Όταν ο Σικιελιανός προσπάθησε να αναστήσει έναν νεκρό ράφτη

Μια προσπάθεια του ποιητή να υπερβεί τους φυσικούς νόμους.

Στις 19 Ιουνίου του 1951 έφυγε από τη ζωή, ένας από τους εθνικούς μας ποιητές, ο εμπνευστής της Δελφικής ιδέας Άγγελος Σικιελιανός.

Πέντε φορές είχε προταθεί για Νόμπελ λογοτεχνίας αλλά οι πολιτικές συνθήκες δεν βοήθησαν την υποψηφιότητά του.

Ο Άγγελος Σικιελιανός πίστευε στην παντοδυναμία της ψυχής.

Ένα παράξενο γεγονός που επιβεβαιώνει αυτή του την πίστη το περιγράφει με γλαφυρότητα ο φίλος του Νίκος Καζαντζάκης στο βιβλίο του «Αναφορά στον Γκρέκο».

Ένας ταχυδρόμος την ώρα του δειλινού φτάνει στο παραθαλάσσιο σπίτι που μένουν οι δύο φίλοι κομίζοντας ένα γράμμα από τη γυναίκα του Σικιελιανού, Εύα.

Ο Καζαντζάκης αφηγείται:

«…-Έχετε κι ένα μεγάλο δέμα.... είπε με φοβισμένη φωνή.

Ο φίλος μου δεν τον άκουσε· διάβαζε το γράμμα, και το πρόσωπο του είχε γίνει κατακόκκινο. Άπλωσε το χέρι, μου το’ δωκε:

- Διάβασε... μου’ πε.

Πήρα το γράμμα, διάβασα: «Βουδάκι μου, ο καημένος ο γείτονάς μας, ο ράφτης, πέθανε· σου τον στέλνω και σε παρακαλώ να τον αναστήσεις», του’ γραφε η γυναίκα του.

Ο φίλος μου με κοίταξε με αγωνία:

- Νομίζεις, είναι δύσκολο; έκαμε.

Σήκωσα τους ώμους:

-Δεν ξέρω, αποκρίθηκα· πάντως είναι δύσκολο πολύ.

Μα ο ταχυδρόμος βιάζουνταν.

-Τι να το κάμω το δέμα; ρώτησε και σήκωνε το πόδι του να φύγει.

-Φέρ’το! είπε ο φίλος μου απότομα και στράφηκε πάλι και με κοίταξε, λες και περίμενε να του δώσω κουράγιο.

Μα εγώ ένιωθα δυσφορία μεγάλη και σώπαινα.

Σταθήκαμε αμίλητοι και περιμέναμε· ο ήλιος έγερνε να βασιλέψει, η θάλασσα είχε γίνει σκούρα τριανταφυλλιά· ο φίλος μου δάγκανε τα χείλη και περίμενε.

Σε λίγο δυό χωριάτες φάνηκαν και σήκωναν ένα φτωχικό φέρετρο· ήταν μέσα ο ράφτης.

-Ανεβάστε τον απάνω! πρόσταξε ο φίλος μου και το λαμπρό πρόσωπο του είχε σκοτεινιάσει.

Στράφηκε πάλι και με κοίταξε:

-Τι λες; με ρώτησε πάλι και κάρφωσε στα μάτια μου τη ματιά του, ανήσυχη· τι λες, θα μπορέσω;

-Δοκίμασε, αποκρίθηκα· εγώ θα πάω περίπατο…»

Ο Σικιελιανός προσπαθούσε όλη τη νύχτα να αναστήσει τον νεκρό ράφτη.

«…Από πάνω μου όλη τη νύχτα άκουγα σιγανά μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει· κι ευτύς ύστερα βήματα βαριά απάνω κάτω, πολλή ώρα, και πάλι μουγκρητά και το κρεβάτι να τρίζει.

Όλη τη νύχτα. Κάποτε άκουσα το φίλο μου ν’ αναστενάζει βαθιά και ν’ ανοίγει το παράθυρο, σαν να πλαντούσε κι ήθελε να πάρει αέρα.»

Όταν ξημέρωσε ο Καζαντζάκης αντίκρυσε το φίλο του ξενυχτισμένο σε κακή κατάσταση.

«…-Έκαμα ό,τι μπορούσα, είπε τέλος, σαν να’θελε να δικαιολογηθεί· θυμάσαι πώς ανάστησε ο προφήτης Ελισσαίος το νεκρό: ξάπλωσε ολοκορμίς απάνω του, κόλλησε το στόμα του στο στόμα του νεκρού και του φυσούσε την πνοή του και μούγκριζε· το ίδιο έκαμα κι εγώ...

Σώπασε, και σε λίγο:

-Όλη νύχτα.... όλη νύχτα.... του κάκου!»

Ο Καζαντζάκης τον παρηγόρησε με αγάπη και ακολούθησε ο εξής διάλογος :

«…-Ντρέπουμαι.... μουρμούρισε τέλος. Η ψυχή λοιπόν δεν είναι παντοδύναμη;

-Δεν είναι ακόμα, αποκρίθηκα· θα γίνει. Παλικαριά μεγάλη να θες να ξεπεράσεις τα σύνορα του ανθρώπου· μα παλικαριά μεγάλη και ν’αναγνωρίζεις χωρίς τρόμο τα σύνορα και να μην απελπίζεσαι.

Θα χτυπούμε, θα χτυπούμε τα κεφάλια μας απάνω στα κάγκελα, πολλά κεφάλια θα γίνουν θρύμματα, μα μια μέρα τα κάγκελα θα σπάσουν...».

Ο Άγγελος Σικιελιανός ήταν ένας δημιουργός που αγνοούσε τα ανθρώπινα μέτρα και όλη η του η ζωή ήταν ένας αγώνας ενάντια στο αδύνατο.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ

Το τραγούδι αλλιώς, στο email σας!

Ενημερωθείτε πρώτοι για τα τελευταία νέα στο χώρο της καλής μουσικής!