Η ιστορία ενός μεγάλου λαϊκού τραγουδιού

Οι ανθρώπινες και καλλιτεχνικές «στιγμές» ενός κλασικού τραγουδιού όπου συναντήθηκαν κορυφαίες προσωπικότητες.
Όταν ένα τραγούδι του Βασίλη Τσιτσάνη ερμηνεύεται από τον Στέλιο Καζαντζίδη, στην δημιουργική περίοδο και τους ενός και του άλλου, στα μισά περίπου της δεκαετίας του ’50 δεν μπορεί το αποτέλεσμα να μην είναι ξεχωριστό. Αν μη τι άλλο αποτελεί γεγονός.

Το 1956 ο Καζαντζίδης μετρά μόλις 4 έτη δισκογραφικής παρουσίας, αλλά το εκτόπισμά του, οδηγεί την Κολούμπια να εκδώσει με τη φωνή του, μέσα στη χρονιά, περισσότερα από 30 τραγούδια.

Ο Τσιτσάνης με τη σειρά του απολαμβάνει την πρωτοκαθεδρία που του έχει εξασφαλίσει το χρυσό παρελθόν του αλλά ταυτόχρονα, συμπορεύεται με τους καιρούς και καθορίζει τα δρώμενα.

Το πιο διάσημο τραγούδι της συνεργασίας του με τον νεόκοπο αλλά ήδη αναγνωρισμένο ερμηνευτή είναι ένα δωρικό ζεϊμπέκικο που στην εποχή του σημείωσε τρομακτική επιτυχία και έκτοτε παραμένει κλασικό.

Για δεκαετίες ακούγονταν σε όλα τα μαγαζιά καθώς οι τραγουδιστές θεωρούσαν υποχρέωση να αναμετρηθούν μαζί του για να αποδείξουν την «κλάση» τους ενώ την ίδια ώρα το αποζητούσε και το κοινό.

Ακόμη και σήμερα οι μερακλήδες καλλιτέχνες και ακροατές δεν το αφήνουν σε ησυχία…

Το τραγούδι κεντάει με τις πενιές του ο Γιάννης Σταματίου, ο θρυλικός Σπόρος.

Μέσα από το βιβλίο του μπουζουξή αλλά και συγγραφέα Γιώργου Αλτή, «Λαϊκά Πορτρέτα ΙΙ» όπου καταγράφεται η πορεία του Σταματίου και του Μανώλη Χιώτη, μαθαίνουμε ορισμένες χαρακτηριστικές στιγμές, πριν αλλά και κατά τη διάρκεια της ηχογράφησής του… Ταυτόχρονα υπογραμμίζεται ο ρόλος των δεξιοτεχνών μουσικών και ειδικά των μπουζουξήδων στην χρυσή εποχή του λαϊκού.
sporos
Διηγείται ο Σπόρος:
Στο μεταξύ είχε βγει η φήμη ότι σε πολλά τραγούδια έβαζα εγώ τις εισαγωγές. Μια φορά με φώναξε ο Τσιτσάνης στο σπίτι του να μου δείξει ένα τραγούδι για να το ηχογραφήσουμε. Ήταν το «Άσπρο πουκάμισο φορώ». Το παίζουμε μια φορά χωρίς εισαγωγή και μου λέει: «Για βάλε μια εισαγωγή δικιά σου». Του έπαιξα την εισαγωγή και του άρεσε. «Αυτή θα βάλουμε, αφού την γουστάρεις, είναι και δικιά σου, θα την παίξεις καλύτερα». Όχι ότι ο Τσιτσάνης δεν μπορούσε να βάλει εισαγωγή. Είχε ήδη δύο διαφορετικές εισαγωγές για το τραγούδι, αλλά δεν μου τις έπαιξε στην αρχή για να μην με επηρεάσει. Άλλοι συνθέτες ναι, δεν μπορούσαν να φτιάξουνε εισαγωγές. Και δεν υπήρχα πουθενά τα ονόματα αυτών που τις φτιάχνανε και τις παίζανε.

Υπάρχει κι άλλη ιστορία γι’ αυτό το τραγούδι. Όταν πήγαμε στο στούντιο να ηχογραφήσουμε, εκείνη την εποχή ήμουνα με την Γκρέυ, μέναμε μαζί, με έπιασε ο Καζαντζίδης και μου είπε: «Τι θες μαζί της, είναι μεγαλύτερη από σένα» και κάτι τέτοια. Τσαντίστηκα πολύ και του λέω: «Τι σε νοιάζει εσένα, γιατί εσύ δεν ήσουν πριν μαζί της;» Μπαίνω μέσα στο στούντιο και από την τσατίλα μου πλακώθηκα. Έπαιζα τόσο δυνατά, που ο Κανελλόπουλος, ο μηχανικός, μου φώναξε: «Ρε Γιάννη, σκεπάζεις τη φωνή. Πήγαινε τον πάγκο σου πιο πίσω» και δώσ’ του με τράβαγε κι εγώ από τα νεύρα μου έπαιζα ακόμα πιο δυνατά…

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!