, για το Βιετνάμ, τον Μάη του ’68, για το Γούτστοκ, για την εξέγερση στο πανεπιστήμιο του Berkeley, και σε συνδυασμό με την ελληνική δικτατορία δημιουργείται μια συσσώρευση συναισθημάτων που ψάχνει διέξοδο. Η νεολαία είναι πλέον μορφωμένη, καλλιεργημένη. Βλέπει καλές ταινίες στην «Αλκυονίδα» και στο «Studio», καλό θέατρο, ακούει αξιόλογα ξένα τραγούδια από τον Bob Dylan, την Joan Baez, με στίχο ψαγμένο και πολυσήμαντο. Αυτή, λοιπόν, η νεολαία, με την αντισυμβατικότητα που τη διακρίνει, ζητάει εναγωνίως κάποια άλλη στιχουργική και μουσική εκπροσώπηση, ευθέως ανάλογη με τις ανησυχίες και τις προσδοκίες της». Και τότε εμφανίζεται ο Σαββόπουλος.

Ανάμεσα στις πολλές, πολυδιάστατες, πολύχρωμες, και αναπάντεχες συχνά συμπράξεις του Διονύση Δαββόπουλου ξεχωρίζει και αυτή με τε τον Δημήτρη Γκόγκο, τον κανταδόρο του ρεμπέτικου, γνωστό ως Μπαγιαντέρα. Σε ένα μικρό δισκάκι 45 στροφών που κυκλοφόρησε από τη Lyra το 1975, Σαββόπουλος και Μπαγιαντέρας μοιράστηκαν την ερμηνεία στον «Καθρέφτη» ένα χασαποσέρβικο του Γκόγκου. Στην πλευρά του δίσκου ο Σαββόπουλος έριξε τα βέλη του με τον «Πολιτευτή» που έγινε ευρύτερα γνωστός λίγα χρόνια αργότερα, μέσα από την παρουσία του στο μεγάλο δίσκο «Ρεζέρβα» του 1979.

Το 1944 γεννιέται στη Θεσσαλονίκη, ο Διονύσης Σαββόπουλος. Έρχεται στην Αθήνα στα μέσα περίπου της δεκαετίας του ‘60 και εμφανίζεται στις νεοκυματικές μπουάτ. Έχει το χάρισμα να «σερβίρει» σκηνοθετομελωδικά τις αφηγηματικές μπαλάντες του, που ξεχωρίζουν για τον πρωτότυπο, σουρεαλιστικό και αντισυμβατικό - για τα δεδομένα της εποχής - στίχο τους. Οι επιρροές από Χατζιδάκι, το ελαφρό αλλά και λαϊκό τραγούδι, ιταλικά ακούσματα, παραδοσιακά και ροκ στοιχεία συνδυάζονται εμπνευσμένα στο ηχόχρωμά του.

Στις 19 Σεπτεμβρίου 1983, ο Διονύσης Σαββόπουλος γιορτάζοντας τα 20 του χρόνια στο ελληνικό τραγούδι βάφτισε το Ολυμπιακό Στάδιο σε συναυλιακό χώρο. Η συναυλία αποτελούσε την κορύφωση της περιοδείας «20 χρόνια δρόμος» που ξεκίνησε τον Ιούνιο και αποτυπώθηκε λίγο αργότερα και δισκογραφικά. Ογδόντα χιλιάδες κόσμος γεύτηκε τραγούδια κι ερμηνείες, απρόσμενες εκπλήξεις, εξαιρετικές συμμετοχές, ακροβάτες, ζογκλέρ και στο φινάλε παρακολούθησε και καταχειροκρότησε το Σαββόπουλο σε ένα μεγαλειώδες φινάλε να χάνεται μέσα σε αερόστατο στους ουρανούς.

Η παρουσία του Διονύση Σαββόπουλου στο ελληνικό τραγούδι και την πολιτισμική ζωή του τόπου θέσπισε τον όρο τραγουδοποιός. Ο Σαββόπουλος με τον λόγο χάδι και γροθιά που διαθέτει και το ιδιότυπο αλλά με προσωπικό χαρακτήρα μουσικό χωνευτήρι του είναι η σπορά που θα γεννήσει τον Παπάζογλου, τους Κατσιμιχαίους, το Μάλαμα, τον Πασχαλίδη, τον Αλκίνοο και παράλληλα θα επηρεάσει κομβικά όλο το σώμα και τους λειτουργούς του τραγουδιού. Η γενιά των κλασικών πια αλλά και των σημερινών τραγουδοποιών, των μελωδών και των στιχουργών, του οφείλει πολλά. Μαζί και τα ευήκοα ώτα και οι ευαίσθητες ψυχές των ανθρώπων.

Το 1983 κυκλοφόρησαν τα «Τραπεζάκια έξω». Θα έλεγε κανείς ότι ηχοχρωματικά είναι ίσως ο «λαϊκότερος» δίσκος του Σαββόπουλου. Τα νοήματα όμως παραμένουν μεστά, αλληγορικά και ανατρεπτικά γοητευτικά. Παλλαϊκή υπήρξε και η υποδοχή του κόσμου με αποτέλεσμα το άλμπουμ αυτό να αγαπηθεί στο σύνολό του, με τραγούδια που έμειναν διαχρονικά. Προμετωπίδα του το περίφημο «Ας κρατήσουν οι χοροί». Ακόμη κι ο ίδιος ο Σαββόπουλος συνομιλώντας με τον υπογράφοντα δηλώνει την έκπληξή του: «Ένα τραγούδι μακρύ, χωρίς ρεφραίν, με πολλά δύσκολα λόγια»… Με το χάρισμά όμως του Σαββόπουλου και εκείνη την πιασάρικη, φιλική ματιά, που σε κάνει τραγουδάς όλα εκείνα που ενδεχομένως δεν θα ήθελες να ακούσεις…

Ο Σαββόπουλος με την δημιουργική παρουσία του επηρέασε καταλυτικά όλα τα ρεύματα και τις μουσικές τάσεις. Οι συνεντεύξεις και οι συναυλίες του με τις παρλάτες και τους προλόγους - εισαγωγές των τραγουδιών ανέδειξαν την κοφτερή κριτική του ματιά και σκέψη, την σατυρική του διάθεση, το «ιδιότροπο» χιούμορ του. Στην δεκαετία του ‘70 παρουσίασε τον καλύτερό του εαυτό... Χωρίς αυτό να σημαίνει ότι και στα χρόνια που ακολούθησαν φτάνοντας στις μέρες μας δεν έδωσε και δίνει εξαιρετικά δείγματα γραφής δισκογραφικά αλλά και επί σκηνής. Άλλωστε ο Σαββόπουλος είναι ειδική περίπτωση και κατηγορία από μόνος του.

Ο πλούτος και η μασίφ κοψιά του ως τραγουδοποιού είναι δεδομένη και αποδεδειγμένη. Ο Διονύσης Σαββόπουλος, εκτός από προικισμένος δημιουργός, εκπληκτικός περφόρμερ και αφηγητής των δικών του πονημάτων είναι και ένας ατμοσφαιρικός ερμηνευτής ξένων τραγουδιών. Ο Σαββόπουλος έχει την τέχνη και το χάρισμα να υπογραμμίζει και να φωτίζει τις ιστορίες που εκτυλίσσονται και στα μικρά των άλλων μπαλκόνια…

Ο Σαββόπουλος είναι ένας, οι ιδιότητες του πολλές. Συνθέτης, στιχουργός, ερμηνευτής, περφόρμερ, παραμυθάς και όχι μόνο. Κάθε του μία πτυχή αποτελεί και τομή στην κατηγορία της. Ο Νίκος Αναγνωστάκης γράφει για το λόγο του Σαββόπουλου: «Η χώρα μας ευτύχησε να γεννήσει και να αναδείξει τεράστιους ποιητές και στιχουργούς. Όμως, ο Νίκος Γκάτσος, ο Λευτέρης Παπαδόπουλος και ο Διονύσης Σαββόπουλος, έφεραν τη διαφορετικότητα και την ανατροπή στο στιχουργικό περιβάλλον και το τροφοδότησαν με διαφορετικό ψυχισμό και ποιότητα, δημιουργώντας μια πραγματική στιχουργική ταυτότητα η οποία εμπεριέχει όλα τα στοιχεία της παράδοσης, της ελληνικότητας και της ουσιαστικής ερωτικής ευαισθησίας».

Ένα μόνο τραγούδι αρκεί για να γράψει ιστορία και να σμίξει για πάντα έναν ευρηματικό και φλογισμένο δημιουργό με έναν πηγαίο ερμηνευτή. Ο Διονύσης Σαββόπουλος μιλά στον υπογράφοντα για τη συνεργασία του με τον Μιχάλη Μενιδιάτη: «Το 1975 έγραψα την μουσική και τα τραγούδα για την ταινία του Παντελή Βούλγαρη Happy Day. Ένα από αυτά τα τραγούδια ήθελα να το πει ο Μιχάλης Μενιδιάτης. Τον εκτιμούσα πάρα πολύ. Είχε αδρή φωνή, λαϊκή φωνή και ανεπιτήδευτη. Είχε μια απλότητα στην έκφρασή του, δεν είχε περιττά περίτεχνα στην ερμηνεία του. Ζήτησα απ’ τον παραγωγό Γιώργο Μακράκη να μεσολαβήσει για έχουμε μιαν επαφή ώστε να πει το τραγούδι μου και για τις ανάγκες της ταινίας και για τον δίσκο που θα κυκλοφορούσε από την Lyra του Αλέξανδρου Πατσιφά. Πράγματι το ραντεβού κανονίστηκε ένα απόγευμα, στο σπίτι του Κοσμά, αδελφού του Μιχάλη, ένα ρετιρέ κάπου στην Πατησίων. Παρών ήταν και ο Άκης Πάνου. Εκείνος έδωσε την τελική έγκριση για να ερμηνεύσει ο Μενιδιάτης το τραγούδι».

Το 1976 μετά από παραγγελία του Θεάτρου Τέχνης, ο Σαββόπουλος ξεκίνησε να γράφει την μουσική για τους Αχαρνής του Αριστοφάνη, μεταφράζοντας ο ίδιος ελεύθερα τα σημεία που θα μελοποιούσε. Διαφώνησαν όμως γύρω από την μετάφραση - απόδοση και ο Σαββόπουλος παρουσίασε σε δική του παράσταση τους Αχαρνής με τίτλο «Ο Αριστοφάνης που γύρισε από τα θυμαράκια» σε υπόγειο της Πλάκας. Μαζί με τον Σαββόπουλο τραγουδούσαν οι Σάκης Μπουλάς, Νίκος Παπάζογλου, Μανώλης Ρασούλης, Μελίνα Τανάγρη, Νίκος Ζιώγαλας, Βαγγέλης Ξύδης, Κώστας Γεωργίου και Ηλίας Λιούγκος. Ο τελευταίος γνωρίζει στον Ρασούλη τον γείτονά του Νίκο Ξυδάκη. Τα «μπετά» για την «Εκδίκηση της γυφτιάς» έχουν αρχίσει να ρίχνονται...

Ο Σαββόπουλος έδωσε βήμα αλλά έβαλε γερή πλάτη για να αναδειχθούν νέα πρόσωπα, ιδέες και αξίες στο τραγούδι μας.

Το 1997 ο Διονύσης Σαββόπουλος φιλοξένησε με το δικό του ξεχωριστό τρόπο τους φίλους και συνοδοιπόρους απ’ την παγκόσμια μουσική σκηνή. Έχοντας μαζί του το Βασίλη Παπακωνσταντίνου, τον Ορφέα Περίδη, τον Αργύρη Μπακιρτζή και τον Αλκίνοο Ιωαννίδη, υποδέχθηκε μεταξύ άλλων στο «Ξενοδοχείο» του, το Lucio Dalla, το Nick Cave, τον Ian Anderson, το Van Morrison, το Steve Winwood και φυσικά το Lou Reed. Ήταν πραγματικά μια Υπέροχη Μέρα.

Ο «χορός» του Διονύση Σαββόπουλου εδώ και 50 ομορφαίνει το τραγούδι μας, αποτελεί σημείο αναφοράς, δίνει στήριγμα και βήμα στους επόμενους, σαρκάζει και αποδομεί δεδομένα, ψυχαγωγεί, κριτικάρει, προτείνει λύσεις, προβληματίζει, ενίοτε στενοχωρεί και πληγώνει. Οι ωδές όμως του Σαββόπουλου δε βαλτώνουν ακόμη και τώρα που η δημιουργία, δείχνει να έρχεται σε δεύτερη μοίρα στα ενδιαφέροντά του. Έλεγε ο ίδιος χαρακτηριστικά: «Αυτή μου η σύνθεση έχει φόρμα κυκλική. Αρχίζει δηλαδή και τελειώνει με το ίδιο μουσικό θέμα. Γιατί που αλλού μπορεί να πάει; Μέσα στο Μπάλλο οι φίλοι μου με πείθουν να πεθάνω για να ταυτιστούν μαζί μου, λοιπόν κι εγώ πεθαίνω, κι όταν πέφτει η αυλαία ξανασηκώνομαι. Μετά πάω κοντά τους και τους λέω ότι αναστήθηκα. Και αυτοί μπερδεύονται. Τους κακοφαίνεται. Ωστόσο αναλαμβάνω πλήρως την ευθύνη να κάνω το ψέμα αλήθεια. Γι’ αυτό είμαι αρχηγός αυτού του πανηγυριού...».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!