Ο Θεοδωράκης τραγουδάει Τσιτσάνη

Το φθινόπωρο του 2007 είχα την τύχη και τιμή να επισκεφθώ έναν από τους παιδικούς μου μύθους, το Μίκη Θεοδωράκη στο σπίτι του, στη σκιά της Ακρόπολης, μαζί με
τον καλό φίλο και μελετητή της Ελληνικής μουσικής Αποστόλη Γιαννακίδη. Συζητήσαμε για πολλά θέματα, τόσο στα πλαίσια μιας συνέντευξης για το περιοδικό «Πολίτης Κ» του Δήμου Καλαμαριάς (που δημοσιεύθηκε τον Απρίλη του 2008), όσο και γενικότερα...


Ανάμεσα στα ερωτήματα ήταν και κάποια που αφορούσαν στη σχέση του με το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι. Δεν θα μπορούσε λοιπόν να λείπει από την κουβέντα μας, η συναυλία προς τιμήν του Βασίλη Τσιτσάνη, που διοργανώθηκε από τον ίδιο το Μίκη στα πλαίσια των εκδηλώσεων «Μουσικός Αύγουστος», στις 28 Αυγούστου 1983 στον Κοκκινόβραχο της Νίκαιας, που δεν είναι άλλο από το σημερινό Κατράκειο θέατρο. Εκεί Τσιτσάνης και Θεοδωράκης τραγούδησαν μαζί μια συνδημιουργία του πρώτου με τον Μπάμπη Μπακάλη, το Κάποια μάνα αναστενάζει… Γιατί όμως ο Μίκης διάλεξε το συγκεκριμένο τραγούδι;



Θ.Γ: Συνεχίζοντας την κουβέντα μας για το ρεμπέτικο, θέλω να σας θυμίσω το καλοκαίρι του 1983, όταν σε μια συναυλία του Βασίλη Τσιτσάνη στα Νταμάρια Νίκαιας (νυν Κατράκειο) τραγουδήσατε μαζί ένα σπουδαίο τραγούδι δικό του και του Μπάμπη Μπακάλη, το «Κάποια μάνα αναστενάζει». Γιατί διαλέξατε ειδικά αυτό το τραγούδι; Αληθεύει ότι κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, το τραγουδούσαν τόσο οι αριστεροί στα βουνά όσο και οι ταγματασφαλίτες, με τροποποιημένους στίχους;

Μ.Θ: Την συναυλία για τον Τσιτσάνη στην Κοκκινιά την οργάνωσα εγώ, για να δώσω ακόμα ένα μάθημα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία θα πρέπει να συμπεριφέρεται στα όποια άξια τέκνα της. Και πρώτα απ’ όλα να μάθει να τους τιμά όταν ακόμα βρίσκονται εν ζωή και όχι μετά θάνατον, όπως συμβαίνει ανέκαθεν με την -πολλές φορές- μυωπική και αχάριστη ελληνική κοινωνία. Όπως μου είπε και ο ίδιος ο Βασίλης Τσιτσάνης με τον οποίο είχαμε γίνει φίλοι, ποτέ δεν αισθάνθηκε τόσο βαθειά χαρά, μιας και η ανταπόκριση του κόσμου σε πλήθος και σε πάθος ήταν συγκλονιστική. Όσον αφορά το τραγούδι που αναφέρετε, πράγματι κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου τα λαϊκά τραγούδια κυριαρχούσαν στον Ραδιοφωνικό Σταθμό των Ενόπλων Δυνάμεων και μεταξύ τους φυσικά και αυτό.

Τότε κι εγώ ως στρατιώτης στο Α΄Τάγμα της Μακρονήσου, έγινα αναγκαστικός ακροατής, μιας και τα μεγάφωνα μας βομβαρδίζανε μ’ αυτά τα τραγούδια. Και εμείς οι κομμουνιστές που είχαμε μεταφερθεί για να μας «αναμορφώσουν» με τις γνωστές μεθόδους, δεν μπορώ να πω ότι τα ακούγαμε με ευχαρίστηση, μιας και τα είχαμε συνδέσει με τον Εθνικό Στρατό και ειδικά εμείς οι Μακρονησιώτες με το Α2, δηλαδή τους βασανιστές μας. Πάντως για το συγκεκριμένο τραγούδι υπάρχει μια μικρή προσωπική ιστορία. Στη Μακρόνησο μας μεταφέρανε από την Ικαρία στα 1948 στο Τέταρτο Τάγμα των πολιτικών κρατουμένων, στα βόρεια του νησιού. Από κει διάλεξαν τριακόσιους της ηλικίας μου (24 χρονών) στις 26 Μαρτίου του 1949 και μας πήγαν στην χαράδρα του Α΄Τάγματος, όπου μας περίμεναν οι Αλφαμίτες βασανιστές μας. Μετά από λίγες μέρες, χτυπημένος και αναίσθητος μεταφέρθηκα στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο, στην Αθήνα, στο θάλαμο-φυλακή (Κωστόπουλου). Όταν συνήλθα και έφτασα στο σημείο να μπορώ να βαδίσω με πατερίτσες, θα ήταν μέσα Μαϊου, μάθαμε ότι πρόκειται να μας ξαναπάνε στο νησί μέσω του Κέντρου Διερχομένων στο Σταθμό Λαρίσης.

Μπόρεσα να ειδοποιήσω τη Μυρτώ για τη μέρα και την ώρα της μεταφοράς κι έτσι μπήκαμε στο ίδιο τραμ, απ’ αυτά τα κίτρινα, εγώ πίσω με τους φρουρούς μου κι αυτή μπροστά. Έτσι βλεπόμαστε σε όλη τη διαδρομή. Κατεβήκαμε στην Ομόνοια και μετά πήραμε με τα πόδια το δεξί πεζοδρόμιο της Αγίου Κωνσταντίνου. Η Μυρτώ βάδιζε στο απέναντι πεζοδρόμιο κι έτσι εξακολουθήσαμε να κοιτάζουμε ο ένας τον άλλο. Ήταν απόγευμα και ο Σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων μετέδιδε το «Κάποια μάνα αναστενάζει», που ακουγόταν από όλα τα καταστήματα και τα ταξί. Σε μια στιγμή οι φρουροί μου μας αντιλήφθηκαν και έσπευσαν να τη συλλάβουν. Έτσι την έχασα ξανά… Καταλαβαίνετε λοιπόν για ποιο λόγο το τραγούδι αυτό χαράχτηκε για πάντα μέσα μου…

 

Όσο για τους αριστερούς του βουνού (θέλετε να πείτε τους μαχητές του Δημοκρατικού Στρατού) είχαν τα δικά τους τραγούδια, τα Εαμικά, που τραγουδούσαμε κι εμείς στις φυλακές και στις εξορίες. Άλλωστε δεν ήξεραν τα ρεμπέτικα. Αλλά κι αν τα γνώριζαν, δεν θα τα τραγουδούσαν, γιατί αγωνιστής και ρεμπέτης, δηλαδή αγώνας και χασίσι ήταν πράγματα εντελώς αντίθετα με την αγωγή μας εκείνου του καιρού.

 

Θ.Γ: Σας το ρώτησα αυτό, γιατί και στη συναυλία είχατε πει στο τέλος «Ο λεβέντης να γυρίσει απ’ τη μαύρη Ικαριά»

Μ.Θ: Μα είπα, ότι εγώ το άκουσα στην Ικαρία. Στην Ικαρία αλλάζανε τους στίχους. Εκεί ακούσαμε πολλά τέτοια τραγούδια. Εγώ εκεί άκουσα αυτά τα τραγούδια κι ήταν κι αυτό κι αλλάζαμε τους στίχους, πράγματι… Αλλά όχι στα βουνά… Στα βουνά δεν είχε φτάσει ποτέ αυτό. Εκτός αυτού, οι περισσότεροι ήτανε χωρικοί και είχανε τα δημοτικά τραγούδια κυρίως.


Όσον αφορά την ιστορία του συγκεκριμένου τραγουδιού, το 1947 ηχογραφήθηκε δύο φορές. Πρώτα με τη Στέλλα Χασκίλ, το συνθέτη και τον Μάρκο Βαμβακάρη στην Odeon - Parlophone και μετά από 40 μέρες σχεδόν, με τη Λίτσα και τον Τόλη Χαρμαντά (Ντούο Χάρμα) στην Columbia (His master’ s voice). Όπως ήταν φυσικό, δεν μπόρεσε να ξεπεράσει τους σκοπέλους της λογοκρισίας της εποχής κι έτσι:

«Λίγους μήνες μετά την κυκλοφορία του, απαγορεύθηκε με διαταγή του Υπουργείου Δημοσίας Τάξεως, να παίζεται και να τραγουδιέται σε δημόσιους χώρους. Σημαντικότατο ρόλο στην παραπάνω διαταγή έπαιξε και το μεγάλο κύμα συλλήψεων του Ιούλη 1947. Στα 1951 συμπεριλήφθηκε στον κατάλογο των «Απαγορευμένων ρεμπέτικων» που δημοσίευσε στον τύπο η Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών. Παρόλα αυτά τραγουδήθηκε από τους αριστερούς στις εξορίες και στις φυλακές όσο κανένα άλλο ρεμπέτικο. Οι εξόριστοι δε του Άη Στράτη όταν το τραγουδούσαν αντί για ξενιτιά έλεγαν «Ικαριά» («…ο λεβέντης να γυρίσει απ ’τη μαύρη Ικαριά») (1)

 

Όσον αφορά τις επανεκτελέσεις του τραγουδιού, το 1962 ηχογραφείται τρεις φορές, από τον Βαγγέλη Περπινιάδη, την Πόλυ Πάνου και το συνθέτη, αλλά και το Στέλιο Καζαντζίδη που το γράφει στην Αυστραλία. Το 1972 η Μαρινέλλα θα το συμπεριλάβει στα Αθάνατα Ρεμπέτικα, το 1976 η Σωτηρία Μπέλλου θα το πει στον έβδομο δίσκο με επανεκτελέσεις ρεμπέτικων που κάνει με τίτλο Η Αρχόντισσα Του Ρεμπέτικου, ο Περπινιάδης το ξαναλέει το 1980 στο Χρυσό Δίσκο, την ίδια χρονιά ο Γιώργος Νταλάρας - με τη Γλυκερία και τον Δημήτρη Κοντογιάννη στα φωνητικά - στα Ρεμπέτικα Της Κατοχής, το 1985 ο Γιώργος Μαργαρίτης στο δίσκο Μ’ Αυτά Τα Τραγούδια Μεγάλωσα ενώ το 2001 & 2004, ο Νταλάρας θα κάνει β’ φωνή στον ψάλτη Γρηγόρη Νταραβάνογλου, που το τραγουδά στις παραστάσεις για το Βασίλη Τσιτσάνη στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και Θεσσαλονίκης (συμπεριλαμβάνεται στην έκδοση με το dvd των συναυλιών). Αλλά και ο Γιώργος Μαργαρίτης διαλέγει να το ξαναπεί το 2003 στη συναυλία-αφιέρωμα στον Περπινιάδη στο Λυκαβηττό, που αποτυπώνεται και σε cd ενώ το 2008 το τραγούδι γνωρίζει άλλη μια ζωντανή ηχογράφηση από τη Μαρία Φαραντούρη στο Παλλάς, στο cd Μύθοι Γυναικών . Η ηχογράφηση με τον Τσιτσάνη και το Θεοδωράκη, από την τηλεοπτική μετάδοση της συναυλίας, συμπεριλήφθηκε το 1992 στη συλλογή του Βασίλη Τσιτσάνη Μοναδικές Ερμηνείες. Αξίζει να σημειωθεί πως εκτός από τις τρεις στροφές που ηχογραφήθηκαν σε όλες τις εκτελέσεις, υπάρχει και μία τέταρτη που παραμένει αδισκογράφητη:

 

 

«Πίκρες πόνοι τήνε εδέρνουν
Κι είναι πάντα σκεφτικιά
Βασανίζεται η δόλια
Μα το γιο της δεν ξεχνά» (2)

 

Το 1985, ένα χρόνο μετά το θάνατο του Τσιτσάνη, ο Μίκης Θεοδωράκης επιμελείται ένα δίσκο με έξι δικά του τραγούδια (πέντε σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου και ένα της Αγγελικής Ελευθερίου) και πέντε ανέκδοτα τραγούδια του Τσιτσάνη, με ερμηνευτή το Σταμάτη Κόκοτα και τίτλο Τσιτσάνης-Θεοδωράκης-Κόκοτας. Πολλά χρόνια αργότερα, προς τα τέλη της δεκαετίας του ’90, σε μια από τις εκδηλώσεις που γίνονται κάθε χρόνο στα Μακρίσια Ολυμπίας, ο τηλεοπτικός φακός αποτυπώνει ένα μοναδικό στιγμιότυπο με τον Μπιθικώτση επί σκηνής και το Θεοδωράκη από το κοινό να τραγουδούν μαζί Χωρίσαμε ένα δειλινό….

Ευχαριστώ ιδιαιτέρως τη φίλη Ελένη Κωστελέτου.


Πηγές:
1) Από το ένθετο του δίσκου Γιώργος Νταλάρας – Ρεμπέτικα Της Κατοχής (Μ inos 1980)
2) Από το πρόγραμμα των συναυλιών του Γιώργου Νταλάρα – Αφιέρωμα στον Βασίλη Τσιτσάνη, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών το 2001.

Φωτογραφίες
1) Το μισό Ελληνικό τραγούδι σε μια φωτογραφία… Θεοδωράκης, Τσιτσάνης ,Χιώτης και Καζαντζίδης το 1961
2) Μπιθικώτσης, Τσιτσάνης και Θεοδωράκης στο Χάραμα στη δεκαετία του ‘70
3) Τσιτσάνης- Θεοδωράκης το 1961
4) Ο Μίκης με τη Μυρτώ στη γερμανική Κατοχή. Δεξιά διακρίνεται ένας Γερμανός στρατιώτης
5) O M ίκης με τη Μυρτώ και τον πατέρα του Γιώργο, μετά τη Μακρόνησο, στο 401 Στρατιωτικό Νοσοκομείο (Παράρτημα Μακρονήσου) Πάσχα 1949
6) Στο Ηρώδειο το 1983
7) Μια «φωτογραφία ζωής»… Ο συντάκτης μαζί με το φίλο Αποστόλη Γιαννακίδη, στο σπίτι του Μίκη Θεοδωράκη στις 30 Οκτωβρίου 2007.
(Οι 4 & 5 από το βιβλίο του Γιώργου Λογοθέτη «Μίκης Θεοδωράκης-Θρησκεία Μου Είναι Η Ελλάδα»- Εκδόσεις «Άγκυρα» 2004)

Video
O Μίκης Θεοδωράκης τραγουδά το Κάποια μάνα αναστενάζει, μαζί με το Βασίλη Τσιτσάνη στη συναυλία στον Κοκκινόβραχο της Νίκαιας τον Αύγουστο του 1983.

(Ευχαριστούμε το φίλο Μάκη Ιωακειμίδη για την τεχνική επεξεργασία του video)

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!