60 Χρόνια Φως των Σπορ ή αλλιώς το «μεγάλο σχολείο»

Τον καιρό αυτό η ιστορικότερη αθλητική εφημερίδα το «Φως των Σπορ», ή καλύτερα το «Φως» σκέτο όπως το λέμε όλοι, έκλεισε 60 χρόνια κυκλοφορίας!
Νοιώθω την ανάγκη, καθώς υπήρξα κι εγώ μέλος της οικογένειας του επί 3 χρόνια γεμάτα, τα καλύτερά μου χρόνια (1987-89), όταν θήτευσα στο μεγάλο σχολείο του, να γράψω μερικές προσωπικές μαρτυρίες από εκείνη την εποχή.  

Ήταν το 1987 όταν έκλεισε ξαφνικά κι ενώ πήγαινε καλά κυκλοφοριακά, η αθλητική εφημερίδα «Φλόγα των Σπορ» του ομίλου Δραγούνη (Τηλεθεατής κ.α.) μετά από ένα χρόνο κυκλοφορίας, τη χρονιά που πήρε η Λάρισα το πρωτάθλημα! Ήταν η πρώτη μου επαγγελματική δουλειά ως δημοσιογράφος και αμειβόμουν με 30.000 δρχ. Εκεί και ποιος δεν ήταν: Γιώργος Μητσικώστας (ναι, ο σατυρικός παρουσιαστής), Χρήστος Σωτηρακόπουλος (ήξερε κυριολεκτικά τα πάντα γύρω από τις εγγλέζικες ομάδες), Χρήστος Κοντός, Γιώργος Βλαβιανός, Αλέκος Θεοφιλόπουλος, Γιώργος Παπαδόπουλος (παρουσιαστής ειδήσεων μετά στο Mega), Φάνης Σκύφτας, αρχισυντάκτης ο Διονύσης Βραϊμάκης (που του χρωστώ πολλά καθώς έδινε ευκαιρίες στους νέους δημοσιογράφους και μπράβο του), διευθυντής ο Θοδωρής Σγουρδαίος αυτός ο στριφνός Απολλωνιστής, ολιγομίλητος μα τόσο επιβλητικός και τυπάς, μακαρίτης τώρα και τον διαδέχθηκε ο μετέπειτα διευθυντής της Μεσημβρινής (μου διαφεύγει το όνομά του) και ποιον άλλον να πρωτοθυμηθώ. Όλοι από την αθλητική δημοσιογραφία ξεκίνησαν…

Εκεί λοιπόν με είχε συμπαθήσει ο αείμνηστος Αντώνης Κάντζιας, σχεδόν ηλικιωμένος τότε με τον οποίο δουλεύαμε μαζί στο ίδιο γραφείο (και με τον μετέπειτα έως σήμερα δημοσιογράφο του Ant1 - Star Tv Γ. Βλαβιανό) και φεύγαμε το βράδυ μαζί να πάρουμε το λεωφορείο για τα νότια προάστια. Ο κυρ-Αντώνης παλιότερα δούλευε στο Φως και μόλις έκλεισε η Φλόγα μου είπε «θες Γιάννη να πας στο Φως;». Άκου λέει… Έτσι, λοιπόν, με παρουσίασε στον αείμνηστο διευθυντή Νίκο Καρελλά και έγινα συντάκτης του Φωτός έναντι 35.000 δρχ. με αρχισυντάκτη τον μέχρι πρότινος διευθυντή της εφημερίδας, τον Στράτο Μακρή (πήρε τη θέση του Ν. Καρελλά όταν εκείνος βγήκε στην σύνταξη). Πολλές φορές φεύγαμε μαζί από το Φως γιατί δεν είχε αμάξι και τον άφηνα στο σπίτι του στην Καλλιθέα και εγώ συνέχιζα το δρόμο για Ν. Σμύρνη. Τις περισσότερες φορές όμως έμενε μέχρι αργά στο Φως κι έφευγε τελευταίος. Ακούραστος και πάντα πολύ υπεύθυνος στη δουλειά του. Ήταν υπεύθυνος για τη Β Εθνική και τα θρυλικά Σποτς στην τελευταία σελίδα, τα οποία διαβάζονταν πρώτα καθώς είχε παρασκήνια.

Στην ίδια σελίδα έγραφε ο θρυλικός συντάκτης Μανώλης Γαβαθιώτης, ένας υπέρβαρος πλακατζής που του άρεσε και η μουσική, γούσταρε πολύ τον Γιώργο Ρωμανό θυμάμαι και τον πετύχαινα στο Jazz Rock στην Ακαδημίας να ψάχνει βινύλια! Είχε μάλιστα τρία σπίτια ώστε να αλλάζει και να κρύβεται όταν αποκάλυπτε πράγματα για το παρασκήνιο της διαιτησίας και τα παρελκόμενα του ελληνικού ποδοσφαίρου κι έτσι διέφευγε της ποδοσφαιρικής μαφίας! Πλακατζής, μια φορά πήρε φόρα να πάει στην τουαλέτα που ήταν φάτσα στην αίθουσα με τα γραφεία μας και όταν έφθασε τρέχοντας πιάνει το πόμολο και ακούγεται μια εκκωφαντική πορδή και ο ίδιος να λέει «Δεν πρόλαβα…!». Απίθανος τύπος ο Γαβαθιώτης με τ’ όνομα!  

Τα διαπιστευτήρια μου ήταν κάποιες συνεντεύξεις με τον Αντώνη Μανίκα, τον γκολκίπερ του Πανιώνιου και το Νόνι Λίμα, αδημοσίευτες, που είχα στα χέρια μου όταν πήγα στο Φως και τα καλύτερά τους σημεία τους έμπαιναν σταδιακά στα Σποτς.

Ανέλαβα το ρεπορτάζ των πανίσχυρων τότε ομάδων της Β Εθνικής: Ατρομήτου Αθ. (το έγραφε ο Παύλος Κατώνης, αλλά πήγε φαντάρος), του Φωστήρα και του Χαραυγιακού που μαχόταν για να ανέλθει στη Α Εθνική. Έπαιρνα θυμάμαι τηλέφωνο τους προπονητές για το ρεπορτάζ στα διαλλείματα όταν μάθαινα αγγλικά στην Ελληνοαμερικανική Ένωση, ώστε να έχω μια εικόνα πριν πάω στο Φως, ενώ την πρώτη χρονιά ήμουν και στο δεύτερο έτος της σχολής Εργαστήρι της Επαγγελματικής Δημοσιογραφίας.

Η πρώτη μου μεγάλη συνέντευξη στο Φως ήταν με τον απόλυτο Θωμά Μαύρο, μόλις επέστρεψε στον Πανιώνιο, το 1987! Ήταν και το ποδοσφαιρικό μου ίνδαλμα, οπότε καταλαβαίνετε πώς ένοιωσα. Ακολούθησε μια νέα συνέντευξη με τον Νόνι Λίμα, άλλο ίνδαλμα, ο οποίος όταν μεταγράφηκε από τον Πανιώνιο στον Χαραυγιακό είχα την πληροφορία για την ώρα υπογραφής του συμβολαίου και προκειμένου να το καλύψω κατ’ αποκλειστικότητα στο «Φως» με φωτογράφηση σκέφτηκα να μου δώσει τη φωτογραφική του μηχανή ένας φίλος που είχε, ο Πρόδρομος Ατλαπάζογλου, αλλά το σκέφτηκα αυτό αργά το βράδυ. Έτσι την έστησα με το Σουζουκάκι μου έξω από το σπίτι του καθώς τα μεσάνυχτα είδα κλειστό το φως και ξενύχτησα μέχρι τις 8.30 το πρωί που έφευγε για τη δουλειά του ώστε να μου δώσει την μηχανή!

Το «Φως» για την αποκλειστική είδηση με αντάμειψε βάζοντας τη φωτογραφία μου την ώρα της υπογραφής δίπλα στον Λίμα! Να σημειωθεί ότι ήταν μια εποχή που δεν έμπαιναν φωτογραφίες συντακτών στα κείμενα… Όλοι οι συντάκτες του Φωτός ήταν σαν μια οικογένεια, ούτε ανταγωνισμοί, ούτε πισώπλατες μαχαιριές, όλοι αγαπημένοι. Ένα άλλο ήθος στη δημοσιογραφία, από εκείνο που συνάντησα μετά στις πολιτικές εφημερίδες και στα μουσικά περιοδικά. Τα γραφεία στο Φως ήταν σε τρεις σειρές και εγώ καθόμουν πίσω στο τελευταίο της ακριανής σειράς προς τους διευθυντές, πίσω από το Βασίλη Τσούμπα, ένα φοβερό τύπο που έγραφε τα Αθηναϊκά Νέα και ήταν άρρωστος με τον Ιππόδρομο. Έκανα φίλο και τον Μάκη Κουρούκλη, έναν τριαντάρη και κάτι τότε, που έγραφε τα χειρότερα γράμματα που μπορεί κανείς να διαβάσει σε χειρόγραφο. Τελείως ακαταλαβίστικα. Έκανε το ρεπορτάζ του Εθνικού, που αγωνιζόταν τότε στην Α Εθνική. Δούλευε σε ναυτιλιακή εταιρία τα πρωινά. Όπως και οι περισσότεροι συντάκτες είχαν άλλου τύπου πρωινή δουλειά, δύσκολοι καιροί.

Μια μέρα πήγε το ρεπορτάζ στον σκληρό μα δίκαιο Καρελλά και αθυρόστομος όπως ήταν του βγήκαν τα μάτια να διαβάσει. Ο Κουρούκλης στεκόταν όρθιος μπροστά του και του λέει ο Καρελλάς: «τι 'ναι αυτά ρε μ… πάρτα και ξαναγράψτα» και έσκισε μπροστά του τα χειρόγραφα! Τρελάθηκα εγώ, ψαρωμένος στην αρχή. Ο Καρελλάς τότε ήταν σαν πατέρας μου. Με συμπαθούσε γιατί μου άρεσαν οι γυναίκες όπως κι εκείνου και μου έλεγε συνέχεια ιστορίες, ήμουν και αντισυμβατικός εμφανισιακά με ρεβέρ, κοκόρι, μπριγιαντίνη Yardley, ροκαμπίλι, αλλά και πιο μικρός απ’ όλους τους συντάκτες, 20χρονος τότε (1987), και το 'λεγε η καρδιά μου. Μου άρεσε τόσο η μουσική και ήμουν τρελαμένος που το εξέπεμπα στη δουλειά. Μάλιστα μια φορά μου έδωσε άδεια να του γράψω μια κασέτα με rock’n’roll! Δεν υπάρχει αυτό στα εργασιακά χρονικά! Κάθισα λοιπόν όλη μέρα και του έγραψα δύο 90άρες κασέτες με 50’ς και του τις χάρισα την άλλη μέρα! Τις άκουγε στην παλιά Triumph που οδηγούσε, ένα αρχών 70ς μοντέλο με ξύλινο καλογυαλισμένο ταμπλό που το πρόσεχε σαν τα μάτια του! Μια μέρα με έσωσε όταν πήγα να τον πάρω το πρωί με κατακλυσμό από το Φως να πάει να κάνει κάτι δουλειές γιατί είχε πάει για σέρβις το αμάξι του. Την ώρα που τον περίμενα στο παρκινγκ, εκεί στην οδό Καβάλας (Λ. Αθηνών μετά) που ήταν και είναι το Φως, έκανε όπισθεν ένα βυτιοφόρο και πήρε παραμάζωμα το Σουζουκάκι μου, που δεν το είδε καν. Βγαίνει ένας τεράστιος φορτηγατζής (ωχ, λέω πώς να τον κάνω καλά αυτόν τον αλητόμαγκα) και να σου εμφανίζεται ο Καρελλάς και τον κάνει με τα κρεμμυδάκια! Μας έδωσε στοιχεία τα πάντα και έκανε αμέσως δήλωση στην ασφαλιστική του εταιρία… 

Το αμάξι όμως με κεφαλαία το είχε το αφεντικό ο Θόδωρος Νικολαΐδης. Μια βυσσινί Jaguar, το αυτοκίνητο των ονείρων μου. Παλιό μοντέλο, καλογυαλισμένο, με ξύλινο ταμπλό, αριστοκρατικό όπως και ο ίδιος. Ένας επιβλητικός άντρας, αγέρωχος που έφυγε πέρυσι στα 91 του χρόνια. Την εφημερίδα έκτοτε ανέλαβε ως γενικός διευθυντής ο Γιάννης Φιλέρης. Μια μέρα λοιπόν σαν καινούργιο παιδί του Φωτός που ήμουν ήθελε να μάθει για μένα και μου είπε να πάμε μαζί μέχρι κάπου που είχε δουλειά. Με την Jaguar! Μπήκα μέσα και καταλαβαίνετε τι έπαθα… «Τι ομάδα είσαι;», με ρώτησε. «Πανιώνιος», του απάντησα (όχι σαν κάτι συναδέλφους που λένε μεγάλες ομάδες για να είναι μέσα στο παιχνίδι και δεν εννοώ στο Φως εκεί υπήρχε αλήθεια, αλλά σε άλλους που συνάντησα καθ’ οδόν). «Είσαι δικό μας παιδί», μου απάντησε, καθότι πάντα υπήρχε μια συμπάθεια Ολυμπιακών και Πανιώνιων και αλληλοσεβασμός καθότι ό Ολυμπιακός δεν έπαιρνε με βρώμικο τρόπο τους παίκτες του Πανιωνίου, όπως ο ΠΑΟ και η ΑΕΚ. Έτσι νομίζω τουλάχιστον. Δεν θυμάμαι τίποτα άλλο από την συνομιλία μας, αλλά έδειξε να με συμπάθησε ο περίπου 60άρης τότε κύριος Νικολαΐδης. Μάλιστα όταν πήγα φαντάρος στις 19 Νοεμβρίου 1989, μου διεμήνυσε «ότι είσαι δικό μας παιδί και μόλις τελειώσεις τη θητεία σου να έρθεις εδώ». Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό και του είμαι ευγνώμων.

Όμως μετά με κέρδισε η μουσική δημοσιογραφία και αμέσως μετά τον στρατό βγήκα δουλειά σε εφημερίδα, περιοδικό, ραδιόφωνο και άλλαξα πορεία. Υπήρχαν δουλειές τότε… Το Φως ανέκαθεν μπορεί να ήταν το αντίπαλο δέος του Παναθηναϊκού, αλλά πάντα τον σέβεται. Πότε δεν έγραφε αισχρολογίες και αντιμετώπιζε τον ΠΑΟ με ευθύτητα και σεβασμό. Το ρεπορτάζ των πράσινων τότε το έγραφε ο Χρήστος Φασούλας. Το ρεπορτάζ του Ολυμπιακού το είχε αναλάβει ο μακαρίτης Γιώργος Δασκαλόπουλος, ένας ευτραφής νέος τότε με καλή πένα που τον νίκησε μετά από χρόνια το αλκοόλ και η μοναξιά. Μια φορά μου είπε: «Θες να πάμε να δούμε τον πρόεδρο στη φυλακή;».

Πήγαμε λοιπόν Κορυδαλλό και είδαμε τον Αργύρη Σαλιαρέλη (πρόεδρο του Ολυμπιακού τότε), που φορούσε γραμμωτή πυτζάμα και ήταν σαν το Λούκι Λουκ έξω από το κελί του. Ήταν φανταστική εποχή τότε για τον Ολυμπιακό, το 87-88 που πρωτοπήγα καθώς ήταν πρόεδρος ο Κοσκωτάς (καταλαβαίνετε έτσι;), είχε πλημμυρίσει το λιμάνι από κόσμο στην υποδοχή του Ούγγρου παικταρά Λάγιος Ντέταρι, πήγα κι εγώ από περιέργεια να δω. Τότε έπαιζε κι ένας παικταράς γκολτζής στον Ολυμπιακό που μου άρεσε τρελά, ο Αργεντίνος Φούνες, επίσης ο Νίκος Ανασταόπουλος στις μεγάλες δόξες του και φυσικά ο Ολυμπιακός λατρευόταν από τον κόσμο του και το Φως πουλούσε τρελά φύλλα. Πάντα όλοι είχαν το Φως στα χέρια.

Όπως στο συνεργείο της γειτονιάς μου που ο Σάμος κι ο Ζάνος μου έλεγαν ότι η μέρα μας αρχίζει με το «Ευαγγέλιο», έτσι αποκαλούσαν το «Φως». Το διάβαζαν ευλαβικά πρώτα και μετά έπιαναν δουλειά! Ο Νίκος ο Καρελλάς με έσωσε και μια άλλη φορά όταν στο παιχνίδι που κρινόταν η άνοδος του Χαραυγιακού στην Α Εθνική, στο εντός έδρας (Ηλιούπολη) ματς με τον ΠΑΣ Γιάννινα, φώναζαν οι Χαραυγιακοί και ο προέδρός τους Νικήτας Σκοπελίτης για ένα πέναλτι που εκβίασαν στο 80ο λεπτό και κάτι κι εγώ στο ρεπορτάζ μου (αν και ρεπόρτερ της ομάδας και επιμελητής - αρχισυντάκτης της 15ήμερης εφημερίδας του Χαραυγιακού) έγραψα στο ρεπορτάζ μου ότι ο διαιτητής στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων και σωστά δεν έδωσε πέναλτι γιατί δεν ήταν!

Ο πρόεδρος λοιπόν μετά με απειλούσε, έπαιρνε σπίτι, με έβριζε, απειλούσε την οικογένειά μου και μου διεμήνυσε να μην ξαναπατήσω στο γήπεδο γιατί θα… κι εγώ δεν ξέρω τι. Με τη βαρύτητα του τίτλου του συντάκτη του Φωτός, εφημερίδας με τεράστιο κύρος, το διαφύλαξα και φυσικά δεν σήμαινε ότι επειδή ήμουν ρεπόρτερ του Χαραυγιακού δεν θα ήμουν αντικειμενικός. Δεν σας κρύβω ότι αυτό έπαιξε σε μεγάλο ρόλο βαθμό να παρατήσω την αθλητική δημοσιογραφία. Τέλος πάντων, το ανέφερα αμέσως στον Καρελλά ότι δεχόμουν απειλές να μην ξαναπάω στο γήπεδο - είχε τύχει μεσοβδόμαδα να παίζει εντός ο Χαραυγιακός με τον Άρη Θεσσαλονίκης για το Κύπελλο!) και μου απάντησε με εκείνη την τραχιά και βραχνή από τα πολλά τσιγάρα φωνή του «Γράψ’ τον στα αρχ… σου!). Πήγα λοιπόν στο γήπεδο του Μπραχαμίου (μετακόμισε εκεί η ομάδα για να ανακατασκευαστεί το γήπεδο. Κανείς δεν μου είπε τίποτα και πήρε και μεγάλη πρόκριση η ομάδα με 1-0 επί του Άρεως (είχα δεθεί εννοείται με τον Α.Ο.Χ. κι αυτό δεν το άλλαζε η όποια συμπεριφορά φυσικά…).  

Στην εφημερίδα είχα καταπληκτικούς συναδέλφους όπως τον γηραιότερο τώρα (τον είδα στο τελικό της ΕΠΣΑ Αιγάλεω - Χαραυγιακός στη Ν. Σμύρνη) τον θρυλικό Γιώργο Ζουρίδη, που είναι πάντα χαμογελαστός και φιλικός. Άλλος άνθρωπος! Καθόταν στο τελευταίο γραφείο της μεσαίας σειράς κι έλεγε για όλους που μιλούσαμε «Φίλος;» και απαντούσε ο ίδιος «Αδερφός!». Πώς να μην αγαπάς έναν τέτοιο άνθρωπο, χωρίς τουπέ και εγκάρδιο; Μπροστά του ήταν ο Νίκος Σαρίδης, άλλος αγαπητός  συνάδελφος, μέχρι σήμερα συναντιόμαστε σε πορείες της ΕΣΗΕΑ και τα λέμε. Πάντα όταν συναντώ ένα συνάδελφο μου στο Φως νοιώθω κάτι διαφορετικό ρε παιδί μου, ήταν όλοι σπάνιοι άνθρωποι. Πάντα συγκινούμαι.

Συνάδελφός τότε ήταν κι ο μπασκετικός Γιάννης Ντεντόπουλος, με μεγάλο πάθος για το μπάσκετ, όπως και ο αείμνηστος Γιάννης Αντωνόπουλος (αρχισυντάκτης του μπασκετικού τότε τημ) που ήταν και Πανιωνάρα. Ερχόταν με τις πατερίτσες του και καθόταν στο γραφείο του καπνίζοντας ασταμάτητα παρά τα προβλήματα υγείας, με το χαμόγελό του πάντα και μιλούσαμε για τον μπασκετικό Πανιώνιο που παρακολουθούσα τότε ανελλιπώς. Τι παιδί κι αυτό! Είχε τόση ενέργεια παρά τα μεγάλα κινητικά του προβλήματα και τέτοιο πάθος για το γράψιμο, το ρεπορτάζ, παράδειγμα προς μίμηση! Μια μέρα φύγαμε άρον άρον γιατί είχε ένα σίγουρο στον Ιππόδρομο ο Τσούμπας και έκανε σαν τρελός να τον πετάξω με το αμάξι -δεν είχε ο ίδιος- να προλάβουμε την κούρσα στο Φαληρικό Δέλτα! «Βάλε ό,τι έχεις και δεν έχεις», μου έλεγε. Τον περίμενα μέσα στο αμάξι, δεν είχα ιδέα από Ιππόδρομο, ούτε με ενθουσίαζε ποτέ. Τελικά δεν… Εμπειρία και αυτή!

Τώρα που μιλήσαμε μετά από χρόνια, είναι καλά «απεξαρτημένος» ο Βασίλης, άλλος πολύ αγαπημένος συνάδελφος που τα λέγαμε καθημερινά, πάντα με το κοστούμι του και τα αρώματά του, σένιος! Ο Παναγιώτης Σίμος έκανε το ρεπορτάζ του Πανιωνίου, επίσης πολύ χονδρός, κοστουμαρισμένος και με άλλη πρωινή δουλειά, ωραίος τύπος, τον πήγαινα πολύ. Τον έβλεπα πάντα τις Κυριακές και στο γήπεδο του Πανιωνίου που ερχόταν να κάνει ρεπορτάζ και όταν φυσικά δεν είχα να πάω σε κάποιο γήπεδο κι εγώ γιατί κάλυπτα τους αγώνες των ομάδων που ήμουν υπεύθυνος. Θυμάμαι τη γερή έδρα του Φωστήρα που έπεφτε ξύλο κάθε Κυριακή και δεν έφευγαν ζωντανοί οι αντίπαλοι από εκεί μέσα, παίκτες δηλαδή, φίλαθλοι - αντίπαλοι πού να πατήσουν! Τους Φωστηριώτες τους έκανα κέφι γιατί ήταν φανατισμένοι με την ομάδα τους, άρρωστοι δηλαδή, όπως και οι Περιστεριώτες επί Γιώργου Στολίγκα, που είχε γερή έδρα ο Ατρόμητος Αθ., ήταν κι ένας ρεπόρτερ Ατρομητάρα από την Αθλητική Ηχώ, δεν θυμάμαι το όνομά του (εδώ ας βοηθήσει ο Γιώργος Γκιζώρης) που πανηγύριζε πιο πολύ κι από τον πυρήνα του Ατρομήτου! Φυσικά στο Φως ήταν και είναι αυτό το εξαιρετικό και πανέμορφο μελαχρινό κορίτσι η Όλγα Νικολαϊδου, η κόρη του κύριου Θόδωρου, «επαναστάτρια», που αγαπούσε το μπάσκετ και ήταν τότε στο μπασκετικό τημ, αλλά ήταν και η ψυχή της εφημερίδας καθώς είχε πάθος με τον αθλητισμό, με καλλιτεχνικές ανησυχίες και ήταν και η μόνη γυναικεία παρουσία σε ένα ανδροκρατούμενο χώρο! Δεν είναι και λίγο πράγμα αυτό, αλλά η Όλγα ήταν και είναι δυναμική.

Θυμάμαι στο μεγάλο του Φωτός σχολείο, που παρακολουθούσαμε τους τελικούς Κυπέλλου όλοι μαζί, όπως και τους αγώνες της Εθνικής Ελλάδας, αλλά και Παγκόσμιο Πρωτάθλημα, ή σπουδαίους αγώνες ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου. Καθόμασταν μπροστά στην τηλεόραση, δίπλα από το γυάλινο γραφείο του κ. Θόδωρου Νικολαΐδη και βλέπαμε με αγωνία. Αν έπαιζε βέβαια ο Ολυμπιακός είχε άλλη διάσταση το πράγμα καθώς όλοι ήθελαν την νίκη του Θρύλου.

Θυμάμαι κάτι τελικούς με ΠΑΟ και ΑΕΚ που είχαν δραματική εξέλιξη, ή έφθασε ένας τελικός στα πέναλτι! Όλοι τότε ήμασταν Ολυμπιακοί γιατί η χαρά του κ. Θεοδώρου ήταν και δική μας. H συντριπτική πλειοψηφία των συντακτών ήταν Ολυμπιακοί. Νομίζω μόνο εγώ ήμουν Πανιώνιος και ο Σαρίδης Αθηναϊκός. Α, ήταν Παναθηναϊκός και ο Στέφανος Κουμπής που ήρθε μετά εκείνο τον καιρό στην οικογένεια του Φωτός, Ξανθιώτης, τόσο αγαπητός και καλό παιδί, έγινε αμέσως ένα με όλους μας.

Ήταν πολύ δύσκολο να έρθει κανείς στο Φως. Έπρεπε να είχε κάποιες προδιαγραφές, ικανότητες, καλή πένα, τόλμη και να είναι αυτό που λέμε καλό παιδί. Στο Φως γνώρισα και τον Γιάννη τον Λάλουση, ένα φοβερό Μυτιληνιό, πολίστας τότε της Χαλκίδας, Αεκτζής, που έμενε και μένει στην Καλλιθέα, που πέρασε για ένα σύντομο διάστημα από την εφημερίδα, αλλά αμέσως γίναμε φίλοι και είμαστε έως σήμερα.

Ο Γιάννης είχε από τότε διασυνδέσεις σε όλη την Αθήνα, κι αμέσως κάναμε στενή παρέα. Με πήγε σε όλα τα πάρτι βορείων και νοτίων προαστίων με αρχή εκείνο το τρομερό πάρτι στην Εκάλη, δεν αφήσαμε νυχτερινό κλαμπ και στέκι της Αθήνας τότε, από Wild Rose στον Λυκαβηττό μέχρι Μπίτσουλα στη Γλυφάδα, ήξερε και όλες τις ωραίες γυναίκες των Αθηνών και έτσι έκανα και μια γερή φιλία που αντέχει στο χρόνο από το Φως. Τα νυχτοπερπατήματά μας τα περιγράφω και στο βιβλίο μου «Βινύλιο, τα καλύτερά μας Χρόνια»! 

Στο «Φως» γνώρισα και τον αείμνηστο δάσκαλό μου Τάσο Ψαλτάκη, με τον οποίο δεθήκαμε πολύ καθώς είχε πολλές γνώσεις για τη μουσική και ήταν λάτρης του ελληνικού ροκ καθώς είχε μεγάλη δραστηριότητα με τα γκρουπ της Θεσσαλονίκης, μάνατζερ των Βορείων και των Μακεδονομάχων του Νίκου Παπάζογλου και έκλεινε και συναυλίες! Ο άνθρωπός μου! Υπήρξε και εκδότης της θρυλικού μουσικού περιοδικού «Μουσικό Εξπρές». Μιλούσαμε πολύ μέχρι αργά καθώς ήταν ο αρχισυντάκτης του Φωτός κι εγώ ήμουν επίσης ο άνθρωπος που πήγαινε για τύπωμα την εφημερίδα από την «Ελευθεροτυπία», όπου ήταν τότε το ατελιέ του Φωτός στην οδό Κολοκοτρώνη ως το πιεστήριο στα γραφεία του Φωτός, στην Λ. Αθηνών! Παοκτζής και αντιεξουσιαστής, ο καλύτερος στη δουλειά του! Απαιτούσε πάντα μεγάλο ποσό, αλλιώς δεν δούλευε. Ο Τάσος Ψαλτάκης αρκετά χρόνια αργότερα, στα τέλη των 90ς, μου έδωσε τον τίτλο «του τελευταίου rock’n’roll συντάκτη» γιατί όπως είχε πει έγραφα με πάθος. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ και θα τιμώ πάντα αυτό τον τίτλο! 

Είμαι πολύ περήφανος που πέρασα από το Φως, ήταν η οικογένεια μου για περίπου 3,5 χρόνια και έχει μείνει έτσι στη μνήμη μου, στα ωραιότερα πράγματα που μου έχουν συμβεί στη ζωή μου. Αν άλλαζα μια στιγμή τη ρότα μου και έπαυα να είμαι μουσικός δημοσιογράφος θα το έκανα μόνο για το Φως. Την ίδια νομίζω εκτίμηση και αγάπη έχουμε όλοι όσοι περάσαμε από το «Φως των Σπορ», άλλο επίπεδο στη δημοσιογραφία! Όταν συναντώ έναν παλιό συνάδελφο από το Φως χτυπάει πολύ δυνατά η καρδιά μου! Να τα χιλιάσει η εφημερίδα αυτή!

*Τα πρωτοσέλιδα της εφημερίδος «Φως των Σπορ” είναι από το προσωπικό μου αρχείο

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!