Βασίλης Βασιλικός, Χρίστος Καρράς και Γιώργος Ε. Παπαδάκης γράφουν για τον Βασίλη Τσιτσάνη

«Τον Τσιτσάνη τον πρωτογνώρισα το 1961 όταν τραγουδούσε στις Τζιτζιφιές. Του πήγα ένα αγγλικό συνεργείο του BBC που γύριζε ένα διαφημιστικό για
την Ελλάδα. Όταν μεταφερθήκαμε στο παρακείμενο καφενείο για την πληρωμή, χάρισε στους Άγγλους (σκηνοθέτη, οπερατέρ, ηχολήπτη, φωτιστή, δ/ντή παραγωγής) ένα μικρό πουγγί φτιαγμένο από αλουμινόχαρτο, σα να περιείχε κουφέτα. Όταν έφτασε η σειρά μου, γυρίζει και μου λέει: «Θέλεις κι εσύ νεαρέ;». Το πήρα, κι όταν αργότερα το άνοιξα, μόνο κουφέτα δεν ήταν».


Αυτά σημειώνει ο Βασίλης Βασιλικός στο ένθετο του cd «Βασίλης Τσιτσάνης – Τρία Έργα. Επτά Τραγούδια» με τις ερμηνείες του Μπάμπη Τσέρτου, τους πίνακες του Χρίστου Καρρά και την ενορχήστρωση του Γιώργου Ε. Παπαδάκη στα περισσότερα άσματα.

Και συνεχίζει ο Βασιλικός:

 

«Στη Μεταπολίτευση, νοικιάζοντας ένα διαμέρισμα, κολλητό με τις ταράτσες του, με το σπίτι του Αντώνη Καλογιάννη, βρέθηκα ακριβώς, από την πίσω μεριά, πάνω από το «Χάραμα». Κατέβαινα στις δώδεκα τα μεσάνυχτα κι έφευγα με το χάραμα. Εκεί ήταν κι ο Χρίστος Καράς με την παρέα του, καθημερινός θαμώνας. Με θυμάται να ηχογραφώ όλη τη βραδιά. Τραγουδούσαν η Φούλη Δημητρίου, η Αλεξάνδρα, η Σούλα Μπιρμπίλη, και άλλοι. Το πρόγραμμα ήταν μισό της Σωτηρίας Μπέλλου και μισό του Τζίλα (όπως λεγαμε το Βασίλη). Δικό μου τραγούδι, όπως ήταν «Ο απόκληρος» για τον Χρίστο Καρά, «Της Γερακίνας γιος». Με την πρώτη πενιά, τίποτα δεν μπορούσε να με κρατήσει στην καρέκλα μου. Εκείνη την εποχή ο Κώστας Χατζηδουλή είχε αρχίσει να γράφει τη βιογραφία του Τσιτσάνη. Ο Κώστας ήταν ο μυστικοσύμβουλός του και εκείνος που τον συνόδευσε στο τελευταίο του ταξίδι στο Λονδίνο, απ’ όπου επέστρεψαν μαζί ο ένας σαν επιβάτης, ο άλλος σαν «φορτίο». Κι ήταν ο Κώστας αυτός που τηλεγράφησε στο τότε Πρωθυπουργό Ανδρέα Παπανδρέου (στενό φίλο, κολλητό του Τζίλα) ότι η τελευταία επιθυμία του Βασίλη ήταν να έρθει ο Ανδρέας στην κηδεία του. Κι αυτός πήγε.


Τα χρόνια πέρασαν
μα έμεινε ανεξίτηλη η μορφή του. Τα τραγούδια του έχουν περάσει στην πολιτιστική μας κληρονομιά. Κι όταν τελευταία διάβασα το «Ουζερί Τσιτσάνης», του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, κατάλαβα πως η μορφή του πέρασε και στις νεότερες γενιές. Μόλις αρχίζει να αχνογράφεται στον ορίζοντα η μεγάλη προσφορά του. Θα ακολουθήσουν κι άλλα βιβλία γι’ αυτόν, ώσπου να υλοποιηθεί εκείνο που πάντα ήθελε αλλά δεν το ομολογούσε παρά μόνο στον Χατζηδουλή: Να γίνει μια «Έδρα Βασίλη Τσιτσάνη» σε μια τριτοβάθμια μουσική σχολή.»
Βασίλης Βασιλικός


Ακολουθούν τα σημειώματα των Χρίστου Καρρά και Γιώργου Ε. Παπαδάκη


«Τον «απόκληρο», αυτό το υπέροχο ζεϊμπέκικο
, πρωτάκουσα στις αρχές της δεκαετίας του ’60, τραγουδισμένο απ’ τον ίδιο τον Βασίλη Τσιτσάνη, όπως και τόσα άλλα τραγούδια του, όπου με πάθος και καθ’ όλη τη διάρκεια ατέλειωτων εβδομάδων άκουγα στο περίφημο «Χάραμα», δίπλα στο σκοπευτήριο της Καισαριανής. Δεν ξέρω γιατί αυτό ο «απόκληρος» ακούμπησε έντονα μέσα μου. Ίσως γιατί μου θύμιζε τα παιδικά και νεανικά μου χρόνια όπου άλλοτε από Αθήνα προς Τρίκαλα και άλλοτε αντίστροφα με μια βαλίτσα στο χέρι, καμωμένη από χαρτόνι και δεμένη με σχοινιά, γεμάτη με τα βιβλία του σχολείου άλλαζα κάθε τόσο στέκια σε χώρους όπου μάλλον δεν ήμουν και τόσο ευπρόσδεκτος. Θυμάμαι μάλιστα το τρένο που σταμάτησε σε κάποια στιγμή, γιατί έπρεπε να πάμε με τα πόδια να συναντήσουμε ένα άλλο τρένο. Οι αντάρτες είχαν ανατινάξει τη γέφυρα του Γοργοπόταμου.


Στα Τρίκαλα η φήμη του Τσιτσάνη
έτρεχε με ταχύτητα στις καρδιές των συμμαθητών μου όπου όλοι τους, ξαφνικά προσπαθούσαν να μάθουν κάποιο όργανο. Τότε έμαθα κι εγώ να παίζω κιθάρα. Για πάρα πολλά χρόνια, οι φίλοι μου, διασκέδαζαν με κέφι μ’ αυτά τα λίγα πράγματα που είχα μάθει τότε.


Στον Τσιτσάνη με σύστησε ο αδελφός του πατέρα μου
, δικηγόρος και διάσημος ποινικολόγος. Ο Βασίλης, οποίος στις αρχές ήθελε κι αυτός να γίνει δικηγόρος, του είχε μεγάλη αγάπη και σεβασμό. Έκτοτε, με τον Βασίλη γίναμε θερμοί φίλοι. Εγώ τον παρακολουθούσα με πάθος αλλά κι εκείνος χαιρόταν πάντα να με βλέπει κοντά του. Όταν μάλιστα άρχισα να χορεύω, κάθε φορά που μ’ έβλεπε, δήλωνε: «Φραγκοσυριανή, χασάπικο» και μου έκανε νεύμα ν’ ανέβω στην πίστα.

Η ιδέα να του κάνω αυτά τα τρία πορτραίτα ξεκινάει από τότε που συμφωνήσαμε με τον Μπάμπη τον Τσέρτο να του κάνουμε μαζί ένα αφιέρωμα μνήμης. Την ιδέα την άκουσα με ενθουσιασμό και για ένα άλλο λόγο. Σκέφτηκα ότι είναι η ευκαιρία να εκπληρώσω μ’ ένα διαφορετικό τρόπο την επιθυμία του να του κάνω μία σύνθεση με άλογα, θέμα που δούλευα έντονα εκείνη την εποχή. Μου είπε μάλιστα ότι κι εκείνος θα έκανε κάτι για εμένα που θα το θυμόμουν σε όλη μου τη ζωή.

 

Δυστυχώς αυτό το έργο δεν κατάφερα ποτέ να του το κάνω. Τώρα, με αυτά τα τρία πορτραίτα αισθάνομαι πως εκπληρώνω μ’ ένα διαφορετικό τρόπο, εκείνο το παλιό χρέος.»
Χρίστος Καράς


«Οι μεγάλοι, οι διάσημοι, οι καλλιτέχνες που ξεχώρισαν στην εποχή τους και στο είδος τους, εκτός από τους θαυμαστές, αξιώνονται και μαθητές. Συχνά δηλαδή γίνονται και πρότυπα ή δάσκαλοι για άλλους ομότεχνούς τους οι οποίοι δέχονται τις επιδράσεις τους ή εμπνέονται από αυτούς. Αναζητούμε τα ίχνη τέτοιων δασκάλων στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Συνθέτες, στιχουργοί, τραγουδιστές, οργανοπαίχτες που η ατομικότητά τους, λίγο ή πολύ, επέδρασε στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής φυσιογνωμίας άλλων μεταγενέστερων συναδέλφων τους. Είναι ευνόητο πως δεν μας ενδιαφέρει εδώ η απλή, ή λιγότερο απλή και τεχνική ίσως, μίμηση που κι αυτή βέβαια υπάρχει μα που δεν έχει, μόνη της, καλλιτεχνική αξία. Στρεφόμαστε προς βαθύτερες καταβολές, συχνά δυσδιάκριτες εκ πρώτης όψεως, στοιχεία όπως ο τρόπος προσέγγισης, η «άποψη» ή φιλοσοφία, ο χαρακτήρας και αναζητούμε αναλογίες, αντιστοιχίες ή συγγένειες, ανάμεσα στον καλλιτέχνη – πρότυπο και στον επίγονό του.


Ο Βασίλης Τσιτσάνης είναι χωρίς αμφιβολία μια κορυφαία φυσιογνωμία στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού. Τόσο ο ίδιος όσο και – ανεξάρτητα απ’ αυτόν – το έργο του σημάδεψαν το λαϊκό τραγούδι και μάλιστα σε μια καίρια φάση της εξέλιξής του. Είναι γνωστό πως τους μεγάλους καλλιτέχνες – λόγιους και λαϊκούς – τους δημιουργούν οι εποχές και όχι το αντίθετο, δηλαδή οι καλλιτέχνες τις εποχές. Από την άποψη αυτή, ο Τσιτσάνη είχε την ικανότητα, τη δύναμη και την τύχη να γίνει ο εκφραστής μιας εξαιρετικής στιγμής της εξέλιξης του τραγουδιού: υπήρξε, από τη μια, ένας φυσικό συνεχιστής μιας παράδοσης, και από την άλλη, ο λαμπρός καινοτόμος όχι μόνο της μορφής και του περιεχομένου ενός είδους τραγουδιού αλλά και ο εισηγητής μιας νέας και μοναδικής δημιουργικής διαδικασίας που επιχειρούσε για πρώτη φορά να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στην «ανατολίτικη» φύση των παλαιών ρεμπέτικων, σμυρναίικων και δημοτικών τραγουδιών, και το δυτικότερο χαρακτήρα των λαϊκών καντάδων και των παρόμοιων τραγουδιών των πόλεων. Επιπλέον με το έργο του προετοίμασε, πολύ περισσότερο από άλλους, το έδαφος στους μεγάλους ανανεωτές του τραγουδιού Χατζιδάκι και Θεοδωράκη. Τα τραγούδια μάλιστα του «Επιτάφιου» παρά την καταλυτική παρουσία του μπουζουκιού του Μανώλη Χιώτη, είναι ως συνθέσεις κατ’ εξοχήν «τσιτσανικές». Ο ίδιος μάλιστα ο Θεοδωράκης μιλώντας το 1960 για τον Επιτάφιο, έκανε παρόμοιους συσχετισμούς, χαρακτηρίζοντας μουσικά το έργο ως νοερή καταγραφή μελωδιών που «όλοι έχετε ακούσει με τη φαντασία σας δίχως όμως να τις έχετε συνειδητοποιήσει» και πως τα πρότυπά του τα πήρε από τραγούδια που «θυμίζουνε τους αγώνες, το ριζικό μας, τη δύναμη της ελληνικής ψυχής» αναφέροντας τον Βασίλη Τσιτσάνη ως έναν από του σημαντικότερους συνθέτες που γράφουν τέτοια τραγούδια και τη «Συννεφιασμένη Κυριακή» ως μια από τις ωραιότερες μελωδίες της νεοελληνικής μουσικής.


Με τον Χατζιδάκι όμως, απ’ την άλλη,
βρίσκει πιο έντονη έκφραση η αυθόρμητη – και εν πολλοίς ανομολόγητη – διάθεση του Τσιτσάνη να κινηθεί ελεύθερα και δημιουργικά ανάμεσα στους δυο πόλους της λαϊκής μουσικής παράδοσης, την καντάδα και το βυζαντινό μέλος, βλέποντας και τους δυο με το – κατά τεκμήριον – ευαίσθητο, εύστοχο και κυρίως ανεξίθρησκο αισθητήριο του λαού. Ο Χατζιδάκις με την λεπτή αίσθηση που τον διέκρινε, στράφηκε κυρίως προς το ποιητικό βάθος αφήνοντας σε δεύτερη θέση τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της φόρμας. Έτσι και παρά το γεγονός ότι εκτός από θαυμαστής υπήρξε και συνεργάτης του Τσιτσάνη, δεν βρίσκει κανείς τόσο «άμεσες» αναφορές στην τεχνοτροπία του λαϊκού συνθέτη παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις π.χ. «Είμαι αητός χωρίς φτερά» «Αγάπη που ‘γινες δίκοπο μαχαίρι», «Είμαι άντρας» κ.α.


Το κύριο χαρακτηριστικό του Τσιτσάνη,
ως τραγουδοποιού, εκπορεύεται βαθιά μέσα από τις κοινωνικές συνθήκες της εποχή του, και ταυτόχρονα είναι άκρως προσωπικό, ώστε δύσκολα μπορεί κανείς να το ανιχνεύσει και σε άλλους μεταγενέστερους «συνεχιστές» ή «μαθητές» του. Με μια ευρύτερη έννοια πάντως, νεότεροί του λαϊκοί συνθέτες όπως ο Θόδωρος Δερβενιώτης, ο Μπάμπης Μπακάλης, ο Γιώργος Μητσάκης ακόμα και ο ανταγωνιστής του Απόστολος Καλδάρας δανείστηκαν, άλλος λιγότερο άλλος περισσότερο, κάτι από την τραγουδοποιητική τεχνοτροπία του, χωρίς όμως να μπορούν να ονομαστούν και μαθητές του.


Το πνεύμα του Τσιτσάνη αντλεί από πολύ μακριά,
από παλαιότερους μουσικούς που ήσαν φορείς μιας παράδοσης η οποία παρακολουθούσε τον μετασχηματισμό προτύπων της μουσικής της υπαίθρου δημιουργώντας νέες μορφές και σχήματα, κατάλληλα να εκφράσουν τη νέα αστική λαϊκή πραγματικότητα. Ο Τσιτσάνης ήταν ένας λαμπρός φορέας αυτής της παράδοσης και είχε επί πλέον την τύχη να βρεθεί την κατάλληλη ώρα εντός των μηχανισμών προβολής της λαϊκής μουσικής.»

Γιώργος Ε. Παπαδάκης


 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!

ates