Αν δεν είχε ζήσει ο Μητσάρας, θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να τον εφεύρουμε

Γιατί ακούμε τόσα χρόνια Μητροπάνο; Γιατί βρήκες κι εσύ, μαζί μου, απάγκιο στη φωνή του;
Προσφάτως μου τηλεφώνησε μια φίλη για να μου πει - μεταξύ σοβαρού κι αστείου: «Άμα βλέπεις Μητροπάνο σε προφίλ, μυρίζει ανθρώπινο κρέας, μάλλον έπεσαν κορμιά».

Δίκιο έχει. Αναγνωρίζω, όμως, την καλοτυχία μου που μπόρεσα σ’ αυτή τη ζωή να πονάω με Μητροπάνο. Γιατί αν δεν είχε ζήσει ο Μητσάρας, θα έπρεπε με κάποιο τρόπο να τον εφεύρουμε.

Γιατί ένα αγόρι αφιέρωσε σε ένα κορίτσι: Κάθεται στο μπαλκονάκι σαν λουλούδι αθάνατο μα εγώ σαν τ’ αηδονάκι παίζω με το θάνατο.

Γιατί δύο στον αριθμό δε γλιτώνεις, τον έρωτα και το θάνατο: Τα νιάτα μας διαδρομή Αθήνα Σαλονίκη μια πόλη χτίσαμε μαζί κι ακόμα ζω στο νοίκι έπεσα να σ’ ονειρευτώ σε ψάθα από φιλύρα κι είδα πως βγάζει η νύχτα φως και τ’ όστρακο πορφύρα. Όσοι με το Χάρο γίναν φίλοι με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη στα τρελά τους όνειρα δοσμένοι πάντα γελαστοί και γελασμένοι.

Γιατί βασανίστηκες από αντιφάσεις: Σ’ αγαπώ σαν αμαρτία, σε μισώ σα φυλακή.

Γιατί ο εγωισμός σε νίκησε και δεν πήρες χαμπάρι: Ποιος φταίει μη ρωτάς στο χτες μας μη γυρνάς παλιές πληγές ανοίγεις ποιος φταίει μη ρωτάς πες μου πως μ’ αγαπάς και φίλα με πριν φύγεις

Γιατί άλλαξες πεζοδρόμιο χαμηλώνοντας το βλέμμα: Κι άμα δω κανένα φίλο τρέμω μη με θυμηθεί πεθαμένες καλησπέρες δε γουστάρω να μου πει.

Γιατί δεν τό ’νιωσες, μέχρι που χτύπησες το κεφάλι σου στον τοίχο κι απάντηση δεν πήρες: Ό,τι πιότερο αγαπάμε, μας πληγώνει πιο βαθιά.

Γιατί μεγαλώνοντας, βρέθηκες κάμποσες φορές αντιμέτωπος με το ερώτημα τι είναι έρωτας, τι είναι αγάπη: Αν είσαι πλάι μου μπορώ το φόβο να νικήσω τον κόσμο ν’ αγαπήσω κι ίσως ν’ αγαπηθώ.

Αν είσαι πλάι μου μπορώ να μ’ αντιμετωπίσω τη μοίρα μου να ορίσω να μεταμορφωθώ. Μόνος μου πώς να πορευτώ και πού να επιστρέψω χωρίς εσένα είμαι μισός κι ίσως να μην αντέξω. Αν είσαι πλάι μου μπορώ τη μάχη να κερδίσω να μην εγκαταλείψω να μην παγιδευτώ. Αν είσαι πλάι μου μπορώ τον ήλιο ν’ αντικρίσω να μην ξαναγυρίσω σε τόπο σκοτεινό.

Γιατί ο Μητσάρας τραγούδησε συγκλονιστικά της ψυχής τον αναστεναγμό: Χωρίς την αγάπη σου θα ήμουνα μόνος η πίκρα θα μ’ έπνιγε, το δάκρυ, ο πόνος. Εσύ με οδήγησες στης γης την ελπίδα του κόσμου το νόημα στα μάτια σου είδα.

Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν αγάπησαν
Αλίμονο, αλίμονο, αλίμονο
Αλίμονο σ’ αυτούς που δε δακρύσανε, ζωή
Την ομορφιά σου δε γνωρίσανε ζωή
Την ομορφιά σου δε γνωρίσανε.

Γιατί οι αγάπες σκορπίσανε, οι άνθρωποι χάθηκαν: Άλλος για Χίο τράβηξε πήγε κι άλλος για Μυτιλήνη κι άλλος στης Σύρας τα στενά αίμα και δάκρυα πίνει.

Γιατί το διάβασα σε τοίχους, σύνθημα από πιτσιρικάδες: Απόψε θα ‘θελα να ‘ρθεις και να μου πεις σε θέλω.

Γιατί η εκδίκηση αποκαλύπτει έναν καημό: Για να σε εκδικηθώ σου σκίζω τις φωτογραφίες κι εσύ όπως κι εγώ κομμάτια στις γωνιές και στις πλατείες, τα γράμματά σου καίω μέσα στον πυρετό μου και σβήνω το όνομά σου μαζί με το δικό μου.

Γιατί στα λίγα βρήκα την ευτυχία και κρατάει κάτι στιγμές μόνο: Στου αιώνα την παράγκα στρώσε τ’ όνειρό σου μάγκα με βρισιές και προσευχές και της μάνας τις ευχές, στα κρυφά και ταπεινά ψάξε τα παντοτινά.

Γιατί παρακάλεσες για ψίχουλα, θυσιάζοντας την αυτοεκτίμηση σου στο βωμό μιας αγάπης: Τα μάτια σου έκλεισες και μ' άφησες απ' έξω, άλλη μια νύχτα θα τη βγάλω στη βροχή, όλα για πάρτη σου κι απόψε θα τα παίξω και δεν με νοιάζει τι θα φέρει το πρωί.

Γιατί αυτός που νοιάζεται λιγότερο έχει το πάνω χέρι στη σχέση (τα λένε οι ψυχολόγοι): Έτσι για να πω πως σε κέρδισα θα `θελα μια φορά να σε πληγώσω, εσύ να μου ζητάς όσα σου στέρησα και εγώ να μην μπορώ να σου τα δώσω.

Γιατί όσο αναθεμάτιζες ένα όνομα, άλλο τόσο γούσταρες να βυθιστείς στην προφορά του: Πώς να γλιτώσει μάτια μου ο ένας απ’ τον άλλο πώς θες να αλλάξουμε ουρανό, τώρα που μοιάζουμε με δίδυμα φεγγάρια που ξενυχτάνε με τον ίδιο στεναγμό.

Γιατί στη ζωή σου είδες τουλάχιστον μια φιγούρα που σου θύμισε τα λόγια του Μάνου Ελευθερίου: Σ’ άρεσε πάντα να καπνίζεις και να κλαις για ξένα βάσανα, για ξένες αμαρτίες, σκιές να βλέπεις στα χαρτιά σου απατηλές και στον καφέ τους έρωτές σου τραυματίες.

Γιατί ο πατέρας μου σιγοτραγουδούσε στη μάνα μου: Είσαι ωραία σαν αμαρτία και γω παιδάκι της γειτονιάς, μη με κοιτάζεις μ’ αδιαφορία από κοντά μου όταν περνάς.

Γιατί περιπλανήθηκα σε νεκροταφεία κλαίγοντας δικούς μου χαμένους, μα στα παρατημένα μνήματα μπροστά στεκόμουν πάντα περισσότερο: Άνθρωπο δεν έχω να με κλάψει ούτε ένα κεράκι να μ’ ανάψει, μόνος ήμουν μόνος είμαι, Χάρε μου την ψυχή μου πάρε μου.

Γιατί γνώρισες τουλάχιστον έναν άντρα που δε χόρευε ζειμπέκικο για να χειροκροτηθεί απ’ το φιλοθεάμον κοινό: Σαν χορεύεις μου ’λεγες να ‘σαι ο Διγενής, έρωτας αρχάγγελος σαν τις παλιές εικόνες κι ο χορός του κόσμου ραγίζει τους αρμούς.

Γιατί για είκοσι και πλέον χρόνια, μαζί με γέρους που κάποτε υπήρξαν νέοι, σκίσαμε τα εισιτήρια για την ξενιτιά και μείναμε εδώ: Εδώ που μάθανε τα μάτια μας να κλαίνε που συνηθίσαμε σε κάλπικους καιρούς, εδώ θα μείνουμε γιατί έχουμε και λέμε ένα φιλότιμο και λόγους σοβαρούς. Γιατί εδώ εδώ ειν’ ο έρωτας που ξέρουμε εδώ κι οι πίκρες που μας θέλουν και τις θέλουμε, εδώ κι εμείς για να ‘χει πάντα συντροφιά η εθνική μας μοναξιά. Εδώ που μάθανε τα χρόνια μας να φταίνε κι όλοι οι γειτόνοι μας ζητάνε μερτικό, παίξε το τζόγο σου και βρίσε τους καημένε με λεξιλόγιο πολύ ελληνικό.

Γιατί δε δύνανται όλα να περιγραφούν με λόγο: Μάθε στα μάτια μου να διαβάζεις ό,τι με λόγια δε σου ‘χω πει.

Γιατί είδα σφιχταγκαλιασμένους, φορτωμένους βαλίτσες σε σταθμούς: Κάνε κάτι λοιπόν να χάσω το τρένο, αγκάλιασέ με φίλησέ με, μέσα στα χέρια σου τα δυο φυλάκισε με.

Γιατί ο Μητροπάνος έκανε σουξέ διεθνώς, που τραγουδιέται ανεξαρτήτως πολιτικών πεποιθήσεων, ένα τραγούδι βαθιά πολιτικό, βαθιά επαναναστατικό: Πώς η ανάγκη γίνεται ιστορία πώς η ιστορία γίνεται σιωπή, τι με κοιτάζεις Ρόζα μουδιασμένο, συγχώρα με που δεν καταλαβαίνω τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί.

Γιατί όλοι μνημόνευσαν με παροιμιώδη απλότητα μια Ρόζα, σε κάποιο ξέφρενο ξενύχτι τους. Κι ας μιλάμε για την ίδια γυναίκα, για την οποία έγραψε ο Μπρεχτ «η κόκκινη Ρόζα χάθηκε κι αυτή, κανείς δεν ξέρει πού το κορμί της παραχώσαν. Έλεγε την αλήθεια στους φτωχούς. Γι’ αυτό κι οι πλούσιοι τη σκοτώσαν».

Γιατί στα αεροδρόμια που βρέθηκα άκουσα ένα τηλεφώνημα να κλείνει με το συνωμοτικό: Κλείνω κι έρχομαι έρχομαι φτάνω με το πρώτο το αεροπλάνο.

Γιατί κάθε μα κάθε φορά που περιπλανήθηκες στη συμπρωτεύουσα σε άκουσαν να λες: Σ’ αναζητώ στη Σαλονίκη ξημερώματα, λείπει το βλέμμα σου απ’ της αυγής τα χρώματα, σ’ αναζητώ, σ’ αναζητώ μ’ ένα βιολί κι ένα φεγγάρι, λείπει το όνειρο εσύ και το δοξάρι.

Γιατί ο νταλκάς εκφράζεται με ταξίμι σε ρε ματζόρε: Θα κάνω στάση στη διπλή γραμμή του δρόμου πόσο κοστίζει μια παράβαση του νόμου, να σταματήσω θέλω την κυκλοφορία για να φωνάξω ότι πρόδωσες την πιο όμορφη ιστορία.

Γιατί ένιωσες φόβο στο πετσί σου: Στενεύουν τα περάσματα οι φίλοι μου φαντάσματα κι η πόλη μοιάζει γενικώς τάφος οικογενειακός.

Γιατί οι ιστορίες προχωρούν κι ο κόσμος αλλάζει μονάχα με ένα αδιαμφισβήτητο ΜΑΖΙ: Κάνε ένα βήμα να κάνω εγώ το επόμενο, αίμα μου και σχήμα λόγος και ψυχή στο συμφραζόμενο.

Γιατί δε θα πάψω να έχω πίστη στους ανθρώπους, δε θα πάψω την προσπάθειά μου να σταθώ πλάι έστω σε έναν με γενναιοδωρία: Θέλω να ‘χεις δυο καρδιές ν’ αγαπάς διπλά τον κόσμο, θέλω να ‘χεις δυο ψυχές γιομάτες να ‘ναι δυόσμο, θέλω να ‘σαι αετός.

Γιατί όλοι έχουμε νιώσει καθηλωμένοι από ανημποριά εν όψει μιας ζωής που μοιάζει άδικη και μάταιη. Παραμένουμε όμως Ζωντανοί: Χάνεις αυτό που σου ‘χει τύχει για να ζήσεις είναι το σήμερα αίμα ζεστό, ένα τσιγάρο σου ‘χει μείνει να καπνίσεις δεν έχει αλλού, δεν έχει αλλιώς, μόνο εδώ.

Γιατί ο Μητροπάνος δεν είχε τελειωμό. (Όπως δεν έχει τελειωμό η ψυχή του). Θάλασσες, μέσα στα μάτια σου θάλασσες.

Εις μνήμην. Ευχαριστούμε.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!