Ελληνικό καλοκαίρι: Μια καταιγίδα από φως πίσω απ’ τις γρίλιες

Καλοκαιρινά βιώματα: Το κύμα πάντα νικάει στο τέλος το βράχο.
07/08/2018
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Μεσημέρι καλοκαιριού, οι ήχοι έχουν πέσει από ώρα για ύπνο. Ένα τζιτζίκι άξαφνα σπάει για λίγο τη σιωπή του σκιερού δωματίου και ξαναπέφτει σε νάρκη.
Το φως τρυπώνει από τις γρίλιες και οι αχτίδες του αποκτούν σώμα από την αιωρούμενη σκόνη.

Ένα βιβλίο με μεταφέρει στο ασπρόμαυρο Παρίσι του μεσοπολέμου.

Το αφήνω ανοιχτό στο στέρνο και φέρνω στο μυαλό μου την αντίθεση. Ενώ έξω μαίνεται η σιωπηλή καταιγίδα του φωτός.

Αλλάζει το σχήμα των σπιτιών και εξαϋλώνει τα έντονα χρώματα.

Κι εγώ κάνω νοητά περίπατο στους υγρούς κήπους του Λουξεμβούργου.

Απατώ το καλοκαίρι πλανεμένος από τις λέξεις.

Οι στιβαροί πέτρινοι τοίχοι κρατούν έξω τη ζέστη που καραδοκεί και δοκιμάζει ζώα και ανθρώπους.

Αν ακούσω προσεκτικά διακρίνω τον μακρινό ήχο της θάλασσας που μεταφέρεται από τον δυτικό άνεμο, διαπερνώντας τον πυκνό καλαμιώνα που μεσολαβεί.

Είναι τρικυμισμένη ως συνήθως σ΄αυτά τα μέρη. Επιτίθεται επίμονα και σιγοτρώει τον μαύρο πωρόλιθο που αγκαλιάζει την απέραντη ακτή με το ψιλό, ψιλό βοτσαλάκι.

Το βράδυ την ακούω να μανιάζει με σύμμαχο το ισχυρό αυγουστιάτικο μελτέμι.

Ένα πρωί ανακάλυψα μια μικρή λιμνοθάλασσα μακριά από την ακρογιαλιά, που είχε δημιουργήσει η βραδινή τρικυμία, παρασύροντας μικρά ψάρια και οστρακόδερμα. Ένα φυσικό ενυδρείο που επέζησε επί μέρες.

Το κύμα δίνει στα βράχια σχήματα προϊστορικών θηρίων που ξαναζούν στο ηλιοβασίλεμα.

Το κύμα πάντα νικάει στο τέλος το βράχο.

Στο τέλος της παραλίας ένα πηγάδι, ως εκ θαύματος με γλυκό νερό, μας απαλλάσσει απ΄ την αρμύρα, με το στιγμιαίο άδειασμα του τσίγκινου κουβά στο πυρωμένο μας κεφάλι. Ευεργετική ψυχρολουσία!

Επιστρέφω στο παρηγορητικό μισοσκόταδο του δωματίου. Τα παλιά σπίτια ζωντανεύουν όταν οι άνθρωποι ξαποσταίνουν.

Τα ξύλινα πατώματα τρίζουν από το βάρος της ανάμνησης περασμένων καλοκαιριών και ενοίκων που πλέον λείπουν.

Τα παραθυρόφυλλα ανοιγοκλείνουν ελαφρά απ' τον άνεμο, με το ελαφρύ μεταλλικό παράπονο του αιωνόβιου μάνταλου που τα κρατά κουφωμένα, να συνοδεύει την ανάσα τους.

Καθώς ο ύπνος με πολιορκεί, το προπολεμικό Παρίσι μπερδεύεται στο μυαλό μου με το θερισμένο χωράφι που «βλέπει» το παράθυρο και ο Σηκουάνας εκβάλλει εκτάκτως στο Ιόνιο.

Μια αίσθηση πληρότητας αναδεύεται με ηδυπάθεια στο πλάι μου.

Το μεσημέρι συνεχίζει να αντέχει έξω. Ακινητοποιεί το χρόνο. Τον κρατάει αποχαυνωμένο στη σκιερή αυλή με την κληματαριά, παγιδευμένο ανάμεσα στα γεράνια και τα μη με λησμόνει.

Εδώ δεν ισχύουν οι φυσικοί νόμοι, μόνο το καλοκαίρι νομοθετεί και αποδίδει δικαιοσύνη.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!