Νίκος Ξανθόπουλος: «Ευτυχώς, μ’ έσωσε ο Νταλάρας»

Ο σπουδαίος ηθοποιός θυμάται πώς ο Γιώργος Νταλάρας τον γλίτωσε από το… αυτόφωρο.

«Όσα θυμάμαι και όσα αγάπησα»


Το 2005 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Άγκυρα» η ξεχωριστή αυτοβιογραφία του Νίκου Ξανθόπουλου, με τίτλο «Όσα θυμάμαι και όσα αγάπησα». Στις 400 και πλέον σελίδες του βιβλίου περιλαμβάνονται οι αφηγήσεις, μαζί με πολλά άγνωστα στοιχεία για τη ζωή του σπουδαίου ηθοποιού, που συνοδεύονται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό και ένα cd με δώδεκα ηχογραφήσεις του σε τραγούδια των Απόστολου Καλδάρα, Γιώργου Μανισαλή, Σταύρου Ξαρχάκου και Χρήστου Νικολόπουλου.

Δεν θυμάμαι το γιατί, αλλά την εποχή της έκδοσης του βιβλίου αμέλησα να το προμηθευτώ. Με αποτέλεσμα να εξαντληθεί γρήγορα από την αγορά και να το βρω τελικά μόλις πριν από λίγες ημέρες.
Απολαμβάνοντας λοιπόν τις αφηγήσεις του Νίκου Ξανθόπουλου, πολλές από τις οποίες είναι γραμμένες με το έμφυτο και ιδιαίτερο χιούμορ του, στάθηκα σε μια μαρτυρία, που συνδέεται άμεσα με τον… Γιώργο Νταλάρα…
1.COVER xantopoulos

«Να ‘ναι καλά ο Νταλάρας»


Ήταν γιορτές, Χριστούγεννα και τραγουδούσα στον Βόλο, σ’ ένα κέντρο στην Αγριά, τον «Ζορμπά». Η δουλειά πήγαινε καλά, τα ρεβεγιόν γεμάτα, αλλά και τις καθημερινές είχαμε αρκετές παρέες. Κάθε βράδυ ερχόταν ένας τύπος καλοντυμένος, με τις κολόνιες του, τα μανικετόκουμπά του, μόνος ή μ’ έναν ακόμη. Πρώτο τραπέζι, παράγγελνε ένα μπουκάλι ουίσκι «Σίβας», ωραίος και καλός. Κέρναγε και κανέναν του μαγαζιού ή καμιά τραγουδίστρια που καθόταν στο τραπέζι του, και σηκωνόταν κι έφευγε. Τζέντλεμαν. Κάθε μέρα.

Αισθανόμουνα υποχρεωμένος, λέω τι δουλειά κάνει, ρε παιδί μου, να πάω κι εγώ στο νταλαβέρι του.

Ρωτάω τι είναι ο άνθρωπος, τι ρόλο παίζει. Μου λένε, καλό παιδί, έχει μια λέσχη χαρτοπαικτική στον Βόλο. Κιμπάρης πελάτης, καλός.

Εγώ χαρτιά δεν παίζω. Δεν ξέρω. Αλλά το φιλότιμο δεν μ’ άφηνε, ήθελα να πάω στο μαγαζί του, κι ας μην ξέρω, να κάνω μια παρουσία. Ξεχώρισα κάτι λεφτά στη δεξιά μου τσέπη, σενιαρίστηκα και ετοιμάστηκα πριν πάω στο κέντρο να περάσω από το μαγαζί του… κιμπάρη. Λέω να τα χάσω, να βγάλω την υποχρέωση.

Όπως κατέβηκα από το δωμάτιο στο σαλόνι του ξενοδοχείου, βλέπω η τηλεόραση είχε ένα πρόγραμμα και μια συνέντευξη με τον Νταλάρα. Μ’ αρέσει ο Νταλάρας, η εργατικότητα, οι επιλογές του, αφοσιώθηκα όρθιος εκεί, να παρακολουθώ τη συνέντευξή του.

Όπου ανοίγει η πόρτα του ξενοδοχείου ξαφνικά και μπαίνουν τρέχοντας δυο νοματαίοι. «Αμάν, αδελφέ μου, τους πιάσανε», λένε ασθμαίνοντας.

Εγώ εκεί, αφοσιωμένος στην τηλεόραση.

«Τι είναι, ρε Μίλτο; Πάρε ανάσα. Τι έγινε;»

«Ρε, δεν ακούς τι σου λένε; Μπήκαν οι μπάτσοι και τους κάνανε τσακωτούς στη λέσχη που παίζανε ζάρια».

Χλόμιασα. Τότε συνειδητοποίησα τι έγινε. Κοίτα να δεις τι θα πάθαινα. Θα με είχανε την άλλη μέρα οι εφημερίδες στην πρώτη σελίδα. Φάτσα κάρτα. Πιάσανε το μεγάλο χαρτόμουτρο, τον σεσημασμένο. Θα πήγαινα τζάμπα και βερεσέ. Ευτυχώς, μ’ έσωσε ο Νταλάρας».

Φωτογραφία Γιώργου Νταλάρα: Χρήστος Θωμαΐδης

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!