Θάνος Μικρούτσικος: Αναδρομή στα πρώτα χρόνια του

Tο ξεκίνημά του στη μουσική, τις επιρροές του και τη γνωριμία του με τον Γιάννη Ρίτσο.
Θάνος Μικρούτσικος: Αναδρομή στα πρώτα χρόνια του Φωτογραφία: NDP Photo Agency
Λίγες βδομάδες νωρίτερα, ο Θάνος Μικρούτσικος παρουσίασε την επανέκδοση του έργου του «Καντάτα για τη Μακρόνησο | Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη».

Στο πλαίσιο της παρουσίασης του νέου CD, ο συνθέτης έκανε μια σύντομη αναδρομή στα πρώτα του χρόνια, τους συνθέτες και τις μουσικές που τον επηρέασαν και βέβαια στη γνωριμία του με τον ποιητή Γιάννη Ρίτσο, που οδήγησε στη σύνθεση του έργου. Ο λόγος στον Θάνο Μικρούτσικο:

Η μουσική έγινε η βασική διάσταση στη ζωή μου

Για να κάνουμε μια αναδρομή, ξεκίνησα να κάνω μουσική πριν πάω στο δημοτικό σχολείο. Σιγά σιγά, μέρα με τη μέρα, μήνα με το μήνα, χρόνο με το χρόνο, η μουσική έγινε η βασική διάσταση στη ζωή μου.

Στην αρχή, εγκαταστάθηκε εντός μου η κλασσική μουσική. Ο Μπαχ, ο Μπετόβεν, ο Μότσαρτ. Παίζοντάς τους στο πιάνο, 7-8-10 χρονών, ταξίδευα στους δρόμους της πόλης μου, στην Πάτρα, στις στοές της, στα νεοκλασικά της κτίρια, αλλά έφευγα και πέραν αυτής. Σε πόλεις κι εποχές παλιές, που δεν ήξερα. Αυτοσχεδίαζα στο πιάνο με τις ώρες. Λίγο πιο μετά, εκεί στο ’60, νέες αγάπες: Μάνος Χατζιδάκις - Μίκης Θεοδωράκης. Το τραγούδι, δηλαδή. Δεύτερο αγκωνάρι εντός μου. Χρωστάω και σ’ αυτούς ταξίδια, αλλά και πόνους αφόρητους. Ο αυστηρός δάσκαλος του Ωδείου εξασκείτο με το χάρακα στα δάχτυλά μου με δύναμη, για να πάψω να τους παίζω στο πιάνο. Δε σταμάτησα να τους παίζω, άλλαξα δάσκαλο! Τέλος, στο πανεπιστήμιο ανακάλυψα νέους μουσικούς κόσμους. Τη μεταπολεμική αβάν γκαρντ μουσική, την πρωτοπορία της δεκαετίας του ’60. Νέοι ήχοι, νέες θεωρίες έγιναν καθημερινότητά μου. Καινούρια ταξίδια, νέα όνειρα, άγνωστοι τόποι.

Απ’ την αρχή, όμως, που συνέβαιναν όλα αυτά, μπήκε στη ζωή μου και η ποίηση. Ηθικός αυτουργός ο πατέρας μου, που κρατώντας με στην αγκαλιά του από τα πέντε μου χρόνια, μου διάβαζε ποιήματα σχεδόν κάθε βράδυ. Από τότε θυμάμαι απ’ έξω ολόκληρο τον Καρυωτάκη, αλλά και Καβάφη και Ρίτσο και όλους σχεδόν τους ελάσσονες ποιητές, που δεν είναι όσο ελάσσονες τους είπαν. Η ποίηση έγινε η δεύτερη διάσταση στην καθημερινότητά μου. Κάποιες φορές, έπιανα τον εαυτό μου να μιλάει με στίχους. Αλλά, μη σας παρασύρω σε κάποια εξιδανίκευση του εαυτού μου. Φυσιολογικό παιδί ήμουν, σας διαβεβαιώνω. Με τα παιχνίδια μου μικρός, με τον αθλητισμό και τους έρωτές μου έφηβος, με τις διαδηλώσεις στις τελευταίες τάξεις του γυμνασίου και στο πανεπιστήμιο.

Διάβαζα με πάθος ιστορία και «συναντήθηκα» εγκαίρως με την οριστική και διαχρονική μου αγάπη, τον Κάρολο Μαρξ. Είχα αρχίσει να γράφω μουσική από το 1965 και σιγά σιγά τα τραγούδια, αλλά και τα πρώτα σχεδιάσματα έργων άρχισαν να πληθαίνουν. Η μελοποίηση της ποίησης από τότε ήταν μονόδρομος για μένα. Αλλά, ταυτοχρόνως, βασανιστικές ερωτήσεις δεν έβρισκαν τις απαντήσεις τους. Ανατρέχοντας στα ημερολόγια που κρατούσα από εκείνη την εποχή διαβάζω και θυμάμαι ότι ένας εφιάλτης με κυνηγούσε καθημερινά. Ως γνήσιο τέκνο της πρωτοπορίας, έπρεπε ο ήχος μου να είναι νέος και να μη θυμίζει τίποτα από το παρελθόν. Συνεπώς, δύσκολη αν όχι αδύνατη η επικοινωνία με τον κόσμο. Σαν παιδί της αριστεράς, ήθελα την επικοινωνία με τον κόσμο. Πώς θα μπορούσαν να συνδυαστούν αυτά τα δυο;

Η γνωριμία με τον Γιάννη Ρίτσο


Και ακριβώς τότε ήρθε στη ζωή μου ο Γιάννης Ρίτσος. Είχα αρχίσει να δουλεύω πάνω σε ποιήματά του, κυρίως με τον τρόπο της νέας μουσικής. Άρχισα να τον επισκέπτομαι σπίτι του, όταν είχε επιστρέψει από την τελευταία εξορία, του έδειχνα τις παρτιτούρες μου -δεν υπήρχαν ηχογραφήσεις- του εξηγούσα τον τρόπο γραφής κι αυτός, αισθανόμουνα ότι πολύ το ευχαριστιόταν. Γιατί, αν και θεωρούσε πολύ σημαντική τη δουλειά του Μίκη πάνω στα ποιήματά του, σας διαβεβαιώνω ότι ήθελε, κατά βάθος, και μια άλλη αντιμετώπιση της πολυδιάστατης ποίησής του. Θυμάμαι ένα απόγευμα ότι μου είχε δείξει με θαυμασμό μια μεγάλη σελίδα μουσικής που του είχε στείλει ο Γιάννης Χρήστου, που σχεδίαζε ένα έργο πάνω στην ποίησή του. Ο Γιάννης Χρήστου είναι μακράν ο μεγαλύτερος συνθέτης της σύγχρονης ελληνικής μουσικής, που δυστυχώς «έφυγε» από δυστύχημα στα 44 του μόλις χρόνια. Οι συναντήσεις μας πύκνωναν, έγιναν σχεδόν καθημερινές και οι συμβουλές του στο νέο συνθέτη αμέτρητες. «Γράφε για ό,τι σε καίει» μου έλεγε. «Σε καίει ο έρωτας; Γράφε. Η μοναξιά σου; Γράφε. Ο αγώνας ενάντια στη βία του φασισμού; Γράφε. Αλλά, πρόσεχε! Το θέμα δεν ορίζει την αξία του έργου. Αυτό που έχει σημασία είναι το αδιάσπαστο περιεχομένου και φόρμας. Κάθε νέο περιεχόμενο απαιτεί μια νέα φόρμα, γιατί η φόρμα είναι μια κοινωνική εμπειρία αποκρυσταλλωμένη. Θα σέβεσαι το παρελθόν, θα το περιέχεις, θα το αφομοιώνεις, αλλά δεν θα το μιμηθείς». Οι συμβουλές του να μην ψάχνω για το «φαίνεσθαι», αλλά για το «είναι» με οδήγησαν στις κατοπινές μελοποιήσεις να προσπαθώ να ανακαλύψω τις κρυμμένες πλευρές που κάθε μεγάλο ποίημα διαθέτει.
mikroutsikos ritsos

«Ο πέτρινος χρόνος» & η «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη»

Μου πέφτει το κείμενό του «Ο πέτρινος χρόνος», «Τα μακρονησιώτικα» όπως τα έλεγαν παλιότερα, γροθιά στο στομάχι. Αρχίζω να το μελοποιώ το καλοκαίρι του ’75. Ήμουνα τότε 28 χρονών και το στοίχημα ήταν να βρω το μουσικό τρόπο για να εκφράσω τον τρόμο του στρατοπέδου, τις άγριες νύχτες, τους σκοτωμένους, τη δίψα 12 ωρών από πέτρα και ήλιο, τη συντροφικότητα των φυλακισμένων, τη μοναξιά την αποτυπωμένη, όπως λέει, στα ηλεκτρικά φώτα του Λαυρίου, τις άγριες φωνές των φρουρών. Ένωσα δυο μουσικούς κόσμους. Είχαν βέβαια προηγηθεί τρία έργα με τέτοια πρόθεση στην ελληνική μουσική. Οι «Όρνιθες» του Χατζιδάκι, το «Άξιον Εστί» του Θεοδωράκη και ο «Μπολιβάρ» του Μαμαγκάκη.

Εγώ, όμως, ο ένας μουσικός κόσμος επέλεξα να είναι αυτός της σύγχρονης μουσικής, πράγμα που γινόταν για πρώτη φορά και σε τέτοια ηλικία. Σύγχρονη μουσική που την αποτύπωσα με έγχορδα, δυο πιάνα και μια παρτιτούρα εκφερόμενη αποκλειστικά από ηθοποιούς. Όλοι τους, τότε, νέοι, φοιτητές δραματικών σχολών. Πολλοί απ’ αυτούς σήμερα είναι σπουδαίοι, που καθοδηγήθηκαν εξαιρετικά από το σκηνοθέτη Γιώργο Μιχαηλίδη και τη χορογράφο Σοφία Σπυράτου, που δούλεψαν δημιουργικά πάνω στις παρτιτούρες μου. Ο άλλος κόσμος ήταν, φυσικά, το τραγούδι με τη μοναδική, ως ιέρεια αρχαίας τραγωδίας, Μαρία Δημητριάδη. Για μένα η Μαρία Δημητριάδη ήταν η μεγαλύτερη δραματική τραγουδίστρια που έβγαλε ποτέ αυτός ο τόπος. Και εξηγώ: Δραματικός τραγουδιστής είναι εκείνος που κάθε νότα του είναι ταυτοχρόνως και λυρική και επική. Της Μαρίας ήταν φυσιολογικό αυτό. Μόνο έτσι μπορείς να εκφράσεις τη δραματική συγκυρία καθ’ ολοκληρίαν.

Την ίδια περίοδο, συνθέτω τη «Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη» σε εξαιρετική μετάφραση του Ρίτσου. Ο Μαγιακόβσκη είναι ο ποιητής που εξέφρασε με τη μεγάλη τέχνη του την πιο δημιουργική και απελευθερωτική δεκαετία που γνώρισε ποτέ ο κόσμος στα περίπου 6000 χρόνια ταξικών κοινωνιών, τη δεκαετία του 1920 στη Σοβιετική Ένωση. Η έκδοση του δίσκου έγινε στις αρχές του ’76. Ακολούθησαν δυο ολοκληρωμένες παραστάσεις στο Σπόρτινγκ τον Νοέμβριο του ίδιου χρόνου κι άλλες τρεις παραστάσεις στο εξωτερικό, το ’81 στη Λαϊκή Όπερα του Βερολίνου, το ’82 στη διάρκεια των Ημερών Παγκόσμιας Μουσικής στο Concert House της Βιέννης και το ’83 στην Όπερα της Γλασκόβης.

Διαβάστε τη συνέχεια της ομιλίας του εδώ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!